Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστυνομική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.4.26

Hero and The Terror (1988) Action Heroes Review

 

Ο ΗΡΩΑΣ ΚΑΙ Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ

Hero and the terror 1988 movie review
Δράσης, Αστυνομική, Ψυχολογικό Θρίλερ

Διάρκεια: 96'




Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Βρισκόμαστε στο 1988, εποχή που ο Τσακ Νόρις είναι ακόμα αρκετά μεγάλο όνομα μεν αλλά που φαίνεται ότι αρχίζει μια καμπή στη δυναμική του στα ταμεία. Έχει ήδη κάνει τεράστιες επιτυχίες με τις ταινίες Missing in Action (1985), Code of Silence (1985), Invasion USA (1985) και Delta Force (1986) όμως τα νούμερα σιγά-σιγά αρχίζουν να πέφτουν. Το 1988 λοιπόν είναι η χρονιά που ο Τσακ θα βρεθεί με δύο ταινίες στους κινηματογράφους. Το τρίτο μέρος του Missing in Action δεν καταφέρνει να φέρει πίσω τα χρήματα που κόστισε στην παραγωγή ενώ το ίδιο συμβαίνει και με το Hero and The Terror, μια ακόμα ταινία μετά το Code of Silence, που ο Νόρις προσπάθησε να "παίξει" λίγο παραπάνω. Αν με ρωτάς αν τα κατάφερε, μπορώ να σου απαντήσω μόνο ότι πραγματικά φαίνεται η προσπάθειά του. Εμφανίζεται πιο χαλαρός μπροστά στην κάμερα αλλά να αποδώσει σε βάθος τον τραυματισμένο ψυχολογικά αστυνομικό δεν το καταφέρνει πολύ καλά. Είναι ωστόσο κακή ταινία το Hero and The Terror; Όχι! Δεν είναι κάτι πάρα πολύ καλό αλλά είναι συμπαθητικό ψυχολογικό/ αστυνομικό θρίλερ και μια αξιόλογη προσπάθεια από τον Τσακ Νόρις να δείξει ότι μπορεί να ερμηνεύσει κάτι παραπάνω από έναν λιγομίλητο εκδικητή.

 Ο Νόρις υποδύεται τον αστυνομικό Ντάνι Ο'Μπράιεν, ο οποίος έχει κερδίσει το προσωνύμιο του Ήρωα καθώς κατάφερε μετά από μάχη που θα μπορούσε να κοστίσει τη ζωή του, να συλλάβει τον ψυχοπαθή κατά συρροήν δολοφόνο, Σάιμον Μουν, γνωστό και ως Τρόμο (Terror). Μερικά χρόνια μετά τη σύλληψή του, ο Σάιμον Μουν καταφέρνει να αποδράσει από το άσυλο και ο Ο'Μπράιεν, ο οποίος δεν έχει ξεπεράσει ακόμα τα ψυχολογικά τραύματα που του άφησε η αναμέτρηση με τον δολοφόνο, πρέπει να τον βρει και πάλι και να βάλει ένα τέλος.

 Κάτι που γοήτευε πάντα στο Hero and The Terror ήταν η επιλογή να βάλουν τον δολοφόνο να κρύβεται στα υπόγεια ενός μεγάλου θεάτρου, άμεση αναφορά στο Φάντασμα της Όπερας. Ο Μουν κρύβεται εκεί και αρπάζει τα θύματά του ένα-ένα μέχρι τη στιγμή που ο Ο'Μπράιεν θα τον ανακαλύψει και θα αναμετρηθούν για τελευταία φορά. Κάτι που με παραξένευε στην ταινία ήταν η επιλογή να επιδείξει ο Τσακ τη ρομαντική του πλευρά (και την κωμική του καθώς τον βλέπουμε ακόμα και να λιποθυμά την ώρα που ετοιμάζεται να γεννήσει η σύντροφός του), με σκηνές όπως το δείπνο με τη σύντροφό του αλλά και την τελική σκηνή που αρπάζει έναν ιερέα στο διάδρομο του νοσοκομείου για να τους παντρέψει. Από την άλλη, βλέποντας ξανά την ταινία σήμερα, καταλαβαίνω ότι όλα αυτά κάνουν πιο αληθινό και πιο τρωτό του χαρακτήρα που υποδύεται ο Νόρις στην οθόνη, απλώς δεν έχει την ερμηνευτική ικανότητα να τα υποστηρίξει ικανοποιητικά.

 Το Hero and the Terror δεν είναι σίγουρα μια τυπική ταινία "Τσακ Νόρις". Έχει λιγότερα κλωτσομπουνίδια μεν, αρκετά δε για να ικανοποιηθούν οι φίλοι του Τσακ, ενώ η δράση με τη λόγικη των κυνηγητών και των πυροβολισμών είναι σαφώς λιγότερη για τα στάντρ του Νόρις. Έχει όμως ενδιαφέρον η αναμέτρηση με τον θηριώδη Terror, που υποδύεται ο επίσης θηριώδης Τζακ Ο'Χάλοραν (ο Νον του Σούπερμαν 2), που φαντάζει σαν μεταφυσική φιγούρα, φέρνοντας στο μυαλό άλλους κινηματογραφικούς φονιάδες, όπως ο Τζέισον Βόρχις και ο Μάικλ Μάγιερς. Έχει κάνει επίσης καλή δουλειά ο σκηνοθέτης μας, Γουίλιαμ Τάνεν, κρατώντας καλό ρυθμό σε όλη την ταινία καταφέρνοντας να συνδυάσει τη ρομαντική κομεντί με το αστυνομικό θρίλερ. Προφανώς δεν το κάνει με απόλυτη επιτυχία καθώ τότε θα μιλούσαμε άνετα για μια από τις κορυφαίες ταινίες του Τσακ, το κάνει όμως σε τέτοιο βαθμό που δίνει στο Hero and The Terror τον τίτλο της μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της φιλμογραφίας του Τσακ Νόρις.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι




27.3.26

Top Dog (1995) Action Heroes Review

 

ΕΝΑ ΑΧΤΥΠΗΤΟ ΔΙΔΥΜΟ

Top Dog Movie Review
Δράσης, Κωμωδία, Αστυνομική

Διάρκεια: 86'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Το 1989 οι Τομ Χανκς και Τζιμ Μπελούσι γυρίζουν έκαστος παρόμοιας θεματικής ταινίες. Ο πρώτος το Turner & Hooch και ο δεύτερος το Κ-9. Αστυνομικός συνεργάζεται με αστυνομικό σκύλο για διαλεύκανση εγκλήματος. Το 1995 ο Τσακ ο Νόρις αποφασίζει να γυρίσει τη σωστή εκδοχή αυτής της ταινίας και να στείλει τα γατάκια Χανκς και Μπελούσι για τσάι.

 Ένας αστυνομικός, συντροφιά με τον σκύλο συνεργάτη του, ανακαλύπτει ομάδα τρομοκρατών με ναζιστικές τάσεις. Οι τρομοκράτες τους αντιλαμβάνονται και αφού τους πυροβολούν, ξεφορτώνονται τα πτώματα στη θάλασσα. Έλα όμως που ο σκύλαρος, που ακούει στο όνομα Ρίνο, είναι ακόμα ζωντανός και επιστρέφει στη βάση του. Νέος συνεργάτης του θα είναι ο Τζέικ Γουάιλντερ, ένας σκληροτράχηλος (δεν το περιμένατε) αστυνομικός, που δουλεύει μόνος του και τίθεται συχνά πυκνά σε διαθεσιμότητα. Ο αρχηγός της αστυνομίας του αναθέτει την υπόθεση, γνωρίζοντας τις ικανότητές του. Το ζήτημα είναι ότι ο Τζακ που δεν είναι και δείγμα κοινωνικού ατόμου και φιλόζωου, πρέπει να κουβαλά μαζί του τον Ρίνο καθώς γνωρίζει τους υπόπτους και θα τον οδηγήσει σε αυτούς.

 Αρχικά πρέπει να πω ότι η ταινία ήταν πιο διασκεδαστική απ' ότι περίμενα. Ο Νόρις είναι πολύ χαλαρός και αποδίδει όχι μόνο στη δράση αλλά και στα χιουμοριστικά κομμάτια της ταινίας και αυτό ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη. Και η σκηνοθεσία του Άαρον Νόρις, αδερφού του Τσακ, είναι μια χαρά για το είδος της ταινίας, ένα χαλαρό buddy movie με ίσες δόσεις δράσης και κωμωδίας. Προφανώς δεν αποφεύγει κανένα κλισέ του είδους αλλά ποιος νοιάζεται. Εδώ έχουμε Τσακ που όχι μόνο δέρνει αλλά πετάει και αστειάκια!

