Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα crime. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα crime. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.4.26

Hero and The Terror (1988) Action Heroes Review

 

Ο ΗΡΩΑΣ ΚΑΙ Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ

Hero and the terror 1988 movie review
Δράσης, Αστυνομική, Ψυχολογικό Θρίλερ

Διάρκεια: 96'




Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Βρισκόμαστε στο 1988, εποχή που ο Τσακ Νόρις είναι ακόμα αρκετά μεγάλο όνομα μεν αλλά που φαίνεται ότι αρχίζει μια καμπή στη δυναμική του στα ταμεία. Έχει ήδη κάνει τεράστιες επιτυχίες με τις ταινίες Missing in Action (1985), Code of Silence (1985), Invasion USA (1985) και Delta Force (1986) όμως τα νούμερα σιγά-σιγά αρχίζουν να πέφτουν. Το 1988 λοιπόν είναι η χρονιά που ο Τσακ θα βρεθεί με δύο ταινίες στους κινηματογράφους. Το τρίτο μέρος του Missing in Action δεν καταφέρνει να φέρει πίσω τα χρήματα που κόστισε στην παραγωγή ενώ το ίδιο συμβαίνει και με το Hero and The Terror, μια ακόμα ταινία μετά το Code of Silence, που ο Νόρις προσπάθησε να "παίξει" λίγο παραπάνω. Αν με ρωτάς αν τα κατάφερε, μπορώ να σου απαντήσω μόνο ότι πραγματικά φαίνεται η προσπάθειά του. Εμφανίζεται πιο χαλαρός μπροστά στην κάμερα αλλά να αποδώσει σε βάθος τον τραυματισμένο ψυχολογικά αστυνομικό δεν το καταφέρνει πολύ καλά. Είναι ωστόσο κακή ταινία το Hero and The Terror; Όχι! Δεν είναι κάτι πάρα πολύ καλό αλλά είναι συμπαθητικό ψυχολογικό/ αστυνομικό θρίλερ και μια αξιόλογη προσπάθεια από τον Τσακ Νόρις να δείξει ότι μπορεί να ερμηνεύσει κάτι παραπάνω από έναν λιγομίλητο εκδικητή.

 Ο Νόρις υποδύεται τον αστυνομικό Ντάνι Ο'Μπράιεν, ο οποίος έχει κερδίσει το προσωνύμιο του Ήρωα καθώς κατάφερε μετά από μάχη που θα μπορούσε να κοστίσει τη ζωή του, να συλλάβει τον ψυχοπαθή κατά συρροήν δολοφόνο, Σάιμον Μουν, γνωστό και ως Τρόμο (Terror). Μερικά χρόνια μετά τη σύλληψή του, ο Σάιμον Μουν καταφέρνει να αποδράσει από το άσυλο και ο Ο'Μπράιεν, ο οποίος δεν έχει ξεπεράσει ακόμα τα ψυχολογικά τραύματα που του άφησε η αναμέτρηση με τον δολοφόνο, πρέπει να τον βρει και πάλι και να βάλει ένα τέλος.

 Κάτι που γοήτευε πάντα στο Hero and The Terror ήταν η επιλογή να βάλουν τον δολοφόνο να κρύβεται στα υπόγεια ενός μεγάλου θεάτρου, άμεση αναφορά στο Φάντασμα της Όπερας. Ο Μουν κρύβεται εκεί και αρπάζει τα θύματά του ένα-ένα μέχρι τη στιγμή που ο Ο'Μπράιεν θα τον ανακαλύψει και θα αναμετρηθούν για τελευταία φορά. Κάτι που με παραξένευε στην ταινία ήταν η επιλογή να επιδείξει ο Τσακ τη ρομαντική του πλευρά (και την κωμική του καθώς τον βλέπουμε ακόμα και να λιποθυμά την ώρα που ετοιμάζεται να γεννήσει η σύντροφός του), με σκηνές όπως το δείπνο με τη σύντροφό του αλλά και την τελική σκηνή που αρπάζει έναν ιερέα στο διάδρομο του νοσοκομείου για να τους παντρέψει. Από την άλλη, βλέποντας ξανά την ταινία σήμερα, καταλαβαίνω ότι όλα αυτά κάνουν πιο αληθινό και πιο τρωτό του χαρακτήρα που υποδύεται ο Νόρις στην οθόνη, απλώς δεν έχει την ερμηνευτική ικανότητα να τα υποστηρίξει ικανοποιητικά.

 Το Hero and the Terror δεν είναι σίγουρα μια τυπική ταινία "Τσακ Νόρις". Έχει λιγότερα κλωτσομπουνίδια μεν, αρκετά δε για να ικανοποιηθούν οι φίλοι του Τσακ, ενώ η δράση με τη λόγικη των κυνηγητών και των πυροβολισμών είναι σαφώς λιγότερη για τα στάντρ του Νόρις. Έχει όμως ενδιαφέρον η αναμέτρηση με τον θηριώδη Terror, που υποδύεται ο επίσης θηριώδης Τζακ Ο'Χάλοραν (ο Νον του Σούπερμαν 2), που φαντάζει σαν μεταφυσική φιγούρα, φέρνοντας στο μυαλό άλλους κινηματογραφικούς φονιάδες, όπως ο Τζέισον Βόρχις και ο Μάικλ Μάγιερς. Έχει κάνει επίσης καλή δουλειά ο σκηνοθέτης μας, Γουίλιαμ Τάνεν, κρατώντας καλό ρυθμό σε όλη την ταινία καταφέρνοντας να συνδυάσει τη ρομαντική κομεντί με το αστυνομικό θρίλερ. Προφανώς δεν το κάνει με απόλυτη επιτυχία καθώ τότε θα μιλούσαμε άνετα για μια από τις κορυφαίες ταινίες του Τσακ, το κάνει όμως σε τέτοιο βαθμό που δίνει στο Hero and The Terror τον τίτλο της μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της φιλμογραφίας του Τσακ Νόρις.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι




27.3.26

Top Dog (1995) Action Heroes Review

 

ΕΝΑ ΑΧΤΥΠΗΤΟ ΔΙΔΥΜΟ

Top Dog Movie Review
Δράσης, Κωμωδία, Αστυνομική

Διάρκεια: 86'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Το 1989 οι Τομ Χανκς και Τζιμ Μπελούσι γυρίζουν έκαστος παρόμοιας θεματικής ταινίες. Ο πρώτος το Turner & Hooch και ο δεύτερος το Κ-9. Αστυνομικός συνεργάζεται με αστυνομικό σκύλο για διαλεύκανση εγκλήματος. Το 1995 ο Τσακ ο Νόρις αποφασίζει να γυρίσει τη σωστή εκδοχή αυτής της ταινίας και να στείλει τα γατάκια Χανκς και Μπελούσι για τσάι.

 Ένας αστυνομικός, συντροφιά με τον σκύλο συνεργάτη του, ανακαλύπτει ομάδα τρομοκρατών με ναζιστικές τάσεις. Οι τρομοκράτες τους αντιλαμβάνονται και αφού τους πυροβολούν, ξεφορτώνονται τα πτώματα στη θάλασσα. Έλα όμως που ο σκύλαρος, που ακούει στο όνομα Ρίνο, είναι ακόμα ζωντανός και επιστρέφει στη βάση του. Νέος συνεργάτης του θα είναι ο Τζέικ Γουάιλντερ, ένας σκληροτράχηλος (δεν το περιμένατε) αστυνομικός, που δουλεύει μόνος του και τίθεται συχνά πυκνά σε διαθεσιμότητα. Ο αρχηγός της αστυνομίας του αναθέτει την υπόθεση, γνωρίζοντας τις ικανότητές του. Το ζήτημα είναι ότι ο Τζακ που δεν είναι και δείγμα κοινωνικού ατόμου και φιλόζωου, πρέπει να κουβαλά μαζί του τον Ρίνο καθώς γνωρίζει τους υπόπτους και θα τον οδηγήσει σε αυτούς.

 Αρχικά πρέπει να πω ότι η ταινία ήταν πιο διασκεδαστική απ' ότι περίμενα. Ο Νόρις είναι πολύ χαλαρός και αποδίδει όχι μόνο στη δράση αλλά και στα χιουμοριστικά κομμάτια της ταινίας και αυτό ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη. Και η σκηνοθεσία του Άαρον Νόρις, αδερφού του Τσακ, είναι μια χαρά για το είδος της ταινίας, ένα χαλαρό buddy movie με ίσες δόσεις δράσης και κωμωδίας. Προφανώς δεν αποφεύγει κανένα κλισέ του είδους αλλά ποιος νοιάζεται. Εδώ έχουμε Τσακ που όχι μόνο δέρνει αλλά πετάει και αστειάκια!