 Το περίεργο με την ταινία είναι η επιλογή της θεματικής της. Έχεις μια ταινία που φαίνεται ότι θέλει να απευθυνθεί αρκετά και σε νεαρότερης ηλικίας κοινό, οπότε βάζεις ένα συμπαθητικό σκύλο στην υπόθεση που θα ταλαιπωρήσει τον ήρωα με τα καμώματά του. Όλα καλά μέχρι εδώ.  Πέφτουν λίγοι πυροβολισμοί και λίγο ξύλο παραπάνω αλλά είμαστε στη δεκαετία του 1990 και η έννοια της "φιλικής προς τα παιδιά" ταινίας είναι λίγο διαφορετική από αυτό που αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Περνάει λοιπόν κι αυτό. Αυτό όμως που οι αθεόφοβοι οι σεναριογράφοι έβαλαν απέναντι από τον Τσακ και τον σκύλο του ένα μάτσο τρομοκράτες, ναζιστές που επιχειρούν βομβιστικές επιθέσεις, δεν ξέρω ποιος αποφάσισε ότι ήταν καλή ιδέα. Βέβαια από την άλλη, ήταν μια καλή ευκαιρία για τον ήρωά μας να δείρει μερικούς ναζί, οπότε, μη μιλάτε γατάκια! Όλα τέλεια στο σενάριο!

 Η ταινία δεν πήγε καλά στα ταμεία (δεν σχολιάζω καν την κριτική αποδοχή) καθώς δεν έφερε ούτε τον προϋπολογισμό της πίσω. Έπαιξε ρόλο βέβαια και μια πραγματική τρομοκρατική επίθεση που έγινε στην Οκλαχόμα, εννέα μέρες πριν κυκλοφορήσει η ταινία, αλλά δεν θεωρώ ότι θα είχαμε μεγάλες αποκλίσεις στο box office. Σήμερα πάντως η ταινία βλέπεται αρκετά εύκολα, ένα Σάββατο μεσημεράκι που θέλεις να χαλαρώσεις στον καναπέ σου και λέω ξανά, κλείνοντας, ότι δεν είναι τόσο κακή όσο νομίζεις. Δεν είναι υπόδειγμα σεναρίου και σίγουρα ο Άαρον Νόρις δεν είναι σκηνοθέτης που ξέρει να χειριστεί καλά το είδος αλλά κάπως το όλο σύνολο δουλεύει σχετικά καλά.


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



16.9.24

Rebel Ridge (2024) Netflix Review

 

 

Δράσης, αστυνομική, θρίλερ
Διάρκεια:131'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Λίγο άρωμα "πρώτου" Ράμπο αναμιγμένο με σταγονίτσες από τον πρόσφατα επιτυχημένο τηλεοπτικό Reacher, φέρει η τελευταία δημιουργία του Τζέρεμι Σόλνιε, ενός δημιουργού που με είχε κάνει σχετική αίσθηση με τα Blue Ruin και Green Room. Η νέα του ταινία, Rebel Ridge, δεν ακολούθησε κινηματογραφικά μονοπάτια αλλά βρέθηκε κατευθείαν στο Νέτφλιξ και αυτό θέτει αυτόματα κάποιες προδιαγραφές στο μυαλό μας, κάτι που όμως νιώθω ότι δεν υπάρχει λόγος να αναφέρουμε συνεχώς όταν μιλάμε για ταινίες της συγκεκριμένης πλατφόρμας. Υπάρχουν κάποια δεδομένα στην παραγωγή σε ότι έχει να κάνει με το τεχνικό κομμάτι κυρίως, με αποτέλεσμα οπτικά οι ταινίες να μοιάζουν αρκετά. Από εκεί και πέρα είναι στο χέρι του κάθε σκηνοθέτη πως θα χειριστεί τα τεχνικά μέσα που έχει στα χέρια του.

 Το σενάριο που έγραψε ο ίδιος ο Σόλνιε, ακολουθεί τον Τέρι, έναν Αφροαμερικανό, ο οποίος πέφτει θύμα αστυνομικής βίας, την ημέρα που κουβαλά επάνω του τριάντα χιλιάδες δολάρια, τα οποία προορίζονται για την εγγύηση του αδερφού του. Αν το ποσό δεν κατατεθεί άμεσα, ο αδερφός του θα μετατεθεί σε μια πολύ επικίνδυνη για αυτόν φυλακή. Ο Τέρι ενώ βρίσκεται πάνω στο ποδήλατό του, θα χτυπηθεί από περιπολικό και στη συνέχεια θα του απαγγελθεί αβάσιμο κατηγορητήριο και φυσικά τα τριάντα χιλιάρικά του θα κατασχεθούν. Σύντομα ο ίδιος αφήνεται ελεύθερος αλλά δεν σκοπεύει να αφήσει τα χρήματα να χαθούν έτσι και θα κάνει ότι μπορεί-αρχικά με νόμιμα μέσα- για να τα διεκδικήσει πίσω. Η διαφθορά όμως στην τοπική αστυνομία και η μη διάθεση συνεργασίας θα τον αναγκάσουν να χρησιμοποιήσει άλλα μέσα. Είπαμε ότι ο Τέρι είναι πρώην βετεράνος, ένας από τους ελάχιστους εξειδικευμένους εκπαιδευτές στη μάχη σώμα με σώμα και άλλα τέτοια όμορφα; Όχι, ε; Μπορείτε να φανταστείτε λοιπόν τη συνέχεια

  Ο Σόλνιε, που υπογράφει ο ίδιος και το σενάριο της ταινίας, μπαίνει από την πρώτη σκηνή στο ψητό. Μέσα σε λίγα λεπτά έχουμε κατανοήσει πλήρως το χαρακτήρα του Τέρι και βλέπουμε ξεκάθαρα τη διαφθορά στην τοπική αστυνομία αλλά και τα θέματα γραφειοκρατίας του συστήματος. Ο αρχηγός της αστυνομίας και τα τσιράκια του, δεν αργούν να γίνουν αντιπαθητικοί στο θεατή, ενώ ο Τέρι μας έχει στο πλευρό του από την πρώτη στιγμή.

 Οι ερμηνεία του πρωταγωνιστή, Άαρον Πίερ, είναι ιδανική και ο ίδιος έχει μια αρκετά επιβλητική παρουσία. Ο σωματότυπος του Πίερ μας πείθει για όσα γνωρίζουμε για το χαρακτήρα του αλλά το βλέμμα του είναι αυτό που οριστικά σφραγίζει τον ψυχισμό του Τέρι. Απέναντί του, ο Σόλνιε τοποθετεί τον Ντον Τζόνσον, από τον οποίο παίρνει μια πάρα πολύ καλή ερμηνεία, φτιάχνοντας έναν χαρακτήρα από αυτούς που γουστάρεις να μισείς.

 Χαρακτηριστικό των δύο ταινιών του Σόλνιε, που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, ήταν η εξαιρετική φωτογραφία τους. Εδώ, υπεύθυνος για τη φωτογραφία είναι ο Κολομβιανός, Νταβίντ Γκαγιέγκο, ο οποίος προσπαθεί να φτιάξει κάτι πιο κινηματογραφικό αλλά νομίζω ότι το Νέτφλιξ και η "υφή" που επιβάλει στις παραγωγές του, δεν τον αφήνουν να κάνει αυτό που εκατό τοις εκατό θέλει.

 Συνολικά το Rebel Ridge είναι μια αρκετά αξιόλογη ταινία. Δεν είναι τόσο ταινία δράσης αλλά περισσότερο αυτό που θα ονομάζαμε παλιότερα "αστυνομική ταινία". Έχει καλές ερμηνείες, έχει ενδιαφέρον σενάριο (με μερικές ενστάσεις εδώ) και είναι ικανό να σε κρατήσει εκεί για δύο ώρες.

 

 
 
Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



7.9.24

Get Carter (2000) Review

 

ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΝ ΚΑΡΤΕΡ

Δράσης,δραματική, θρίλερ
Διάρκεια: 102'

 

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ο Συλβέστερ Σταλόνε υποδύεται τον Τζακ Κάρτερ, έναν σκληροτράχηλο και βυθισμένο στα ψυχικά τραύματα μαφιόζο εκτελεστή, που επιστρέφει στη γενέτειρά του για να παραστεί στην κηδεία του αδελφού του, ενός φιλήσυχου οικογενειάρχη. Ο Κάρτερ δεν αργεί να αντιληφθεί ότι ο θάνατος του αδελφού του δεν ήταν ατύχημα και θα βάλει μπροστά τα "επαγγελματικά" του προσόντα ώστε να ανακαλύψει ποιος κρύβεται πίσω από τη δολοφονία, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να έρθει πιο κοντά και να προστατέψει την οικογένεια του θανόντα, τη γυναίκα και την έφηβη κόρη του, αναζητώντας και ο ίδιος λύτρωση για την πεταμένη ζωή του.

 Η περιγραφή της υπόθεσης του Get Carter, ριμέικ κλασικής ταινίας με τον Μάικλ Κέιν στον ρόλο που εδώ κρατάει ο Σταλόνε, θα μπορούσε εύκολα να πείσει κάποιον να πάει στον κινηματογράφο και να δει τον Σλάι σε μια ταινία εκδίκησης. Με το Get Carter όμως ξεκινά και ξεκάθαρα μια περίοδος μερικών ταινιών του σούπερ σταρ που στα ταμεία αποτυγχάνουν παταγοδώς.

 Ο Σταλόνε στη δεκαετία του 1980 γεμίζει κινηματογράφους με ό,τι κι αν κάνει και μπαίνει στην κορυφή των ηρώων ταινιών δράσης, χρησιμοποιώντας τα δύο μεγάλα όπλα του, τα δύο "Ρ", Ρόκι και Ράμπο. Η επόμενη δεκαετία τον βρίσκει να κάνει μερικές εξαιρετικές ταινίες δράσης, χωρίς τα δύο "Ρ", (Cliffhanger, Demolition Man, Assassins,  Daylight, Judge Dredd), να δοκιμάζεται στην κωμωδία με όχι μεγάλη επιτυχία, με τα Stop! Or My Mom Will Shoot και Oscar (αρκετά υποτιμήμενο) και να δίνει στο τέλος της δεκαετίας μια από τις καλύτερες ερμηνείες του με το Copland. Σε εκείνη τη δεκαετία, τα χρήματα που φέρνει ο Σλάι στα ταμεία είναι ακόμα υπολογίσημα, παρότι υπάρχει μια πτώση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

 Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2000 και την πρώτη πραγματικά μεγάλη αποτυχία του πρωταγωνιστή μετά από δύο δεκαετίες μεγάλης καριέρας. Από το Get Carter και μέχρι να επανέλθει μετά από εφτά χρόνια με (τι άλλο) τα δύο "Ρ", ξεκινά μια περίοδος απαξίωσης του Σταλόνε, τόσο από τους κριτικούς που δεν τον αγάπησαν και ποτέ ιδιαίτερα (ειδικά στη χώρα μας) όσο και από το ίδιο το σύστημα. Βάζει το χεράκι του και ο ίδιος βέβαια, με αρκετά κακές επιλογές, όπως τα Driven, Avenging Angelo και Spy Kids 3, με το πρώτο να είναι πραγματικά καταστροφικό, έχοντας ένα τεράστιο προϋπολογισμό αλλά τραγικά χαμηλά έσοδα.

 Δύο από τις ταινίες εκείνης της περιόδου θα τις εξαιρέσουμε καθώς είναι κατανοητοί οι λόγοι που ο Σταλόνε διάλεξε να εμπλακεί καθώς σεναριακά παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Η μία είναι το D-Tox, το οποίο γυρίστηκε το 1999 και ταλαιπωρήθηκε για τρία χρόνια μέχρι να βγει στους κινηματογράφους και η δεύτερη είναι το Get Carter, που σε πρώτη ανάγνωση μοιαζεί ιδανικό για τον πρωταγωνιστή του. Δεν ζητά απλώς έναν τύπο που μπορεί να πλακώσει στο ξύλο τους πάντες αλλά κάποιον που μπορεί να ερμηνεύσει κάτι παραπάνω και αν για κάτι δεν μπορείς να κατηγορήσεις τον Σταλόνε είναι για αδιαφορία στο ρόλο του. Είναι εκεί και ερμηνευτικά είναι στα ίδια ψηλά στάνταρ, προσπαθώντας να δώσει και μια εσωτερικότητα παραπάνω στον χαρακτήρα του. Ο Κάρτερ είναι ένας τύπος που έχει σπαταλήσει τη ζωή του μέσα στο βούρκο της παρανομίας, αφαιρώντας ζωές για λογαρισμό της μαφίας αλλά φαίνεται πια κουρασμένος και με το ένα πόδι έξω από αυτό. Η επιστροφή στην οικογένεια που του έχει απομείνει, την οικογένεια του αδερφού του ουσιαστικά, τον βάζει σε μια διαδικασία δύσκολη για τον ίδιο καθώς έχει να χειριστεί πράγματα άγνωστα για αυτόν και ο Σλάι το αποτυπώνει αυτό στην οθόνη.

 Η σκηνοθέσια του Σίβεν Κέι είναι αυτή που δοκιμάζει αρκετά τον θεατή. Ο Κέι, που ακολουθεί μέχρι σήμερα μια επιτυχημένη πορεία στην σκηνοθεσία τηλεοπτικών σειρών, επιλέγει να παίξει με την κάμερα σαν να είναι σε μια μόνιμη παραζάλη, πράγμα ταιριαστό με το μυαλό του ήρωα αλλά όχι τόσο ευχάριστο για τον θεατή και ειδικά για τον θεατή του 2000. Έχοντας δει την ταινία πριν από αρκετά χρόνια και βλέποντάς τη ξανά σήμερα, ομολογώ ότι η εμπειρία ήταν διαφορετική. Στα μέσα του 2000, εποχή της πρώτης προβολής, η εμπειρία μου ήταν αρνητική. Όλη αυτή η "θολωμένη" αντίληψη, η γρήγορες κοφτές κινήσεις της κάμερας και ο αρκετά διαφορετικός χαρακτήρας που επέλεξε να υποδυθεί ο Σταλόνε, δεν δούλεψαν υπέρ της ταινίας. Σήμερα όμως εκτίμησα λίγο παραπάνω, τόσο την ερμηνεία του πρωταγωνιστή όσο και αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Κέι αλλά εξακολουθεί να μην δουλεύει απόλυτα.

 Από την άλλη αυτό που αξίζει να αναφερθεί είναι το υπέροχο επιτελείο ηθοποιών που συγκεντρώθηκε. Ο Μάικλ Κέιν επιστρέφει σε εντελώς διαφορετικό-μικρό- ρόλο, ενώ έχουμε ακόμα ονόματα όπως της Μιράντα Ρίτσαρντσον, Άλαν Κάμινγκ, Μίκι Ρουρκ, Τζον ΜακΓκίνλεϊ, Ρόνα Μίτρα και τη νεαρή τότε Ρέιτσελ Λι Κουκ. Γενικά από το επιτελείο των ηθοποιών δεν μπορείς να έχεις παράπονο.

 Πέρα από τα τεχνικά μέρη και τις διαφωνίες που μπορεί να έχει κάποιος ως προς την προσέγγιση του αρχικού υλικού (είναι δεδομένο ότι μπορεί να γίνει μια καλύτερη ταινία από το υλικό που υπάρχει καθώς το έκαναν το 1971...), μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει ότι το Get Carter είναι μια ταινία αρκετά "πειραγμένη" και όχι απαραίτητα από τους δημιουργούς της. Δεν είναι σίγουρα μια από τις καλές της φιλμογραφίας του Σταλόνε, δεν είναι όμως και μία από αυτές που θα πρέπει να ντρέπεται, όπως κάποιες ανεκδιήγητες που γύρισε τα τελευταία χρόνια (βλέπε τα δύο τελευταία της σειράς Escape Plan).


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

25.8.24

The Union (2024) Netflix Review

 

Κωμωδία, Δράσης
Διάρκεια:107'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Το The Union μαζεύει ένα υπέροχο επιτελείο ηθοποιών και τους προμηθεύει με το πιο στάνταρ σενάριο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, τους ταξιδεύει στο Νιου Τζέρσι, στο Λονδίνο και στα πανέμορφα παράλια της Κροατίας, βάζει και μερικές-ανά διαστήματα- συμπαθητικές σκηνές δράσης και περιμένει αυτή η μίξη υλικών να δουλέψει. Δουλεύει άραγε;

 Παγκόσμιο δίκτυο μυστικών πρακτόρων που δουλεύει για να διατηρεί την ασφάλεια στην υφήλιο, βρίσκεται εκτεθειμένο. Μερικά από τους κορυφαίους πράκτορες βρίσκονται νεκροί και μια λίστα με όλα τα ονόματα των υπολοίπων συνεργατών βρίσκεται σε λάθος χέρια. Ποιος θα σώσει την κατάσταση; Φυσικά, ο Μαρκ Γουόλμπεργκ, ένας εργάτης από το Νιου Τζέρσι, ένας "κανένας" που κάποτε είχε δυνατότητες να κάνει κάτι παραπάνω στη ζωή του αλλά διάλεξε την πόλη του, τις νύχτες στα μπαρ με τους φίλους και το σεξ με την πρώην καθηγήτριά του. Ο μεγάλος του έρωτας μετά το λύκειο, με τη μορφή της Χάλι Μπέρι, επιστρέφει για να τον βάλει στον κόσμο της παγκόσμιας κατασκοπίας, καθώς είναι μια από τους κορυφαίους πράκτορες του σωματείου, που προσπαθεί να λύσει την υπόθεση.
 Ένα σεναριακό μπάχαλο επικρατεί στο The Union, το οποίο για αρκετά λεπτά σώζεται χάρη στη χαλαρή ατμόσφαιρα και διάθεση για πλάκα. Ο Γουόλμπεργκ, η Χάλι Μπέρι, ο Τζ. Κ. Σίμονς και αρκετοί ακόμα καλοί ηθοποιοί δίνουν λίγη από τη λάμψη τους και η ώρα περνά. Από ένα σημείο και μετά όμως (και ιδιαίτερα στην τρίτη πράξη του) η ταινία γίνεται ένα ξεκάθαρο διαφημιστικό σποτ του Λονδίνου, της Ιταλίας και των παραλίων της Κροατίας.