 Το περίεργο με την ταινία είναι η επιλογή της θεματικής της. Έχεις μια ταινία που φαίνεται ότι θέλει να απευθυνθεί αρκετά και σε νεαρότερης ηλικίας κοινό, οπότε βάζεις ένα συμπαθητικό σκύλο στην υπόθεση που θα ταλαιπωρήσει τον ήρωα με τα καμώματά του. Όλα καλά μέχρι εδώ.  Πέφτουν λίγοι πυροβολισμοί και λίγο ξύλο παραπάνω αλλά είμαστε στη δεκαετία του 1990 και η έννοια της "φιλικής προς τα παιδιά" ταινίας είναι λίγο διαφορετική από αυτό που αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Περνάει λοιπόν κι αυτό. Αυτό όμως που οι αθεόφοβοι οι σεναριογράφοι έβαλαν απέναντι από τον Τσακ και τον σκύλο του ένα μάτσο τρομοκράτες, ναζιστές που επιχειρούν βομβιστικές επιθέσεις, δεν ξέρω ποιος αποφάσισε ότι ήταν καλή ιδέα. Βέβαια από την άλλη, ήταν μια καλή ευκαιρία για τον ήρωά μας να δείρει μερικούς ναζί, οπότε, μη μιλάτε γατάκια! Όλα τέλεια στο σενάριο!

 Η ταινία δεν πήγε καλά στα ταμεία (δεν σχολιάζω καν την κριτική αποδοχή) καθώς δεν έφερε ούτε τον προϋπολογισμό της πίσω. Έπαιξε ρόλο βέβαια και μια πραγματική τρομοκρατική επίθεση που έγινε στην Οκλαχόμα, εννέα μέρες πριν κυκλοφορήσει η ταινία, αλλά δεν θεωρώ ότι θα είχαμε μεγάλες αποκλίσεις στο box office. Σήμερα πάντως η ταινία βλέπεται αρκετά εύκολα, ένα Σάββατο μεσημεράκι που θέλεις να χαλαρώσεις στον καναπέ σου και λέω ξανά, κλείνοντας, ότι δεν είναι τόσο κακή όσο νομίζεις. Δεν είναι υπόδειγμα σεναρίου και σίγουρα ο Άαρον Νόρις δεν είναι σκηνοθέτης που ξέρει να χειριστεί καλά το είδος αλλά κάπως το όλο σύνολο δουλεύει σχετικά καλά.


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



19.4.25

A Force of One (1979) Action Heroes Review

 

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ

Δράσης- Θρίλερ

Διάρκεια: 95'




Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Βρισκόμαστε στο 1979, ο Τσακ Νόρις επιστρέφει στον τρίτο πρωταγωνιστικό του ρόλο και ακόμα δεν λέει να καταλάβει τι είναι αυτό που τον κρατάει μακριά από το μεγάλο κινηματογραφικό του ξέσπασμα. Το μούσι, Τσακ. Αυτό το αδιαπέραστο, υπέροχο, αψεγάδιαστο μούσι σου!

 Αυτή η τρίτη προσπάθεια του Νόρις να γίνει κινηματογραφικός αστέρας τον βρίσκει λίγο περισσότερο μέσα στο στοιχείο του, καθώς υποδύεται έναν πρωταθλητή του καράτε. Όταν δύο μυστικοί αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών θα βρεθούν νεκροί κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, τα στοιχεία οδηγούν σε έναν εκτελεστή με γνώσεις πολεμικών τεχνών, ο οποίος θα αφήσει κι άλλα θύματα στο διάβα του. Τι σκέφτεται λοιπόν να κάνει το Αστυνομικό Σώμα; Για να προστατέψει τα μέλη του, ζητά τη βοήθεια του πρωταθλητή καράτε, Ματ Λόγκαν. Ο Λόγκαν πρέπει να εκπαιδεύσει τους αστυνομικούς ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις του μασκοφόρου εκτελεστή. Η υπόθεση όμως θα εξελιχθεί σύντομα σε πιο προσωπική για τον Ματ.

 Σε σχέση με το προηγούμενο φιλμ του Τσακ, Οι Μάγκες Φοράνε Μαύρα, εδώ έχουμε κάτι που είναι πιο ικανοποιητικό από σχεδόν όλες τις απόψεις. Υπάρχει καλύτερο σενάριο, υπάρχει ροή πιο ενδιαφέρουσα, υπάρχει (κι εδώ ) καλό επιτελείο ηθοποιών γύρω από τον ακόμα άπειρο πρωταγωνιστή και έχει γίνει προσπάθεια να δώσουν περισσότερο χώρο σε αυτό που μπορεί να κάνει καλά ο Τσακ Νόρις.

 Σκηνοθέτης εδώ αναλαμβάνει ο Πολ Άαρον, όταν ο Τεντ Ποστ που είχε σκηνοθετήσει την προηγούμενη ταινία του Νόρις, δηλώνει ότι δεν μπορεί να αναλάβει λόγω άλλων υποχρεώσεων. Ο Άαρον, σε αντίθεση με τον Ποστ, δεν έδωσε ποτέ καμία μεγάλη ή έστω πολύ καλή ταινία. Το A Force of One ήταν μάλιστα η δεύτερη σκηνοθετική του δουλεία στον κινηματογράφο, ήταν όμως ήδη καταξιωμένος θεατρικός σκηνοθέτης. Ο Άαρον φαίνεται να κατανοεί ότι πρέπει να δώσει περισσότερο χώρο στον Νόρις να κάνει πράγματα με την πολεμική του τέχνη ωστόσο η ματιά του μοιάζει περισσότερο "τηλεοπτική". Φροντίζει όμως να στήσει την κάμερα απέναντι από τους ηθοποιούς/ αθλητές στις σκηνές μάχης και να δώσει ξεκάθαρη εικόνα στο θεατή. 

 Το σενάριο έχει γράψει ο φίλος και μαθητής του Τσακ Νόρις, Πατ Ε. Τζόνσον, ο οποίος έχει μια αρκετά αξιόλογη πορεία τόσο στο χώρο των πολεμικών τεχνών αλλά και στον κινηματογράφο ως συντονιστής σκηνών μάχης (stunt coordinator) σε ταινίες όπως τα Karate Kid, Teenage Mutant Ninja Turtles και Mortal Kombat. Το σενάριο του Τζόνσον κλήθηκε να "συμμαζέψει" λίγο ο έμπειρος Έρνεστ Τάιντιμαν, ο οποίος το 1972 κέρδισε το Όσκαρ καλύτερου σεναρίου για το εκπληκτικό The French Connection του Γουίλιαμ Φρίντκιν. Αυτό που φαίνεται να κέρδισε η ταινία από την ανάμιξη του Τάιντιμαν είναι η κάπως πιο προσεγμένη ανάπτυξη μερικών χαρακτήρων.

 Γύρω από τον Τσακ τοποθετούνται αρκετά καλοί ηθοποιοί. Πρώτο όνομα μάλιστα, πάνω από του Νόρις, μπαίνει η Τζένιφερ Ο'Νιλ με ήδη αρκετά μεγάλες συνεργασίες στη φιλμογραφία της. Η Ο'Νιλ φαίνεται να βοηθά αρκετά τον Νόρις να αποδώσει λίγο καλύτερα σε σκηνές μαζί της (όσο καλύτερα μπορούσε να αποδώσει ο Νόρις εκείνης της περιόδου). Ο Κλου Γκούλαγκερ είναι ένα επίσης σημαντικό όνομα, ηθοποιός με μεγάλη καριέρα ήδη πίσω του, κυρίως τηλεοπτική, ο οποίος όμως στις νεότερες γενιές θα μείνει γνωστός για το ρόλο του στο Return of The Living Dead αλλά και αρκετές συμμετοχές σε ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 1980 όπως το δεύτερο  A Nightmare on Elm Street αλλά και το πάρα πολύ καλό The Hidden. Γενικά το επιτελείο ηθοποιών στο A Force of One είναι αρκετά καλό ικανό να στηρίξει τον άκαμπτο πρωταγωνιστή.

 Ο ίδιος ο Νόρις έχει δηλώσει ότι στην τρίτη πρωταγωνιστική δουλειά του ένιωσε να είναι δέκα φορές καλύτερος σε σχέση με την προηγούμενη ταινία του. Δεν φαίνεται τόσο μεγάλη διαφορά εδώ που τα λέμε αλλά μια βελτίωση υπάρχει. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα του δίνουν αρκετό διάλογο. Του ζητείται να δώσει λίγο συναίσθημα παραπάνω σε μια συγκεκριμένη σκηνή, σκληρή και κλειδί για την συνέχεια της ταινίας αλλά δεν το έχει ο Τσακ. Όταν βλέπεις νεκρό μπροστά σου τον θετό γιο σου, δεν μπορεί η αντίδραση να είναι αυτή που έχει ο Νόρις εδώ. Πόσο μάλλον όταν η σκηνή αυτή χρησιμοποιείται ως έναυσμα για τον ίδιο στην αναζήτηση εκδίκησης. Η συνέχεια ωστόσο και η τελική σκηνή μονομαχίας με τον Μπιλ Γουάλας είναι αρκετά καλή.

 Δεν είμαστε ακόμα στη διασκεδαστική περίοδο του Τσακ Νόρις, η οποία έρχεται με τις ταινίες του κυρίως στα χρόνια της Cannon αν και οι καλύτερες ταινίες του θεωρώ είναι δύο που γύρισε υπό την παραγωγή της Orion, τα Lone Wolf McQuade και Code of Silence. Το A Force of One είναι δείγμα της εποχής του. Μια μικρή αστυνομική ταινία με στοιχεία ταινίας πολεμικών τεχνών, γύρω από τη διακίνηση ναρκωτικών και τα προβλήματα που έφερε στην αμερικανική νεολαία, χωρίς ωστόσο να μπορείς να νιώσεις ότι είναι μια ταινία που εμβαθύνει ιδιαίτερα σε κάποια θεματική της. Οι κριτικές για την ταινία δεν ήταν αυτό που λες θετικές αλλά στα ταμεία τα πήγε σχετικά καλά καταφέρνοντας με μικρό μπάτζετ να φέρει κέρδος και να δώσει λίγη αναγνωρισιμότητα παραπάνω στον πρωταγωνιστή της.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι


18.12.24

Carry-On (2024) Netflix Mini Review

 

Η ΧΕΙΡΑΠΟΣΚΕΥΗ

Δράσης, Θρίλερ
Διάρκεια: 119'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Τελευταία προσθήκη στις παραγωγές του Νέτφλιξ είναι το θρίλερ δράσης, Carry-On. Καλοί ηθοποιοί, ενδιαφέρουσα υπόθεση, ικανός σκηνοθέτης. Μπορεί να πάει στραβά; Όχι, είναι η αλήθεια, παρότι στο τέλος σε αφήνει λιγότερο ικανοποιημένο από αυτό που περίμενες κατά τη διάρκεια της παρακολούθησής της. Παραμένει όμως μια εξαιρετικά συμπαθητική ταινία δράσης και αγωνίας.

 Παραμονή Χριστουγέννων και μια οργανωμένη ομάδα στοχεύει να περάσει μια βόμβα σε πτήση που μεταφέρει σημαντικά άτομα. Το σχέδιό τους είναι άψογα οργανωμένο από τον εγκέφαλο της ομάδας (Τζέισον Μπέιτμαν) που κατευθύνει τη δράση από το κινητό του τηλέφωνο, ενώ βρίσκεται και ο ίδιος στο αεροδρόμιο. Στόχος είναι να εκβιάσουν τον υπάλληλο που ελέγχει τις αποσκευές, κρατώντας ομήρους τα μέλη της οικογένειάς του. Ο υπάλληλος θέλοντας να προστατεύσει την οικογένειά του θα αναγκαζόταν να αφήσει την βαλίτσα με τη βόμβα να περάσει, χωρίς να σημάνει συναγερμό. Μια αλλαγή της τελευταίας στιγμής όμως φέρνει στο κρίσιμο πόστο έναν άλλο υπάλληλο και τα πράγματα περιπλέκονται για όλους, καθώς το νέο πρόσωπο δεν είναι διατεθειμένο να τα παρατήσει εύκολα.

 Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας δεν είναι οι σκηνές δράσης, αν δράση εννοούμε τα κυνηγητά, τις μονομαχίες και τις εκρήξεις, αλλά όλη αυτή η ίντριγκα που δημιουργείται ανάμεσα στους πρωταγωνιστές και η αλληλεπίδραση τους. Η σκηνοθεσία του Ζάουμε Κολέτ Σέρα αλλά και το εξαιρετικό μοντάζ των συνεργατών του δημιουργούν την απαραίτητη ένταση ώστε η ταινία να μην σε χάσει ποτέ ενώ και οι ερμηνείες των Έγκερτον και Μπέιτμαν βοηθάνε αρκετά την ταινία, έστω κι αν ο τελευταίος δεν φαντάζει ιδανική επιλογή για τον συγκεκριμένο ρόλο.

 Το Carry-On είναι μια αρκετά καλή επιλογή, από τις αξιοπρεπείς παραγωγές του Νέτφλιξ. Μπορεί το φινάλε να μοιάζει λιγότερο ικανοποιητικό σε σχέση με όσα έχουν προηγηθεί αλλά είπαμε ότι και πάλι η ταινία είναι μια χαρά, ειδικά για προβολή στο σπίτι.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


16.9.24

Rebel Ridge (2024) Netflix Review

 

 

Δράσης, αστυνομική, θρίλερ
Διάρκεια:131'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Λίγο άρωμα "πρώτου" Ράμπο αναμιγμένο με σταγονίτσες από τον πρόσφατα επιτυχημένο τηλεοπτικό Reacher, φέρει η τελευταία δημιουργία του Τζέρεμι Σόλνιε, ενός δημιουργού που με είχε κάνει σχετική αίσθηση με τα Blue Ruin και Green Room. Η νέα του ταινία, Rebel Ridge, δεν ακολούθησε κινηματογραφικά μονοπάτια αλλά βρέθηκε κατευθείαν στο Νέτφλιξ και αυτό θέτει αυτόματα κάποιες προδιαγραφές στο μυαλό μας, κάτι που όμως νιώθω ότι δεν υπάρχει λόγος να αναφέρουμε συνεχώς όταν μιλάμε για ταινίες της συγκεκριμένης πλατφόρμας. Υπάρχουν κάποια δεδομένα στην παραγωγή σε ότι έχει να κάνει με το τεχνικό κομμάτι κυρίως, με αποτέλεσμα οπτικά οι ταινίες να μοιάζουν αρκετά. Από εκεί και πέρα είναι στο χέρι του κάθε σκηνοθέτη πως θα χειριστεί τα τεχνικά μέσα που έχει στα χέρια του.

 Το σενάριο που έγραψε ο ίδιος ο Σόλνιε, ακολουθεί τον Τέρι, έναν Αφροαμερικανό, ο οποίος πέφτει θύμα αστυνομικής βίας, την ημέρα που κουβαλά επάνω του τριάντα χιλιάδες δολάρια, τα οποία προορίζονται για την εγγύηση του αδερφού του. Αν το ποσό δεν κατατεθεί άμεσα, ο αδερφός του θα μετατεθεί σε μια πολύ επικίνδυνη για αυτόν φυλακή. Ο Τέρι ενώ βρίσκεται πάνω στο ποδήλατό του, θα χτυπηθεί από περιπολικό και στη συνέχεια θα του απαγγελθεί αβάσιμο κατηγορητήριο και φυσικά τα τριάντα χιλιάρικά του θα κατασχεθούν. Σύντομα ο ίδιος αφήνεται ελεύθερος αλλά δεν σκοπεύει να αφήσει τα χρήματα να χαθούν έτσι και θα κάνει ότι μπορεί-αρχικά με νόμιμα μέσα- για να τα διεκδικήσει πίσω. Η διαφθορά όμως στην τοπική αστυνομία και η μη διάθεση συνεργασίας θα τον αναγκάσουν να χρησιμοποιήσει άλλα μέσα. Είπαμε ότι ο Τέρι είναι πρώην βετεράνος, ένας από τους ελάχιστους εξειδικευμένους εκπαιδευτές στη μάχη σώμα με σώμα και άλλα τέτοια όμορφα; Όχι, ε; Μπορείτε να φανταστείτε λοιπόν τη συνέχεια

  Ο Σόλνιε, που υπογράφει ο ίδιος και το σενάριο της ταινίας, μπαίνει από την πρώτη σκηνή στο ψητό. Μέσα σε λίγα λεπτά έχουμε κατανοήσει πλήρως το χαρακτήρα του Τέρι και βλέπουμε ξεκάθαρα τη διαφθορά στην τοπική αστυνομία αλλά και τα θέματα γραφειοκρατίας του συστήματος. Ο αρχηγός της αστυνομίας και τα τσιράκια του, δεν αργούν να γίνουν αντιπαθητικοί στο θεατή, ενώ ο Τέρι μας έχει στο πλευρό του από την πρώτη στιγμή.