 Μερικές καλές σκηνές δράσης και λίγη διάθεση για πλάκα δεν σώζουν τελικά την ταινία που σκηνοθέτησε ο Τζούλιαν Φαρίνο. Χιλιοειπωμένοι διάλογοι, πλοκή που θυμίζει άλλες παλιότερες μεγάλες παραγωγές και μια εντελώς διεκπεραιωτική σκηνοθεσία, δεν καταφέρνουν να κάνουν την ταινία κάτι αξιόλογο αλλά ούτε και κάτι αρκούντως διασκεδαστικό, όπως για παράδειγμα το Axel F, που είδαμε λίγο καιρό πριν, ξανά στο Netflix.

 


 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

10.7.24

Beverly Hills Cop: Axel F (2024) Netflix Review


Ο ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΒΕΡΛΙ ΧΙΛΣ:

ΑΞΕΛ ΦΟΛΙ


 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Ο  Έντι Μέρφι επιστρέφει στον ρόλο του Άξελ Φόλεϊ, τον ρόλο που τον έκανε μεγάλο κινηματογραφικό αστέρα στη δεκαετία του 1980. Σαράντα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση και τριάντα χρόνια μετά την τελευταία εμφάνιση του Φόλεϊ στους κινηματογράφους, ο Μέρφι μοιάζει αγέραστος και σε μεγάλη φόρμα.

 Ο Φόλεϊ βρίσκεται στο Ντιτρόϊτ και συνεχίζει να τακτοποιεί υποθέσεις με τον δικό του τρόπο. Ένα τηλεφώνημα από τον παλιό του φίλο, Μπίλι Ρόουζγουντ, θα φέρει τον Άξελ πίσω στο Μπέβερλι Χιλς για μια ακόμα φορά. Η κόρη του Άξελ, η οποία είναι πια αξιόλογη δικηγόρος, βρίσκεται μπλεγμένη σε μια υπόθεση δολοφονίας αστυνομικού, που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή της. Κακοποιοί και διεφθαρμένοι αστυνομικοί γίνονται ένα σε αυτή την υπόθεση και ο Άξελ Φόλεϊ καλείται να τη διαλευκάνει με τη δίκη του μέθοδο.

 Λίγες ελπίδες είχα να δω κάτι καλό σε αυτή την τρίτη συνέχεια του Beverly Hills Cop αλλά τα πρώτα λεπτά της ταινίας κατάφεραν να με κερδίσουν και να με κάνουν να αφεθώ στην ιστορία που είχε να διηγηθεί. Μια ιστορία που δεν έχει να πει κάτι ιδιαίτερο αλλά που διατηρώντας μια φρέσκια ματιά σε βάζει σε κλίμα αστυνομικής περιπέτειας της δεκαετίας του '80, που ταιριάζει απόλυτα στην ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστή.

 Ο Μαρκ Μαλόϊ, στην πρώτη μεγάλου μήκους σκηνοθετική του απόπειρα, "παίζει" έξυπνα. Δημιουργεί χαμό στην οθόνη με φυσικά μέσα και με ελάχιστη χρησιμοποιήση CGI, όπως "το έκαναν παλιά". Δεν είναι τα κυνηγητά ιδιαιτέρως θεαματικά αλλά είναι απολύτως πιστευτά και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία εδώ. Αυτό που καταλαβαίνει καλά ο Μαλόι είναι ότι ο κινητήριος μοχλός της ταινίας του είναι ο Έντι Μέρφι. Αν ο Μέρφι είναι σε κέ(ρ)φι, τότε λίγα πράγματα μπορούν να πάνε στραβά. Εδώ λοιπόν ο Μέρφι φαίνεται να νιώθει άνετα και να μπαίνει ξανά σε ρυθμούς Άξελ Φόλεϊ, κάτι που νομίζω ότι το κερδίζει με τον τρόπο του και ο σκηνοθέτης.

 Καταλαβαίνεις πόσο πάνω στον Μέρφι είναι η ταινία αν αρχίσεις να εξετάζεις όσα υπάρχουν γύρω από αυτόν. Το σενάριο είναι πολύ τυπικό και ακολουθεί τους κανόνες του είδους, τοποθετώντας στο κέντρο της αφήγησης μια ιστορία αστυνομικής διαφθοράς, που από πολύ νωρίς σε αφήνει να γνωρίζεις τους καλούς και τους κακούς. Το ίδιο συμβαίνει και με τους χαρακτήρες. Ξέρεις αμέσως με το που τον βλέπεις στην οθόνη ποιος θα είναι ο κακός, διεφθαρμένος μπάτσος και γνωρίζεις την εξέλιξη και τη συμμετοχή που θα έχει στην ιστορία κάθε χαρακτήρας, είτε ανήκει στους παλιούς γνώριμους της σειράς είτε στους νεοεισελθόντες, όπως ο Τζόσεφ Γκόρντον Λέβιτ, η Τέιλορ Πέιτζ και ο Κέβιν Μπέικον.

 Παρά την πολύ στάνταρ απόδοση των περισσότερων ηθοποιών και παρά το χιλιοειπωμένο σενάριο, η ταινία δουλεύει πολύ καλά. Η όλη διάθεση του Μέρφι, οι φαρμακερές ατάκες του αλλά και η έξυπνη σκηνοθεσία του Μαλόι, που φροντίζει να δώσει χώρο στον πρωταγωνιστή του αλλά και να διατηρήσει τη φόρμα που ακολουθούσε η πρώτη ταινία, κατανοώντας ότι ο Φόλεϊ είναι προϊόν της δεκαετίας του ΄80 και σε αυτή τη φόρμα ταινίας θα δουλέψει καλύτερα, καταφέρνουν να βγάλουν ένα τελικό αποτέλεσμα συμπαθέστατο και αρκετά διασκεδαστικό.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

 

17.1.24

Sound of Freedom (2023) Review


SOUND OF FREEDOM:

Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Βιογραφική, Δραματική, Αστυνομική
Διάρκεια: 131'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Η Μελωδία της Ελευθερίας είναι μια ταινία, η οποία εδώ και αρκετούς μήνες, με την προβολή της στους κινηματογράφους των Η.Π.Α., έχει προκαλέσει προβληματισμούς και αρκετές συζητήσεις, όχι μόνο για το περιεχόμενό της αλλά και για τη διαδρομή της μέχρι να καταφέρει να βρει διανομή στις αίθουσες, καθώς περίμενε πέντε χρόνια στο ράφι. Ο πρωταγωνιστής και παραγωγός της ταινίας, Τζιμ Καβίζελ, υποστηρίζει ότι το θέμα της ταινίας ενόχλησε τα μεγάλα στούντιο και ενώ την διανομή είχε αναλάβει η 20th Century Fox, μετά από παρεμβάσεις των υψηλά ιστάμενων όταν η Fox πωλήθηκε στην Disney, αποσύρθηκε από τα δικαιώματα της ταινίας. Από εκεί άρχισε ένας αγώνας από τους δημιουργούς αλλά και από τον ίδιο τον Καβίζελ ώστε η Μελωδία της Ελευθερίας να κυκλοφορήσει, κάτι που έγινε πραγματικότητα μέσω της εταιρείας Angel. Η εταιρεία αυτή, αν ρίξεις μια σύντομη ματιά στο διαδίκτυο, θα δεις ότι έχει συμμετοχή σε αρκετές ταινίες και σειρές, με αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε θρησκευτικό περιεχόμενο.

 Από εδώ και πέρα θα μπορούσε το κείμενο αυτό να συνεχιστεί με αρκετές παραγράφους ακόμα, που θα ανέλυαν πληροφορίες και γεγονότα γύρω από την ταινία, τον πρωταγωνιστή της, την αληθινή ιστορία πίσω από την ταινία, τους λόγους που πολλοί υποστηρίζουν ότι η ταινία ενόχλησε το Χόλιγουντ και άλλα πολλά που φτάνουν μέχρι τα όρια της συνωμοσιολογίας. Όλα αυτά έχουν το ενδιαφέρον τους και φανερώνουν παράλληλα και το πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει ο πιο ενημερωμένος θεατής, από τη στιγμή που θα αποφασίσει να παρακολουθήσει την ταινία, πράγμα που συμβαίνει πολλές φορές όταν καλείσαι να παρακολουθήσεις μια ταινία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, πόσο μάλλον όταν τα γεγονότα αυτά είναι ιδιαιτέρως ανατριχιαστικά, καθώς έχουν να κάνουν με το εμπόριο παιδιών. Παρακολουθείς την ταινία χωρίς να επηρεαστείς από το μήνυμα που θέλει να περάσει ή δέχεσαι ότι το μήνυμα είναι πιο σημαντικό άρα η αξιολόγηση της ταινίας, σαν κινηματογραφικό δημιούργημα, δεν είναι το κυρίως ζητούμενο στην συγκεκριμένη περίπτωση; Θα προσπαθήσουμε να βρούμε τη χρυσή τομή.