 Οι ερμηνεία του πρωταγωνιστή, Άαρον Πίερ, είναι ιδανική και ο ίδιος έχει μια αρκετά επιβλητική παρουσία. Ο σωματότυπος του Πίερ μας πείθει για όσα γνωρίζουμε για το χαρακτήρα του αλλά το βλέμμα του είναι αυτό που οριστικά σφραγίζει τον ψυχισμό του Τέρι. Απέναντί του, ο Σόλνιε τοποθετεί τον Ντον Τζόνσον, από τον οποίο παίρνει μια πάρα πολύ καλή ερμηνεία, φτιάχνοντας έναν χαρακτήρα από αυτούς που γουστάρεις να μισείς.

 Χαρακτηριστικό των δύο ταινιών του Σόλνιε, που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, ήταν η εξαιρετική φωτογραφία τους. Εδώ, υπεύθυνος για τη φωτογραφία είναι ο Κολομβιανός, Νταβίντ Γκαγιέγκο, ο οποίος προσπαθεί να φτιάξει κάτι πιο κινηματογραφικό αλλά νομίζω ότι το Νέτφλιξ και η "υφή" που επιβάλει στις παραγωγές του, δεν τον αφήνουν να κάνει αυτό που εκατό τοις εκατό θέλει.

 Συνολικά το Rebel Ridge είναι μια αρκετά αξιόλογη ταινία. Δεν είναι τόσο ταινία δράσης αλλά περισσότερο αυτό που θα ονομάζαμε παλιότερα "αστυνομική ταινία". Έχει καλές ερμηνείες, έχει ενδιαφέρον σενάριο (με μερικές ενστάσεις εδώ) και είναι ικανό να σε κρατήσει εκεί για δύο ώρες.

 

 
 
Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



7.9.24

Get Carter (2000) Review

 

ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΝ ΚΑΡΤΕΡ

Δράσης,δραματική, θρίλερ
Διάρκεια: 102'

 

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ο Συλβέστερ Σταλόνε υποδύεται τον Τζακ Κάρτερ, έναν σκληροτράχηλο και βυθισμένο στα ψυχικά τραύματα μαφιόζο εκτελεστή, που επιστρέφει στη γενέτειρά του για να παραστεί στην κηδεία του αδελφού του, ενός φιλήσυχου οικογενειάρχη. Ο Κάρτερ δεν αργεί να αντιληφθεί ότι ο θάνατος του αδελφού του δεν ήταν ατύχημα και θα βάλει μπροστά τα "επαγγελματικά" του προσόντα ώστε να ανακαλύψει ποιος κρύβεται πίσω από τη δολοφονία, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να έρθει πιο κοντά και να προστατέψει την οικογένεια του θανόντα, τη γυναίκα και την έφηβη κόρη του, αναζητώντας και ο ίδιος λύτρωση για την πεταμένη ζωή του.

 Η περιγραφή της υπόθεσης του Get Carter, ριμέικ κλασικής ταινίας με τον Μάικλ Κέιν στον ρόλο που εδώ κρατάει ο Σταλόνε, θα μπορούσε εύκολα να πείσει κάποιον να πάει στον κινηματογράφο και να δει τον Σλάι σε μια ταινία εκδίκησης. Με το Get Carter όμως ξεκινά και ξεκάθαρα μια περίοδος μερικών ταινιών του σούπερ σταρ που στα ταμεία αποτυγχάνουν παταγοδώς.

 Ο Σταλόνε στη δεκαετία του 1980 γεμίζει κινηματογράφους με ό,τι κι αν κάνει και μπαίνει στην κορυφή των ηρώων ταινιών δράσης, χρησιμοποιώντας τα δύο μεγάλα όπλα του, τα δύο "Ρ", Ρόκι και Ράμπο. Η επόμενη δεκαετία τον βρίσκει να κάνει μερικές εξαιρετικές ταινίες δράσης, χωρίς τα δύο "Ρ", (Cliffhanger, Demolition Man, Assassins,  Daylight, Judge Dredd), να δοκιμάζεται στην κωμωδία με όχι μεγάλη επιτυχία, με τα Stop! Or My Mom Will Shoot και Oscar (αρκετά υποτιμήμενο) και να δίνει στο τέλος της δεκαετίας μια από τις καλύτερες ερμηνείες του με το Copland. Σε εκείνη τη δεκαετία, τα χρήματα που φέρνει ο Σλάι στα ταμεία είναι ακόμα υπολογίσημα, παρότι υπάρχει μια πτώση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

 Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2000 και την πρώτη πραγματικά μεγάλη αποτυχία του πρωταγωνιστή μετά από δύο δεκαετίες μεγάλης καριέρας. Από το Get Carter και μέχρι να επανέλθει μετά από εφτά χρόνια με (τι άλλο) τα δύο "Ρ", ξεκινά μια περίοδος απαξίωσης του Σταλόνε, τόσο από τους κριτικούς που δεν τον αγάπησαν και ποτέ ιδιαίτερα (ειδικά στη χώρα μας) όσο και από το ίδιο το σύστημα. Βάζει το χεράκι του και ο ίδιος βέβαια, με αρκετά κακές επιλογές, όπως τα Driven, Avenging Angelo και Spy Kids 3, με το πρώτο να είναι πραγματικά καταστροφικό, έχοντας ένα τεράστιο προϋπολογισμό αλλά τραγικά χαμηλά έσοδα.

 Δύο από τις ταινίες εκείνης της περιόδου θα τις εξαιρέσουμε καθώς είναι κατανοητοί οι λόγοι που ο Σταλόνε διάλεξε να εμπλακεί καθώς σεναριακά παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Η μία είναι το D-Tox, το οποίο γυρίστηκε το 1999 και ταλαιπωρήθηκε για τρία χρόνια μέχρι να βγει στους κινηματογράφους και η δεύτερη είναι το Get Carter, που σε πρώτη ανάγνωση μοιαζεί ιδανικό για τον πρωταγωνιστή του. Δεν ζητά απλώς έναν τύπο που μπορεί να πλακώσει στο ξύλο τους πάντες αλλά κάποιον που μπορεί να ερμηνεύσει κάτι παραπάνω και αν για κάτι δεν μπορείς να κατηγορήσεις τον Σταλόνε είναι για αδιαφορία στο ρόλο του. Είναι εκεί και ερμηνευτικά είναι στα ίδια ψηλά στάνταρ, προσπαθώντας να δώσει και μια εσωτερικότητα παραπάνω στον χαρακτήρα του. Ο Κάρτερ είναι ένας τύπος που έχει σπαταλήσει τη ζωή του μέσα στο βούρκο της παρανομίας, αφαιρώντας ζωές για λογαρισμό της μαφίας αλλά φαίνεται πια κουρασμένος και με το ένα πόδι έξω από αυτό. Η επιστροφή στην οικογένεια που του έχει απομείνει, την οικογένεια του αδερφού του ουσιαστικά, τον βάζει σε μια διαδικασία δύσκολη για τον ίδιο καθώς έχει να χειριστεί πράγματα άγνωστα για αυτόν και ο Σλάι το αποτυπώνει αυτό στην οθόνη.

 Η σκηνοθέσια του Σίβεν Κέι είναι αυτή που δοκιμάζει αρκετά τον θεατή. Ο Κέι, που ακολουθεί μέχρι σήμερα μια επιτυχημένη πορεία στην σκηνοθεσία τηλεοπτικών σειρών, επιλέγει να παίξει με την κάμερα σαν να είναι σε μια μόνιμη παραζάλη, πράγμα ταιριαστό με το μυαλό του ήρωα αλλά όχι τόσο ευχάριστο για τον θεατή και ειδικά για τον θεατή του 2000. Έχοντας δει την ταινία πριν από αρκετά χρόνια και βλέποντάς τη ξανά σήμερα, ομολογώ ότι η εμπειρία ήταν διαφορετική. Στα μέσα του 2000, εποχή της πρώτης προβολής, η εμπειρία μου ήταν αρνητική. Όλη αυτή η "θολωμένη" αντίληψη, η γρήγορες κοφτές κινήσεις της κάμερας και ο αρκετά διαφορετικός χαρακτήρας που επέλεξε να υποδυθεί ο Σταλόνε, δεν δούλεψαν υπέρ της ταινίας. Σήμερα όμως εκτίμησα λίγο παραπάνω, τόσο την ερμηνεία του πρωταγωνιστή όσο και αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Κέι αλλά εξακολουθεί να μην δουλεύει απόλυτα.

 Από την άλλη αυτό που αξίζει να αναφερθεί είναι το υπέροχο επιτελείο ηθοποιών που συγκεντρώθηκε. Ο Μάικλ Κέιν επιστρέφει σε εντελώς διαφορετικό-μικρό- ρόλο, ενώ έχουμε ακόμα ονόματα όπως της Μιράντα Ρίτσαρντσον, Άλαν Κάμινγκ, Μίκι Ρουρκ, Τζον ΜακΓκίνλεϊ, Ρόνα Μίτρα και τη νεαρή τότε Ρέιτσελ Λι Κουκ. Γενικά από το επιτελείο των ηθοποιών δεν μπορείς να έχεις παράπονο.

 Πέρα από τα τεχνικά μέρη και τις διαφωνίες που μπορεί να έχει κάποιος ως προς την προσέγγιση του αρχικού υλικού (είναι δεδομένο ότι μπορεί να γίνει μια καλύτερη ταινία από το υλικό που υπάρχει καθώς το έκαναν το 1971...), μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει ότι το Get Carter είναι μια ταινία αρκετά "πειραγμένη" και όχι απαραίτητα από τους δημιουργούς της. Δεν είναι σίγουρα μια από τις καλές της φιλμογραφίας του Σταλόνε, δεν είναι όμως και μία από αυτές που θα πρέπει να ντρέπεται, όπως κάποιες ανεκδιήγητες που γύρισε τα τελευταία χρόνια (βλέπε τα δύο τελευταία της σειράς Escape Plan).


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

20.11.23

Desperation Road (2023) Review

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΙΛΕΩΣΗΣ

Desperation Road (2023) Movie Review Cinenoxos
Δραματική, Θρίλερ
Διάρκεια: 112'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω γιατί οι εταιρείες κινηματογραφικών παραγωγών επιμένουν να προμοτάρουν δραματικές ταινίες σαν αστυνομικά θρίλερ δράσης. Δηλαδή καταλαβαίνω τον λόγο αλλά θεωρώ ότι περισσότερο κόσμο θα χάσεις από τη διαφήμιση από στόμα σε στόμα, όταν το κοινό θα μπει να δει τον Μελ Γκίμπσον (στην περίπτωση του Desperation Road) να κυνηγάει κακούς με την καραμπίνα του και τελικά θα δει ελάχιστα τον Μελ και σχεδόν καθόλου δράση. Μια ματιά στην αφίσα της ταινίας, θα σε βοηθήσει να καταλάβεις το συλλογισμό μου, καθώς το Desperation Road είναι μια δραματική ταινία με στοιχεία θρίλερ, προς το τέλος της, αλλά αρκετά αργή και χαμηλών τόνων. Απευθύνεται λοιπόν σε πολύ διαφορετικό κοινό από αυτό που θα τραβήξει η αφίσα.

 Η ταινία που σκηνοθέτησε η Ναντίν Κρόκερ, είναι βασισμένη σε μυθιστόρημα του Μάικλ Φάρις Σμιθ, συγγραφέα που μεγάλωσε στον Αμερικανικό Νότο και εδώ στήνει την ιστορία του σε αυτόν. Μια άστεγη μητέρα με την εφτάχρονη κόρη της προσπαθεί να φτάσει σε μια μικρή πόλη της πολιτείας του Μισισσιπή. Η μητέρα θα πέσει θύμα βιασμού από έναν ντόπιο αστυνομικό, τον οποίο και θα σκοτώσει με το υπηρεσιακό του περίστροφο και αμέσως μετά θα το σκάσει με την κόρη της. Σε μια άλλη άκρη της πόλης, ο Ράσελ, επιστρέφει σπίτι του αφού εξέτησε την επταετή φυλάκισή του, όταν επτά χρόνια πριν σκότωσε κάποιον ενώ οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλ. Οι διαδρομές των δύο ανθρώπων θα ενωθούν και η ζωή φαίνεται να τους δίνει ευκαιρία να εξιλεωθούν, ο καθένας για τα δικά του πάθη.

 Καθαρό, ήπιων τόνων, δράμα, από αυτά που συναντάς στον ανεξάρτητο Αμερικανικό κινηματογράφο. Τα πρώτα λεπτά της ταινίας είναι αρκετά σκληρά καθώς δείχνουν την απόγνωση της πρωταγωνίστριας, μιας άστεγης που προσπαθεί να βρει χρήματα για να συντηρήσει το ανήλικο παιδάκι που έχει μαζί της ενώ παρακολούθουμε στην οθόνη μας κι έναν βιασμό. Γενικά η σύσταση των πρωταγωνιστών στον θεατή βοηθά στο να καταλάβει αρκετά από αυτά που χρειάζεται. Ωστόσο, δυστυχώς η αφήγηση της Κρόκερ και η ανάλυση χαρακτήρων από εκεί κι έπειτα δεν έχει την ίδια επίδραση. Βλέπεις ανθρώπους οι οποίοι πραγματικά είναι κατεστραμένοι και μπορείς να το νιώσεις, όμως όχι χάρη στο σενάριο και την αφήγηση αλλά κυρίως χάρη στις ερμηνείες της πλειοψηφίας των ηθοποιών.

 Το Desperation Road κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στο διαδίκτυο και σε ελάχιστες αίθουσες στην Αμερική. Από εκεί καταλαβαίνεις ότι η εταιρεία παραγωγής δεν είχε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της ταινίας αλλά πάντα έχεις τις επιφυλάξεις σου να δεν δεις ο ίδιος με τα μάτια σου. Εδώ λοιπόν δεν κατάφερα να βρω ένα διαμαντάκι όπως ήλπιζα αλλά ένα αδύναμο δράμα χαρακτήρων.


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

2.10.23

Reptile (2023) Netflix Movie Review

 

ΕΡΠΕΤΑ

Μυστηρίου, Δράμα, Αστυνομική
Διάρκεια: 134'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  "ερπετό το [erpetó]  : 1.(ζωολ.) ομοταξία ζώων που είναι ψυχρόαιμα, έχουν δέρμα από κερατίνη, αναπνέουν ατμοσφαιρικό αέρα και μετακινούνται έρποντας: Aπό τα ερπετά που υπάρχουν σήμερα πιο γνωστά είναι τα φίδια, οι σαύρες, οι κροκόδειλοι και οι χελώνες.2. (μειωτ., υβρ.) για άνθρωπο ύπουλο ή κόλακα."

 Ένα ακόμα χαρακτηριστικό των ερπετών, που δεν αναγράφεται στο παραπάνω απόκομμα από το λεξικό Τριανταφυλλίδη, είναι η αλλαγή του δέρματος, κάτι που γνωρίζουμε οι περισσότεροι για τα φίδια. Έχει και αυτό τη σημασία του, για τους ήρωες της πρώτης ταινίας που υπογράφει ο σκηνοθέτης μουσικών βίντεο, Γκραντ Σίνγκερ, συνυπογράφοντας το σενάριο με τους Μπέντζμιν Μπρούερ και Μπενίσιο Ντελ Τόρο.

 Ένα σύγχρονο νουάρ με φανερές Φιντσερικές επιρροές, το Reptile, μοιάζει κι αυτό να έρπει στα σκοτεινά, όπως οι πρωταγωνιστές του, και να περιμένει υπομονετικά να επιτεθεί στο θεατή. Νιώθεις σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, με τη βοήθεια του μουσικού υπόβαθρου, μια υπόγεια ένταση, που πηγάζει από τα πλάνα (καθόλου τυχαίο ότι διευθυντής φωτογραφίας είναι ο Ελληνικής καταγωγής, Μάικ Γιουλάκης, των It Follows, Us και Old...), τις κινήσεις και τα βλέμματα των ηθοποιών, με τον Ντελ Ντόρο να δείχνει για άλλη μια φορά ότι μπορεί να παίζει μόνο με το βλέμμα του.

 Η ταινία του Σίνγκερ βασίζεται κυρίως στην ατμόσφαιρα και στην ανάγνωση που μπορεί να κάνει ο θεατής πίσω από τις λέξεις και τη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών αλλά και μέσα από τους συμβολισμούς που χρησιμοποιούνται μέχρι και στο τελευταίο πλάνο. Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με μια αστυνομική ιστορία, όπου αναζητείται ο ένοχος μιας δολοφονίας αλλά οι χαρακτήρες που εμπλέκονται και ο τρόπος που ενεργούν, κάνει την προβολή της ταινίας πιο ενδιαφέρουσα εμπειρία, κυρίως γιατί σε κάνει να αναζητάς πράγματα πίσω από αυτά που βλέπεις, έστω κι αν αυτά δεν υπάρχουν πάντα.