 Η ταινία μας αφηγείται την ιστορία του Τιμ Μπάλαρντ, ομοσπονδιακού πράκτορα, με εκαντοντάδες συλλήψεις παιδεραστών και διακινητών παιδικής πορνογραφίας. Ο Μπάλαρντ, πολύτεκνος γονιός και ο ίδιος, προβληματίζεται σκεπτόμενος τις τόσες συλλήψεις αλλά τα μηδενικά νούμερα παιδιών που σώθηκαν από τα δίκτυα της διακίνησης. Αποφασίζει λοιπόν να δράσει ο ίδιος και να μεταβεί στην Κολομβία, ως μυστικός, προσπαθώντας να ξεσκεπάσει το μεγαλύτερο καρτέλ διακίνησης παιδιών και με κίνδυνο της ζωής του να σώσει εκατοντάδες από αυτά.

 Ο Τζιμ Καβίζελ είναι ομολογουμένως η ψυχή της ταινίας. Είναι εκεί με όλο του το είναι και φαίνεται ξεκάθαρα ότι πιστεύει στον σκοπό της ταινίας, έστω κι αν υπάρχουν στιγμές που υπερβάλλει ερμηνευτικά ως προς τη θλίψη και τη μελαγχολία του ήρωα. Έχει κάτι όμως το βλέμμα του που σε παγιδεύει και σου περνάει εκατό τοις εκατό αυτό που κάποια στιγμή αναφέρεται και σε ένα διάλογο του ήρωα με ανώτερό του, ότι αυτά που έχει δει σε αυτή τη δουλειά τον στοιχειώνουν. Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία που δείχνει ξεκάθαρα τον τρόπο που βιώνει τη "δουλειά" του ο Μπάλαρντ, με ένα εξαιρετικό κοντινό στα μάτια του Καβίζελ, την ώρα που παρακολουθεί ένα βίντεο για να γράψει την αναφορά του.

 Σε ότι έχει να κάνει με τα υπόλοιπα μέρη της ταινίας, αυτό που ξεχωρίζει είναι σίγουρα το πρώτο σαραντάλεπτο, όπου γίνονται μάρτυρες των πιο σκληρών σκηνών, χωρίς να χρειάζεται να αποτυπωθεί τίποτα στην οθόνη. Ο τρόπος αρπαγής των παιδιών, η μεταφορά τους, η πώλησή και η εκμετάλλευσή τους σαν σεξουαλικά παιχνίδια, σε ενοχλούν σε βάθος αλλά επαναλαμβάνω, χωρίς να υπάρχει γραφική βία στην οθόνη. Αρκεί η σκέψη σου.

 Το πρώτο σαραντάλεπτο, ο ρυθμός, οι αποκαλύψεις και η έκθεση γεγονότων που συναντάμε εκεί, ακολουθείται από δύο λιγότερο ενδιαφέροντα, δραματουργικά τουλάχιστον, μέρη. Η μεταφορά του Μπάλαρντ στην Κολομβία και η τελική σύγκρουση, που έχει πλέον στοιχεία ταινίας δράσης, μας βγάζει λίγο από το κλίμα "καταγγελίας" που είχε αρχικά η ταινία αλλά εφόσον η αληθινή ιστορία του ομοσπονδιακού πράκτορα είχε μέσα και αυτά τα στοιχεία, απ' όσο μπόρεσα να μαζέψω πληροφορίες από το διαδίκτυο, κατανοώ και την ανάλογη απεικόνιση που επιλέγει ο σκηνοθέτης, Αλεχάντρο Μοντεβέρντε, η οποία ίσως εν τέλει να δουλέψει και μια χαρά για την πλειοψηφία του κοινού.

 Η Μελωδία της Ελευθερίας είναι μια ταινία με ένα μήνυμα, που είναι εμφανώς πιο σημαντικό από την ίδια την ταινία, σαν κινηματογραφικό δημιούργημα. Έχουμε μια καλή ταινία, με τα ελαττώματά της στη ροή, στο σενάριο, στους διαλόγους, που φροντίζει όμως να μην προκαλέσει με λάθος τρόπο. Θέτει προβληματισμούς, παίρνει θέση αλλά της λείπει μια πιο αιχμηρή σκηνοθετική ματιά, ώστε να την απογειώσει και να την κάνει και κινηματογραφικά σημαντική. Γιατί μπορεί το κινηματογραφικό δημιούργημα να μην είναι σημαντικό αλλά το μήνυμα που μεταφέρει είναι. 

 



 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

20.11.23

Desperation Road (2023) Review

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΙΛΕΩΣΗΣ

Desperation Road (2023) Movie Review Cinenoxos
Δραματική, Θρίλερ
Διάρκεια: 112'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω γιατί οι εταιρείες κινηματογραφικών παραγωγών επιμένουν να προμοτάρουν δραματικές ταινίες σαν αστυνομικά θρίλερ δράσης. Δηλαδή καταλαβαίνω τον λόγο αλλά θεωρώ ότι περισσότερο κόσμο θα χάσεις από τη διαφήμιση από στόμα σε στόμα, όταν το κοινό θα μπει να δει τον Μελ Γκίμπσον (στην περίπτωση του Desperation Road) να κυνηγάει κακούς με την καραμπίνα του και τελικά θα δει ελάχιστα τον Μελ και σχεδόν καθόλου δράση. Μια ματιά στην αφίσα της ταινίας, θα σε βοηθήσει να καταλάβεις το συλλογισμό μου, καθώς το Desperation Road είναι μια δραματική ταινία με στοιχεία θρίλερ, προς το τέλος της, αλλά αρκετά αργή και χαμηλών τόνων. Απευθύνεται λοιπόν σε πολύ διαφορετικό κοινό από αυτό που θα τραβήξει η αφίσα.

 Η ταινία που σκηνοθέτησε η Ναντίν Κρόκερ, είναι βασισμένη σε μυθιστόρημα του Μάικλ Φάρις Σμιθ, συγγραφέα που μεγάλωσε στον Αμερικανικό Νότο και εδώ στήνει την ιστορία του σε αυτόν. Μια άστεγη μητέρα με την εφτάχρονη κόρη της προσπαθεί να φτάσει σε μια μικρή πόλη της πολιτείας του Μισισσιπή. Η μητέρα θα πέσει θύμα βιασμού από έναν ντόπιο αστυνομικό, τον οποίο και θα σκοτώσει με το υπηρεσιακό του περίστροφο και αμέσως μετά θα το σκάσει με την κόρη της. Σε μια άλλη άκρη της πόλης, ο Ράσελ, επιστρέφει σπίτι του αφού εξέτησε την επταετή φυλάκισή του, όταν επτά χρόνια πριν σκότωσε κάποιον ενώ οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλ. Οι διαδρομές των δύο ανθρώπων θα ενωθούν και η ζωή φαίνεται να τους δίνει ευκαιρία να εξιλεωθούν, ο καθένας για τα δικά του πάθη.

 Καθαρό, ήπιων τόνων, δράμα, από αυτά που συναντάς στον ανεξάρτητο Αμερικανικό κινηματογράφο. Τα πρώτα λεπτά της ταινίας είναι αρκετά σκληρά καθώς δείχνουν την απόγνωση της πρωταγωνίστριας, μιας άστεγης που προσπαθεί να βρει χρήματα για να συντηρήσει το ανήλικο παιδάκι που έχει μαζί της ενώ παρακολούθουμε στην οθόνη μας κι έναν βιασμό. Γενικά η σύσταση των πρωταγωνιστών στον θεατή βοηθά στο να καταλάβει αρκετά από αυτά που χρειάζεται. Ωστόσο, δυστυχώς η αφήγηση της Κρόκερ και η ανάλυση χαρακτήρων από εκεί κι έπειτα δεν έχει την ίδια επίδραση. Βλέπεις ανθρώπους οι οποίοι πραγματικά είναι κατεστραμένοι και μπορείς να το νιώσεις, όμως όχι χάρη στο σενάριο και την αφήγηση αλλά κυρίως χάρη στις ερμηνείες της πλειοψηφίας των ηθοποιών.