 Μπορεί το Reptile να μην σε αφήσει με το στόμα ανοιχτό στο τέλος της προβολής με την αποκάλυψη της πλεκτάνης, στην οποία βρίσκεται μπροστά ο πρωταγωνιστής μας και δεκτό είναι το σχόλιο κάποιου που θα πει ότι για ταινία που βασίζεται στους χαρακτήρες, δεν προσφέρει ιδιαίτερο βάθος στους περισσότερους από αυτούς. Αυτό θα μπορούσαμε να το πιστώσουμε στις αδυναμίες της ταινίας αλλά αν αφεθείς στους ρυθμούς που επιβάλλει ο Σίνγκερ μπορεί να σε ρουφήξει στον κόσμο της έστω και χωρίς την καλύτερη ανάλυση χαρακτήρων. Θα νιώσεις τη διαφθορά που υπάρχει γύρω από και μέσα στους πρωταγωνιστές, μέσα από τα υπνωτιστικά πλάνα. Το κυριότερο εδώ, είναι ότι έχουμε μια ταινία που πρέπει να τη νιώσεις και όχι απαραίτητα να την "καταλάβεις".



 

 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

  


19.3.23

Luther: The Fallen Sun (2023) Review


ΛΟΥΘΕΡ: Ο ΕΚΠΤΩΤΟΣ


 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Το 2010 ήταν η χρονιά που εμφανίστηκε στις τηλεοπτικες οθόνες για πρώτη φορά ο ντετέκτιβ Τζον Λούθερ, με τη μορφή του Ίντρις Έλμπα. Η σειρά αλλά και ο Έλμπα διακρίθηκαν αρκετές φορές, σε μια διαδρομή που κράτησε εννέα χρόνια, όταν το 2019 παίχτηκε ο πέμπτος και τελευταίος κύκλος, τεσσάρων επεισοδίων, με σχεδόν δέκα εκατομμύρια βρετανούς να παρακολουθούν τις τελευταίες περιπέτειες του Λούθερ.

 Ο δημιουργός της σειράς, Νιλ Κρος, αναφέρει ότι οι επιδράσεις που δέχτηκε για να δηιουργήσει τον Λούθερ, έρχονται από τον Σέρλοκ Χολμς και τον. Κολόμπο. Ο δεύτερος επηρέασε περισσότερο τον τρόπο που στήθηκε η σειρά, ενώ ο Χολμς έχει φανερές επιρροές στον χαρακτήρα του Λούθερ. Στο μυαλό του Κρος υπήρχε από το 2011 η ιδέα για μια κινηματογραφική ταινία, που θα ακολουθούσε τα πρώτα βήματα του Λούθερ, όμως αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Το 2021 έρχεται το Νετφλιξ να βάλει το χεράκι του και να δώσει στον Βρετανό ντετέκτιβ την ευκαιρία να κάνει πραγματικότητα την δική του ταινία, η οποία μπορεί να καθυστέρησε δύο χρόνια (καραντίνες κλπ) αλλά πλέον βρίσκεται στην πλατφόρμα, μετά από σύντομη διαδρομή σε επιλεγμένες αίθουσες.

 Η ταινία μας μεταφέρει στο Λονδίνο, εκεί όπου ο Τζον Λούθερ καλείται να εξιχνιάσει μια περίεργη δολοφονία. Πίσω από τη δολοφονία όμως κρύβεται ο εκκεντρικός εκατομμυριούχος, Ντέιβιντ Ρόουμπι, ο οποίος φροντίζει να αποκαλυφθούν ένα σωρό παρατυπίες και παραβάσεις καθήκοντος του Λούθερ, ώστε να παγώσει την έρευνα. Αποτέλεσμα, ο ντετέκτιβ απολύεται, δικάζεται και καταδικάζεται σε φυλάκιση. Δύο χρόνια μετά, οι δολοφονίες συνεχίζονται και ο Λούθερ αποφασίζει να αποδράσει, για να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά. Ένα τεράστιο δίκτυο έχει στηθεί από τον εκατομμυριούχο, με δεκάδες ανθρώπους να δουλεύουν για λογαριασμό του, φοβούμενοι ότι θα αποκαλυφθούν τα μικρά ή μεγάλα μυστικά που γνωρίζει για τον καθένα τους.

 Εδώ έχουμε μια αρκετά προσεγμένη παραγωγή και μια στιλιζαρισμένη αστυνομική ταινία με στοιχεία θρίλερ, αλλά και με ένα "τζεϊμς-μποντικό" ύφος σε αρκετές σεκάνς, που οδηγούν σε ένα παρόμοιου ύφους φινάλε την περιπέτεια του Τζον Λούθερ. Όλα αυτά δένουν αρκετά καλά στα χέρια του σκηνοθέτη, Τζέιμι Πέιν, δίνοντας μας μια ταινία που μπορείς να παρακολουθήσεις πολύ ευχάριστα και χωρίς να χάσεις το ενδιαφέρον σου.

 Ενστάσεις υπάρχουν στο σενάριο του Νιλ Κρος. Ο πρωταγωνιστής δεν μας δείχνει ξεκάθαρα τα στοιχεία του χαρακτήρα του που τον κάνουν έναν τόσο ξεχωριστό ντετέκτιβ, οπότε αυτό δυσκολεύει λίγο τη θέαση για τους ανθρώπους που δεν έχουν παρακολουθήσει τη σειρά. Φαίνεται ότι είναι ικανός ο Λούθερ αλλά αυτό εκπέμπεται κυρίως από την παρουσία του πάντα καλού, Ίντρις Έλμπα, χωρίς να στηρίζεται από το σενάριο. Αντίστοιχη ένσταση υπάρχει από πλευράς μου και στον χαρακτήρα του κακού, που υποδύεται ο Άντι Σέρκις. Αρκετός χρόνος στην οθόνη αλλά όχι αρκετή ανάλυση του χαρακτήρα του, συν μια περίεργη στιλιστική επιλογή "μαλλιού", το οποίο όμως το κατανοώ με τη λογική του "τζεϊμς-μποντικού" κακού, που αναφέρω παραπάνω.

 Παρά τις σεναριακές ενστάσεις, το Λούθερ: Ο Έκπτωτος, είναι μια αρκετά ικανοποιητική ταινία. Υπάρχουν καλοί ηθοποιοί, υπάρχει ρυθμός, ενδιαφέρουσα φωτογραφία και στιλιζάρισμα. Όλα αυτά καλύπτουν το "ελαφρώς" υπερβολικό στην εξέλιξη σενάριο.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

.

 

4.1.23

Hunt to Kill (2010) Review

 

ΚΥΝΗΓΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ

Δράσης, Περιπέτεια 
Διάρκεια: 98'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Οι κινηματογραφικές εταιρείες παραγωγής ποντάρουν συχνά σε κάποιον αστέρα της Αμερικανικής επαγγελματικής πάλης (WWE) ώστε να φέρει μερικά εύκολα έξτρα χρήματα στα ταμεία τους. Στη δεκαετία του 1990 ήταν η εποχή του Χαλκ Χόγκαν και η συμμετοχή του σε μερικές ανεκδιήγητες περιπέτειες ή χαζοκωμωδίες ενώ το πιο επιτυχημένο παράδειγμα παλαιστή που εξελίχθηκε σε πρώτης τάξεως  κινηματογραφικό αστέρα είναι αυτό του Ντουέην Τζόνσον, γνωστό ως The Rock. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 2000 ήταν και η σειρά του Στιβ Όστιν να δοκιμαστεί στην υποκριτική με σχετικά συμπαθητική ταινία δράσης, με τίτλο The Condemned. Η ταινία δεν είχε πάει πολύ καλά αλλά ο Όστιν συνέχισε τις προσπάθειες με τις λεγόμενες "straight to video" παραγωγές. Μόνη εξαίρεση σε αυτές η συμμετοχή του στους κινηματογραφικούς Αναλώσιμους, σε μικρότερο βέβαια ρόλο. Το 2010, τη χρονιά των Αναλώσιμων, έρχεται και η συμμετοχή σε μια κατεξοχήν δεύτερης διαλογής ταινία δράσης, το Hunt To Kill.