 Το Desperation Road κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στο διαδίκτυο και σε ελάχιστες αίθουσες στην Αμερική. Από εκεί καταλαβαίνεις ότι η εταιρεία παραγωγής δεν είχε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της ταινίας αλλά πάντα έχεις τις επιφυλάξεις σου να δεν δεις ο ίδιος με τα μάτια σου. Εδώ λοιπόν δεν κατάφερα να βρω ένα διαμαντάκι όπως ήλπιζα αλλά ένα αδύναμο δράμα χαρακτήρων.


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

11.11.22

Balle Perdue 2 [Lost Bullet 2] (2022) Review


ΧΑΜΕΝΗ ΣΦΑΙΡΑ 2

Lost Bullet 2 Review
Δράσης, Αστυνομική
Διάρκεια: 98'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Σίκουελ από το πουθενά μας ήρθε στο Νέτφλιξ! Πόσοι θυμάστε το Lost Bullet που κυκλοφόρησε το 2020; Όχι πολλοί φαντάζομαι και δικαιολογημένα μπορώ να πω. Ήταν μια συμπαθητική μεν , μέτρια δε αστυνομική ταινία δράσης, Γαλλικής παραγωγής, που απ' ότι φαίνεται πρέπει να έφερε κάποια έσοδα στην εταιρεία και για αυτό αποφάσιστηκε να προχωρήσουν στη συνέχεια της ιστορίας.

 Η ταινία συνεχίζει την ιστορία, αρχικά έξι μήνες και στην πορεία ένα χρόνο μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας. Ο Λίνο, ο ιδιοφυής μηχανικός αυτοκινήτων, εργάζεται για την αστυνομία πια και έχει καταλαγιάσει πλέον μέσα του το πάθος της εκδίκησης για το φόνο του αδερφού του. Μια στημένη όμως δουλειά μέσα από την αστυνομία, φέρνει τον Λίνο αντιμέτωπο με ένα μυστικό, που γνώριζαν ελάχιστοι στο σώμα. Ο δολοφόνος του αδερφού του είναι ζωντανός και βρίσκεται σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Η αστυνομία παίρνει πληροφορίες από αυτόν για διακινητές ναρκωτικών με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Ο Λίνο θα βρεθεί ξανά στο δρόμο, κυνηγός αλλά και κυνηγημένος.

 Αυτό που έκανε πολύ καλά η πρώτη ταινία ήταν η απεικόνιση της δράσης. Μιλώντας για δράση, αναφέρομαι σε μάχες σώμα με σώμα και κυρίως στα κυνηγητά με αυτοκίνητα. Εδώ λοιπόν φροντίζει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη δράση και τα πάει περίφημα. Δεν αναλλώνεται ιδιαίτερα στο δραματικό κομμάτι αλλά δίνει χώρο στον πρωταγωνιστή της να δείξει το ταλέντο του τόσο πίσω από το τιμόνι όσο και πίσω από τις γροθιές του.

 Οι συντελεστές παραμένουν ίδιοι, με μόνη διαφορά ότι το σενάριο εδώ έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου ο σκηνοθέτης, Γκιγιόμ Πιερέ, ο οποίος δίνει ρέστα με την κινηματογράφηση των κυνηγητών. Δεν κάνει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί αλλά η κίνηση της κάμερας και η συμμετοχή της στα κυνηγητά δίνει πολύ ενέργεια. Το σενάριο του Πιερέ, όταν κάνει μικρές παύσεις στη δράση, έχει τα θεματάκια του αλλά ευτυχώς δεν επικεντρώνεται εκεί η ταινία του. Είναι μια ταινία εκδίκησης που δεν πατάει σχεδόν καθόλου φρένο και παρότι στις περισσότερες ταινίες αυτό κουράζει, εδώ δούλεψε πολύ καλά και πέρασε η ώρα πολύ εύκολα.

 Αν δεν έχετε δει την πρώτη ταινία, μην σας απασχολεί. Μπορείς να καταλάβεις πολύ γρήγορα τι συμβαίνει, μπορείς να κατανοήσεις τους (περισσότερους) χαρακτήρες. Είναι σίγουρα μια από τις καλύτερες ταινίες δράσης που θα βρεις στην πλατφόρμα του Νέτφλιξ και αν είσαι φίλος του είδους και δεν έχεις πρόβλημα με τον Γαλλικό κινηματογράφο τότε το Lost Bullet 2 είναι για σένα!

 


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

3.8.22

A Score To Settle (2019) Review

 

ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ

A Score To Settle Review Cinenoxos
Δραματική, Περιπέτεια, Δράσης, Θρίλερ

Διάρκεια: 103'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Η παράλληλη διπλή σταδιοδρομία του Νίκολας Κέιτζ είναι γνωστή και έχουμε αναφερθεί ουκ ολίγες φορές σε αυτή. Στη μία πορεία ο Νίκολας παίζει σε καλές ταινίες και δίνει στιβαρές ερμηνείες, στην άλλη πορεία παίζει σε κακές ή τουλάχιστον περίεργες ταινίες και φροντίζει να δείξει ότι ακόμα κι εκεί παραμένει ένας ευφυής ηθοποιός. Η παραγωγή του 2019, A Score to Settle, ενώ σε προϊδεάζει για μια ταινία που ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, τελικά δεν μπορείς να την τοποθετήσεις ακριβώς εκεί αλλά κάπου στη μέση των τρελών επιλογών του Κέιτζ.

 Ο Φρανκ Κάρβερ βγαίνει μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια από τη φυλακή. Πριν τη φυλακή, ο Φρανκ δούλευε για έναν μαφιόζο και παρότι καμία δουλειά δεν είναι ντροπή, κάπου μέσα του μάλλον κι αυτός ήξερε ότι δεν μπορεί να έχει καλή κατάληξη αυτή η ενασχόλησή του. Το αφεντικό του του φόρτωσε έναν φόνο που δεν διέπραξε και ο Φράνκ κατέληξε φυλακισμένος και με χρόνιο πρόβλημα αϋπνίας, το οποίο τον οδηγεί αργά και σταθερά στον θάνατο. Μόνη παρηγοριά του, ο γιος του που είναι ο μόνος που τον περιμένει κατά την αποφυλάκισή του. Η σύζυγος του Φρανκ έχει "φύγει" μερικά χρόνια πριν. Οι δυο τους τώρα προσπαθούν να φτιάξουν τη σχέση τους και να περάσουν όσο περισσότερο χρόνο μαζί αλλά ο Φρανκ δεν ησυχάζει αν δεν πάρει εκδίκηση κι έτσι κάθε βράδυ φροντίζει να επισκέπτεται ένα ένα τα μέλη της παλιάς συμμορίας του.

 Μπορεί αρχικά η ταινία να φαίνεται σαν μια τυπική περιπέτεια από αυτές που γυρίζει με το τσουβάλι ο Κέιτζ και που οι περισσότερες πάνε κατευθείαν σε ψηφιακά μέσα αλλά δεν είναι ακριβώς αυτό. Είναι περισσότερο ένα δραματικό θρίλερ εκδίκησης, το οποίο εκτός του ότι δίνει λίγο υλικό στον πρωταγωνιστή του να παίξει, κρατάει και κάποιες ανατροπές για το τέλος του. Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι να φτάσει στις ανατροπές εμφανίζεται άνισο. Έχει καλές στιγμές, όχι δράσης αλλά κυρίως διαλόγων ανάμεσα στον Κέιτζ και τον γιο του, έχει όμως και αρκετά σημεία τα οποία μοιάζουν πρόχειρα γραμμένα και γυρισμένα. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα θα χάσει αρκετό από το ενδιαφέρον σας πριν καλά καλά φτάσει στα μέσα της διάρκειάς του. Αν ωστόσο καταφέρεις και ξεπεράσεις το πρώτο μισό της ταινίας τότε δεν αποκλείεται το φινάλε, η ανατροπές και η προσέγγιση του Κέιτζ να σε συγκινήσουν. Κράτα μικρό καλάθι όμως και πάλι.

 


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

23.6.22

Fire Down Below (1997) Review

 

ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΓΗ

Δράσης, Αστυνομική,

Διάρκεια: 106'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Πίσω στο 1997, ο Στίβεν Σιγκάλ ήταν ακόμα σχετικά υπολογίσιμο όνομα στο Χόλιγουντ. Στο κοινό άρεσε να βλέπει τον Κοτσίδα να δέρνει κόσμο, στον Κοτσίδα άρεσε να δέρνει κόσμο, στις εταιρείες παραγωγής άρεσε οτιδήποτε έφερνε λεφτά στα ταμεία τους άρα κατ' επέκταση τους άρεσε που ο Κοτσίδας έδερνε κόσμο, άρα όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Εκτός ίσως από τους τύπους που ο Κοτσίδας έδερνε στις ταινίες του. Όπως και να 'χει πάντως, ο Στίβεν μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έφερνε χρήματα στα ταμεία. Το μόνο που φρόντιζε σε κάθε ταινία είναι να δέρνει κόσμο σε διαφορετικά μέρη και να υποδύεται κάθε φορά όσο καλύτερα μπορεί τον εαυτό του. Τα ονόματα του κάθε χαρακτήρα άλλαζαν και πολλές φορές και η ιδιότητα αλλά στην ουσία όλοι ήταν ο Στίβεν Σίγκαλ.