 Η συγκεκριμένη ταινία είναι μια  από τις κλασικές περιπτώσεις δημιουργήματος που χρησιμοποιεί την κεντρική ιδέα του Die Hard. Σαν να λέμε "Πολύ Σκληρός Για να Πεθάνει" αλλά στο δάσος. Μια μίξη των χαρακτηριστικών της κλασικής περιπέτειας του Τζον Μακ Τίρναν με λίγο από Ράμπο. Ένας συνοριοφύλακας που χάνει έναν πολύ καλό συνάδελφο και η ζωή του γενικά παίρνει την κάτω βόλτα, με διαζύγια και μια έφηβη κόρη που δεν μπορεί να κάνει καλά. Αυτός ο τύπος βρίσκεται στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή και πρέπει να τα βάλει με μια ομάδα αδίστακτων κακοποιών που αναζητούν τα κλοπιμαία που κάποιος από την ομάδα τους σέρνει μαζί του μέσα στο δάσος.

 Δεν είναι ότι χειρότερο μπορεί να συναντήσεις σε αυτές τις παραγωγές, αν και αυτό από μόνο του δεν λέει πολλά. Υπάρχει ένα σχετικό ενδιαφέρον κυρίως από την πλευρά των ηθοποιών που πλαισιώνουν τον Όστιν, όπως ο θρύλος των δεύτερης διαλογής ταινιών δράσης, Γκάρι Ντάνιελς, αλλά και ηθοποιοί όπως ο Τζιλ Μπέλοους και ο Μάικλ Έκλαντ, που δίνουν αρκετούς πόντους στο επίπεδο των ερμηνειών, πάντα αναλογιζόμενοι για τι ταινία μιλάμε.

 Για χάζι, κοινώς, κάτι γίνεται. Αν είχε λίγο παραπάνω αλλά και πιο ευφάνταστη δράση τότε θα ήταν μια αρκετά διασκεδαστική b movie αλλά ρίχνοντας μια ματιά στο όνομα του σκηνοθέτη, η αλήθεια είναι ότι οι προσδοκίες είναι μικρές. Ο Κεόνι Γουάξμαν έχει σκηνοθετήσει αρκετές από τις τραγικές αυτές ταινίες του Στίβεν Σιγκάλ της προηγούμενης δεκαετίας και απ' ότι φαίνεται δεν του έφταιγε μόνο ο Σιγκάλ για την ποιότητα των ταινιών του.  Εδώ εκμεταλλεύεται λίγο το ταλέντο του Γκάρι Ντάνιελς και του δίνει μια μάχη σώμα με σώμα με τον πρωταγωνιστή, δίνει κι ένα λίγο πιο δεμένο τελευταίο εικοσάλεπτο, με άλλο λίγο ξύλο στο φινάλε και κάπως έτσι ξεμπερδεύει, δίνοντας μια ταινία που έχει τουλάχιστον λίγη παραπάνω ενέργεια από αυτές που μας είχε συνηθίσει.

 Ο Στιβ Όστιν πάντως φαίνεται ότι εδώ και κάποια χρόνια το πήρε απόφαση και παράτησε τις ταινίες και αφοσιώθηκε σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα. Να δέρνει κόσμο στο ρινγκ. Δεν νομίζω ότι θα λείψει από τις ταινίες δράσης... 


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr




26.9.22

Lou (2022) Review

 

Lou Review
Δράσης, Δραματική

Διάρκεια: 107'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Η Άλισον Τζάνεϊ είναι μια από τις πιο αξιόλογους ηθοποιούς των τελευταίων δεκαετιών στο Χόλιγουντ. Από τις τηλεοπτικές μέχρι τις κινηματογραφικές δουλειές της, έχει να επιδείξει μια ατελείωτη λίστα υποψηφιοτήτων και κερδισμένων βραβείων από τα ΕΜΜΥ και τα Όσκαρ μέχρι και τα TV Guide Awards. Έπιασε κορυφή το 2017 με το Όσκαρ για το ΄β γυναικείο ρόλο στο I, Tonya και έκτοτε συνεχίζει ακάθεκτη. Τι έλειπε από τη φιλμογραφία της και είναι αυτό που πρέπει να κάνει πλέον κάθε ηθοποιός που σέβεται τον εαυτό του, ιδίως μετά τα 60 έτη του; Μα φυσικά να δεχτεί πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία δράσης! Κι αν κάποτε χαμογελούσαμε συγκαταβατικά στο άκουσμα μιας τέτοιας πληροφορίας, μετά το Taken μάθαμε να κρατάμε και μια "πισινή" , καθώς τα "γεροντοπαλίκαρα" του Χόλιγουντ έδειξαν ότι μπορούν να τα καταφέρουν και σε τέτοιες περιπτώσεις. Έτσι και η κυρία Τζάνεϊ αποφάσισε να δώσει υπόσταση στον απαιτητικό (και σωματικά) ρόλο της Lou, στην τελευταία ομώνυμη ταινία παραγωγής Νέτφλιξ.

 Αμερική κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η Λου είναι μια γυναίκα μοναχική. Ζει με μόνη συντροφιά το σκύλο της, Τζαξ, σε ένα σπίτι στο δάσος, λίγα χιλιόμετρα έξω από μια κωμόπολη της Αμερικανικής επαρχίας. Δεν είναι η περίπτωση της συμπαθητικής, ήσυχης γυναικούλας που κάνει βόλτες στο δάσος και απολαμβάνει τη φύση, πίνοντας ζεστά ροφήματα το απόγευμα στη βεράντα της. Η Λου φαίνεται σκληρή. Κυνηγά και πίνει το ουίσκι της το βράδυ, ενώ φιλίες δεν φαίνεται να θέλει να έχει. Συναναστρέφεται με ανθρώπους στην πόλη μόνο για προμήθειες και κάπου εκεί σταματά η κοινωνική ζωή της. Ακόμα και στη Χάνα, μια γυναίκα που μεγαλώνει μόνη την κορούλα της, την Βι, σε ένα σπίτι που νοικιάζει από τη Λου, η μοναχική λύκος δεν δείχνει διαφορετική συμπεριφορά. Κάτι όμως τρώει τη Λου. Κάτι που την οδηγεί στην απόπειρα αυτοκτονίας. Μια απόπειρα που σταματά χωρίς να το θέλει η Χάνα, ένα βράδυ που μια τρομερή καταιγίδα χτυπάει το μέρος. Ο πρώην άνδρας της Χάνα, επικηρυγμένος στρατιωτικός για εγκλήματα πολέμου, θα επιστρέψει και θα απαγάγει την Βι. Η Χάνα στρέφεται στη σκληρή σπιτονοικοκυρά της απλώς για να επικοινωνήσει με τον σερίφη, καθώς στο σπίτι της δεν υπάρχει ρεύμα λόγω της καταιγίδας. Η Λου όμως αρματώνεται και μαζί ξεκινούν να ακολουθήσουν τα ίχνη του απαγωγέα.

 Ευχάριστη έκπληξη ετούτη η οπτικά όμορφη περιπέτεια, που σκηνοθέτησε η Άννα Φέρστερ. Σκηνοθέτης με αρκετές δουλειές στην τηλεόραση και επίσης αρκετές συμμετοχές σε κινηματογραφικές παραγωγές από διαφορετικά πόστα όμως. Το Lou είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της, μετά το Underworld: Blood Wars και πριν το σίκουελ του Source Code (2011), που ετοιμάζεται να σκηνοθετήσει. Ωραία προσέγγισε το υλικό της εδώ η Φέρστερ. Φυσικά ποντάρει στην υπέροχη Τζάνεϊ αλλά δεν το αφήνει όλο πάνω της. Βάζει δίπλα της δύο πολύ καλούς ηθοποιούς και φροντίζει αρκετά την ανάλυση των χαρακτήρων, παρότι επιλέγει να αφηγηθεί τα περισσότερα μέσω της εικόνας και της ωραίας φωτογραφίας του Μάικλ ΜακΝτόνα. Ειδικά ο τρόπος που εικονογραφείται η εξέλιξη του χαρακτήρα της Λου είναι πολύ ιδιαίτερος. Η βροχή και η καταιγίδα μας συστήνουν την πρωταγωνίστρια αλλά το φως του ήλιου θα φέρει τη λύτρωση στην πιο πικρή, συμβολική και οριακά συγκινητική σκηνή της ταινίας.