 Το 1997 λοιπόν, ο Στίβεν αποφασίζει να δείρει κόσμο στον Αμερικανικό Νότο κάπου στα Απαλάχια Όρη, πρωταγωνιστώντας στο Fire Down Below, την ταινία που σηματοδότησε την αρχή της κατηφόρας, για την κινηματογραφική του καριέρα. Αν υποθέσουμε ότι χρειάζεται να ξέρετε κάτι για την υπόθεση της ταινίας, θα πούμε απλά ότι ο Σιγκάλ υποδύεται (τρόπος του λέγειν) έναν ομοσπονδιακό πράκτορα, που αναζητώντας τον υπεύθυνο για την δολοφονία πολύ καλού φίλου και συνεργάτη του, οδηγείται στην ανακάλυψη μιας τεράστιας οικολογικής καταστροφής, για την οποία ευθύνονται οι βρωμοδουλειές μιας μεγάλης εταιρείας, η οποία μολύνει με τοξική απόβλητα τα νερά μιας κοινότητας στα Απαλάχια όρη. Για τους πιο μυημένους και μεγαλωμένους στη δεκαετία του '90, η περιγραφή της υπόθεσης θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο απλή: "Είναι η ταινία που ο Σιγκάλ, γυρίζει με ένα κόκκινο φορτηγάκι, το παίζει ξυλουργός, πιάνει δύο κροταλίες στον αέρα και δέρνει κόσμο".

 Παρότι η ταινία είναι θεωρητικά μια από τις μεγάλες αποτυχίες του Σιγκάλ, ομολογώ ότι διασκεδαστική την βρήκα. Έχει μερικές καλές σκηνές δράσης, όπως αυτή που ένα φορτηγό καταδιώκει το φορτηγάκι του Στίβεν, η οποία σκηνή σε κάνει να εκτιμήσεις εκείνες τις εποχές που αληθινά οχήματα έπεφταν από γκρεμούς και γίνονταν κομμάτια. Έχει και καλογυρισμένες σκηνές μονομαχιών σώμα με σώμα και τον Κοτσίδα να βρίσκεται σε σχετικά καλή φόρμα ακόμα, σηκώνοντας και το πόδι του που και που. Κι αν πρέπει να βρω κι ένα θετικό ακόμα αυτό είναι η κινηματογράφηση της Αμερικανικής υπαίθρου. Υπάρχουν πλάνα που αποτυπώνουν το μεγαλείο της άγριας φύσης της περιοχής!

 Γενικότερα βέβαια το φιλμ έχει θέματα και μην ακούσω αστειάκια του στιλ "βασικότερο πρόβλημα είναι ότι έχει πρωταγωνιστή τον Σιγκάλ". Η ταινία μοιάζει να μην έχει συνοχή, όχι σεναριακά αλλά σε ότι αφορά την ακολουθία των πλάνων της. Φαίνεται να έχει υπάρξει βιαστικό μοντάζ, με ελπίδα ίσως να χωρέσουν όσο γίνεται περισσότερα πράγματα στα 105 λεπτά διάρκειας. Έχει επίσης ένα ακόμα αποτυχημένο ρομάντζο, πράγμα σύνηθες στις ταινίες του Κοτσίδα, καθώς ούτε με την γυναίκα του δεν είχε κινηματογραφική χημεία (Hard to Kill), πόσο εύκολο είναι να έχει με οποιαδήποτε άλλη ηθοποιό. Υπάρχουν επίσης εδώ ηθοποιοί όπως ο Χάρι Ντιν Στάντον, ο Στίβεν Λανγκ και ο Κρις Κριστόφερσον, οι οποίοι ελάχιστα αξιοποιούνται.

 Το Fire Down Below έρχεται λίγα χρόνια πριν ο Σιγκάλ ακολουθήσει τον φτωχικό δρόμο της αγοράς του βίντεο/ dvd. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 2000 χάνεται εντελώς η αίγλη του Χολιγουντιανού αστέρα και ακολουθεί πια μια καριέρα σε αμέτρητες βιντεοπαραγωγές, η πλειοψηφία των οποίων απλώς "δεν βλέπεται". Μπροστά σε αυτές, το Fire Down Below φαντάζει εξαιρετικό αλλά αυτό προφανώς δεν αποτελεί κατάλληλο μέτρο σύγκρισης. Στην πραγματικότητα έχουμε μια τυπικής φόρμας ταινία δράσης της δεκαετίας του 1990. Μέτρια μεν, διασκεδαστική δε υπό προϋποθέσεις.


 

 

 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

17.5.22

The Takedown (2022) Mini Review

 

ΟΙ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΙ 2

The Takedown Review
Αστυνομική,Κωμωδία, Δράσης
Διάρκεια: 119'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο Όμαρ Σι και ο Λοράν Λαφίτ, ο πρώτος ίσως λίγο πιο αναγνωρίσιμος παγκοσμίως, επιστρέφουν σε ρόλους που υποδύθηκαν το 2012, στην ταινία Οι Αταίριαστοι. Αστυνομική κωμωδία, όπου σας δίνω λίγο χρόνο να μαντέψετε την υπόθεσή της... Για να δούμε τώρα πόσοι μάντεψαν σωστά! Ο Σι και ο Λαφίτ υποδύονται δύο αταίριαστους αστυνομικούς που συνεργάζονται για να λύσουν μια υπόθεση! Δέκα χρόνια μετά λοιπόν, το Νέτφλιξ χρηματοδοτεί τη συνέχεια αυτής της ταινίας, την οποία δεν χρειάζεται να έχετε παρακολουθήσει για να δείτε και τη συνέχειά της.

 Οι αστυνομικοί Ντιακιτέ και Μονζ συνεργάζονται αναγκαστικά σε μια υπόθεση φόνου, που τους οδηγεί σε μια Γαλλική κωμόπολη. Κάτι που αρχικά φαίνεται σαν εμπόριο ναρκωτικών εξελίσσεται σε κάτι που αν πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο, ακόμα και για ολόκληρη τη χώρα.

 Η ταινία γυρίστηκε την περίοδο της προεκλογικής περιόδου στη Γαλλία, στην οποία θυμίζουμε ότι κύριοι αντίπαλοι ήταν ο Μακρόν και η ΛεΠεν, εκπρόσωπος της ακροδεξιάς. Η ταινία λοιπόν μέσα στο χαλαρό της πλαίσιο θίγει το θέμα των ακροδεξιών στοιχείων που φαίνεται να εξαπλώνονται στη χώρα και στήνει μια ιστορία γύρω από αυτό το θέμα.

 Γενικά είναι ευχάριστη η ταινία που σκηνοθετεί ο έμπειρος στο σινεμά δράσης Λουί Λετεριέ (The Incredible Hulk). Κυνηγητά, μάχες σώμα με σώμα αλλά και πολλές δόσεις χιούμορ, το οποίο βασίζεται στη χημεία των δύο πρωταγωνιστών αλλά και στην κωμική φλέβα που φαίνεται να διαθέτει έκαστος. Μιλάμε κοινώς για ένα κλασικό buddy movie, που ναι μεν δεν προσφέρει κάτι καινούριο, δεν δείχνει όμως σε καμιά περίπτωση να γυρίστηκε χωρίς καλή διάθεση. Αρκετή ενέργεια λοιπόν στην οθόνη και μπόνους μερικά ωραία πλάνα της Γαλλικής επαρχίας!



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr



2.2.21

Below Zero [Bajocero] (2021) Review

BELOW ZERO
ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΟ ΜΗΔΕΝ

Περιπέτεια, Δράσης, Αστυνομική,
Θρίλερ


Σκηνοθεσία:Lluís Quílez

Σενάριο:Fernando Navarro,Lluís Quílez
Πρωταγωνιστούν:Javier Gutiérrez,
Karra Elejalde,Luis Callejo,
Andrés Gertrúdix,Isak Férriz

Διάρκεια: 106'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

Τα υλικά που χρειάζονται για να φτιάξεις μια καλή περιπέτεια δεν είναι ιδιαιτέρως δύσκολο να τα βρεις. Το κόλπο είναι στην μίξη των συστατικών, ώστε να έχεις το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αν δεν μπορείς να χειριστείς πολλά υλικά, τότε το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις στα λίγα και να φροντίσεις να τα δέσεις όσο καλύτερα μπορείς. Μπορεί το τελικό σου αποτέλεσμα να μην φέρει νεωτερισμούς αλλά δεν είναι πάντα το ζητούμενο αυτό για το θεατή. Ωραία τα ψηφιακά και μηχανικά εφέ, ωραίες οι εκρήξεις και τα κυνηγητά αυτοκινήτων! Δεν είναι όμως όλα αυτά απαραίτητα για να φτιάξεις μια δυναμική περιπέτεια και η απόδειξη έρχεται με τη νέα Ισπανική παραγωγή, Bajocero, η οποία έχει σε ένα βαθμό κάποια από τα παραπάνω αλλά δεν είναι αυτά το ατού της. Το βασικό συστατικό της είναι οι χαρακτήρες και η αλληλεπίδραση αυτών.
 Κλέφτες και αστυνόμους έχουμε εδώ. Κρατούμενοι που μεταφέρονται από τη μια φυλακή στην άλλη, μέσα από έναν ερημικό δρόμο, τη νύχτα με τις πιο χαμηλές θερμοκρασίες των τελευταίων ετών στην Ισπανία, βρίσκονται στο στόχαστρο μιας μυστηριώδης φιγούρας που φαίνεται να ανοιχτούς λογαριασμούς με κάποιον από αυτούς. Στη μέση των πυρών βρίσκεται ο οδηγός του οχήματος μεταγωγών, που καλείται να τα βγάλει πέρα με τους κρατούμενους, τη μυστηριώδη φιγούρα και τις υπό του μηδενός θερμοκρασίες, αφού το φορτηγό βρίσκεται ακινητοποιημένο στη μέση του πουθενά.
Μεγάλο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο πίσω μέρος του οχήματος μεταγωγών, με τη μυστηριώδη φιγούρα να πολιορκεί όσους βρίσκονται μέσα και σίγουρα αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι της ταινίας. Η αντίδραση των πολιορκημένων, οι μικρές ιστορίες τους αλλά και οι αντιδράσεις τους που σε βοηθούν να κατανοήσεις τους χαρακτήρες, οδηγούν βήμα βήμα στο λυτρωτικό (;) φινάλε. Εκεί ξεκαθαρίζει λίγο παραπάνω ο ψυχισμός του βασικού πρωταγωνιστή μας και μπορούμε να αποδεχτούμε με μεγαλύτερη ευκολία τη συμπεριφορά του. 
Ο εξαιρετικός Ισπανός ηθοποιός, Χαβιέρ Γκουτιέρεζ, υποδύεται εδώ τον αστυνομικό και οδηγό του οχήματος. Γήινος και όχι χολιγουντιανός σούπερ αστυνομικός, ο χαρακτήρας του Γκουτιέρεζ είναι αυτός που το κοινό μπορεί εύκολα να ταυτιστεί. Τρώει ξύλο, τραυματίζεται και κάνει λάθη.
 Πολύ καλός ρυθμός και καλές ερμηνείες σε τούτη την Ισπανική ταινία δράσης που σε κάνει να αφήσεις στην άκρη τις ενστάσεις σου και να προχωρήσεις παρακάτω. Χωρίς φανφάρες και χωρίς θεαματικές σκηνές δράσης που σου κόβουν την ανάσα, αλλά με αρκετό σασπένς, το Bajocero είναι μια αξιοπρεπέστατη περιπέτεια με λίγο μελαγχολική κατάληξη. Δεν τελειώνουν πάντα οι αστυνομικές περιπέτειες με τη σύλληψη του κακού και το θρίαμβο του καλού.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων




20.8.20

Lethal Weapon 4 (1997) Review

Είδος: Περιπέτεια, Δράσης

Η δράση, όμως, το χιούμορ και η χημεία των Γκίμπσον - Γκλόβερ, οι γρήγορες ταχύτητες και το αρκετά ενδιαφέρον σενάριο στο κομμάτι της αστυνομικής ιστορίας, δε σε αφήνουν να διαμαρτυρηθείς.


ΦΟΝΙΚΟ ΟΠΛΟ 4
Σκηνοθεσία:Richard Donner
Σενάριο:Channing Gibson,
Jonathan Lemkin,Alfred Gough,
Miles Millar
Παίζουν:Mel Gibson,
Danny Glover,Joe Pesci
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Βρισκόμαστε έντεκα χρόνια μετά το πρώτο Φονικό Όπλο. Η σειρά ταινιών έχει αγαπηθεί ιδιαίτερα απ' το κοινό αλλά και από τους βασικούς συντελεστές, κάτι που βγαίνει και σε αυτό το τελευταίο φιλμ κι ας γυρίστηκε έξι χρόνια μετά το τρίτο μέρος. Νομίζω μάλιστα ότι αυτό είναι το πιο αδικημένο φιλμ, τουλάχιστον από τη μεγάλη μερίδα των κριτικών της εποχής.
 Το μόνο πρόβλημα που βρήκα στο φιλμ είναι ότι προσπαθεί να ακολουθήσει δύο θεματικές, οι οποίες το κόβουν, κατά κάποιο τρόπο στα δύο. Η μία θεματική είναι αυτή που απευθύνεται στους φίλους της σειράς και ασχολείται με τα πιο προσωπικά, οικογενειακά τους θέματα και η άλλη θεματική είναι αυτή που ακολουθεί την αστυνομική ιστορία που πρέπει να πει το φιλμ. Ήθελε λοιπόν ο Ντόνερ να κλείσει το κεφάλαιο Φονικό Όπλο και να περάσει το φιλικό, οικογενειακό κλίμα που δημιουργήθηκε σιγά σιγά στα γυρίσματα των τεσσάρων ταινιών. Εκεί λοιπόν θεωρώ ότι χάνει πόντους η ταινία, γιατί νιώθεις ότι παρακολουθείς επεισόδιο τηλεοπτικής αστυνομικής σειράς.
 Ο Ριγκς και ο Μέρτο εδώ πρέπει να αντιμετωπίσουν τις Κινεζικές Τριάδες, που προσπαθούν να απελευθερώσουν τον αρχηγό τους  από τη φυλακή ενώ φέρνουν δεκάδες πρόσφυγες παράνομα στη χώρα, για να τους χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς τους. Εννοείται ότι οι δύο αστυνομικοί πέφτουν τυχαία πάνω σε ένα σκάφος που μετέφερε λαθραία μετανάστες κι έτσι μπλέκονται στην υπόθεση, όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και προσωπικά καθώς ο Μέρτο αποφασίζει να δώσει καταφύγιο σε μια οικογένεια Κινέζων, με αποτέλεσμα να δεθεί μαζί τους. Παράλληλα τρέχουν και τα προσωπικά δράματα των πρωταγωνιστών, με τον Μέρτο να ετοιμάζεται να γνωρίσει τον μελλοντικό σύζυγο της κόρης του και τον Ριγκς να γίνεται μπαμπάς, από μέρα σε μέρα.
 Όλα τα γνωστά ονόματα επιστρέφουν εδώ και προστίθενται δύο ακόμα βασικοί παίκτες. Ο Κρις Ροκ, ως ο μελλοντικός γαμπρός του Γκλόβερ, και ο Τζετ Λι, ως ο κακός της υπόθεσης. Φυσικά την παράσταση κλέβει ο τελευταίος, με τις ικανότητές του στο σινεμά δράσης και με έναν Ρίτσαρντ Ντόνερ που τον στηρίζει απόλυτα, κινηματογραφώντας τις σκηνές δράσης με πάρα πολύ ενέργεια, παρά τα 68 του χρόνια, και με πολύ διαφορετικό τρόπο από τον συνηθισμένο του, έχοντας προφανώς δίπλα του τον εξαιρετικό διευθυντή φωτογραφίας, Αντρέι Μπαρτκόβιακ, αλλά κι έναν πρωταγωνιστή που ξέρει πάρα πολύ καλά τι πρέπει να κάνει σε κινηματογραφικές μάχες σώμα με σώμα.
 Δε βρίσκω ιδιαίτερα προβλήματα στην ταινία πέρα από αυτό που ανάφερα παραπάνω για τις δύο θεματικές, που δε μου λειτούργησαν υπέρ του τελικού αποτελέσματος. Η δράση, όμως, το χιούμορ και η χημεία των Γκίμπσον - Γκλόβερ, οι γρήγορες ταχύτητες και το αρκετά ενδιαφέρον σενάριο στο κομμάτι της αστυνομικής ιστορίας, δε σε αφήνουν να διαμαρτυρηθείς. Δεν υπάρχει σίγουρα το γράψιμο των δύο πρώτων ταινιών αλλά βρισκόμαστε ένα κλικ πάνω από την τρίτη ταινία της σειράς. Μ' αυτά και μ' αυτά, το Φονικό Όπλο είναι ίσως η πιο αξιοπρεπής σειρά αστυνομικών ταινιών που έχω δει μέχρι σήμερα. Δύο πρώτες εξαιρετικές περιπέτειες, μια τρίτη που αναμασάει τα ίδια αλλά που κρατάει τα στάνταρ ψηλά και μια τέταρτη που δίνει έμφαση στη δράση, τις θεαματικές καταδιώξεις και τις μάχες σώμα με σώμα, εκμεταλλευόμενη την παρουσία του Τζετ Λι στο καστ.
 





Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn
IMDb