 Δεν μιλάμε για μια ταινία αψεγάδιαστη. Έχει τα θεματάκια της, απλώς αν είσαι από αυτούς που εστιάζουν στην εικόνα και σε όσα αυτή λέει, δεν θα σε απασχολήσουν ιδιαίτερα οι σεναριακές ευκολίες, ούτε θα σου χαλάσει την εμπειρία μια μικρή λοξοδρόμηση από τα μονοπάτια της καλής αφήγησης, που έρχεται στο δεύτερο μέρος. Αν κάτι θα προτιμούσα να μην είχε γίνει, αυτό θα ήταν οι τόσο έντονες μάχες σώμα με σώμα της πρωταγωνίστριας με ανθρώπους που είχαν τη διπλάσια σωματική διάπλαση και που το σενάριο ξεκαθάριζε την στρατιωτική τους εκπαίδευση. Σε πείθει η Τζάνεϊ ότι της κόβει, ότι ξέρει τι να κάνει για να επιβιώσει, ότι έχει κι αυτή μια κάποια εκπαίδευση. Οριακά όμως σε πείθει στο ότι μπορεί να τα βάλει με τύπους είκοσι - είκοσι πέντε χρόνια νεότερους. Μιλάμε ουσιαστικά για μία σκηνή και όχι παραπάνω, οπότε αν την ξεπεράσεις νομίζω ότι δεν τίθεται θέμα πια. Κάπως έτσι, στο τέλος σε κερδίζει η Τζάνεϊ,  η σεναριακή αναζήτηση του πόσο μπορεί να ξεπεράσει τα όρια του ο άνθρωπος, για να λυτρωθεί ή και να λυτρώσει (που αποτυπώνεται εξαιρετικά στο βλέμμα της πρωταγωνίστριας), η φωτογραφία και ο τρόπος αφήγησης της Φέρστερ, σε κερδίζουν και προσθέτουν στην λίστα του Νέτφλιξ μια ακόμα ταινία, η οποία χαρακτηρίζεται τουλάχιστον αξιοπρεπής.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

3.8.22

A Score To Settle (2019) Review

 

ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ

A Score To Settle Review Cinenoxos
Δραματική, Περιπέτεια, Δράσης, Θρίλερ

Διάρκεια: 103'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Η παράλληλη διπλή σταδιοδρομία του Νίκολας Κέιτζ είναι γνωστή και έχουμε αναφερθεί ουκ ολίγες φορές σε αυτή. Στη μία πορεία ο Νίκολας παίζει σε καλές ταινίες και δίνει στιβαρές ερμηνείες, στην άλλη πορεία παίζει σε κακές ή τουλάχιστον περίεργες ταινίες και φροντίζει να δείξει ότι ακόμα κι εκεί παραμένει ένας ευφυής ηθοποιός. Η παραγωγή του 2019, A Score to Settle, ενώ σε προϊδεάζει για μια ταινία που ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, τελικά δεν μπορείς να την τοποθετήσεις ακριβώς εκεί αλλά κάπου στη μέση των τρελών επιλογών του Κέιτζ.

 Ο Φρανκ Κάρβερ βγαίνει μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια από τη φυλακή. Πριν τη φυλακή, ο Φρανκ δούλευε για έναν μαφιόζο και παρότι καμία δουλειά δεν είναι ντροπή, κάπου μέσα του μάλλον κι αυτός ήξερε ότι δεν μπορεί να έχει καλή κατάληξη αυτή η ενασχόλησή του. Το αφεντικό του του φόρτωσε έναν φόνο που δεν διέπραξε και ο Φράνκ κατέληξε φυλακισμένος και με χρόνιο πρόβλημα αϋπνίας, το οποίο τον οδηγεί αργά και σταθερά στον θάνατο. Μόνη παρηγοριά του, ο γιος του που είναι ο μόνος που τον περιμένει κατά την αποφυλάκισή του. Η σύζυγος του Φρανκ έχει "φύγει" μερικά χρόνια πριν. Οι δυο τους τώρα προσπαθούν να φτιάξουν τη σχέση τους και να περάσουν όσο περισσότερο χρόνο μαζί αλλά ο Φρανκ δεν ησυχάζει αν δεν πάρει εκδίκηση κι έτσι κάθε βράδυ φροντίζει να επισκέπτεται ένα ένα τα μέλη της παλιάς συμμορίας του.

 Μπορεί αρχικά η ταινία να φαίνεται σαν μια τυπική περιπέτεια από αυτές που γυρίζει με το τσουβάλι ο Κέιτζ και που οι περισσότερες πάνε κατευθείαν σε ψηφιακά μέσα αλλά δεν είναι ακριβώς αυτό. Είναι περισσότερο ένα δραματικό θρίλερ εκδίκησης, το οποίο εκτός του ότι δίνει λίγο υλικό στον πρωταγωνιστή του να παίξει, κρατάει και κάποιες ανατροπές για το τέλος του. Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι να φτάσει στις ανατροπές εμφανίζεται άνισο. Έχει καλές στιγμές, όχι δράσης αλλά κυρίως διαλόγων ανάμεσα στον Κέιτζ και τον γιο του, έχει όμως και αρκετά σημεία τα οποία μοιάζουν πρόχειρα γραμμένα και γυρισμένα. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα θα χάσει αρκετό από το ενδιαφέρον σας πριν καλά καλά φτάσει στα μέσα της διάρκειάς του. Αν ωστόσο καταφέρεις και ξεπεράσεις το πρώτο μισό της ταινίας τότε δεν αποκλείεται το φινάλε, η ανατροπές και η προσέγγιση του Κέιτζ να σε συγκινήσουν. Κράτα μικρό καλάθι όμως και πάλι.

 


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

23.6.22

Fire Down Below (1997) Review

 

ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΓΗ

Δράσης, Αστυνομική,

Διάρκεια: 106'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Πίσω στο 1997, ο Στίβεν Σιγκάλ ήταν ακόμα σχετικά υπολογίσιμο όνομα στο Χόλιγουντ. Στο κοινό άρεσε να βλέπει τον Κοτσίδα να δέρνει κόσμο, στον Κοτσίδα άρεσε να δέρνει κόσμο, στις εταιρείες παραγωγής άρεσε οτιδήποτε έφερνε λεφτά στα ταμεία τους άρα κατ' επέκταση τους άρεσε που ο Κοτσίδας έδερνε κόσμο, άρα όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Εκτός ίσως από τους τύπους που ο Κοτσίδας έδερνε στις ταινίες του. Όπως και να 'χει πάντως, ο Στίβεν μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έφερνε χρήματα στα ταμεία. Το μόνο που φρόντιζε σε κάθε ταινία είναι να δέρνει κόσμο σε διαφορετικά μέρη και να υποδύεται κάθε φορά όσο καλύτερα μπορεί τον εαυτό του. Τα ονόματα του κάθε χαρακτήρα άλλαζαν και πολλές φορές και η ιδιότητα αλλά στην ουσία όλοι ήταν ο Στίβεν Σίγκαλ.

 Το 1997 λοιπόν, ο Στίβεν αποφασίζει να δείρει κόσμο στον Αμερικανικό Νότο κάπου στα Απαλάχια Όρη, πρωταγωνιστώντας στο Fire Down Below, την ταινία που σηματοδότησε την αρχή της κατηφόρας, για την κινηματογραφική του καριέρα. Αν υποθέσουμε ότι χρειάζεται να ξέρετε κάτι για την υπόθεση της ταινίας, θα πούμε απλά ότι ο Σιγκάλ υποδύεται (τρόπος του λέγειν) έναν ομοσπονδιακό πράκτορα, που αναζητώντας τον υπεύθυνο για την δολοφονία πολύ καλού φίλου και συνεργάτη του, οδηγείται στην ανακάλυψη μιας τεράστιας οικολογικής καταστροφής, για την οποία ευθύνονται οι βρωμοδουλειές μιας μεγάλης εταιρείας, η οποία μολύνει με τοξική απόβλητα τα νερά μιας κοινότητας στα Απαλάχια όρη. Για τους πιο μυημένους και μεγαλωμένους στη δεκαετία του '90, η περιγραφή της υπόθεσης θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο απλή: "Είναι η ταινία που ο Σιγκάλ, γυρίζει με ένα κόκκινο φορτηγάκι, το παίζει ξυλουργός, πιάνει δύο κροταλίες στον αέρα και δέρνει κόσμο".

 Παρότι η ταινία είναι θεωρητικά μια από τις μεγάλες αποτυχίες του Σιγκάλ, ομολογώ ότι διασκεδαστική την βρήκα. Έχει μερικές καλές σκηνές δράσης, όπως αυτή που ένα φορτηγό καταδιώκει το φορτηγάκι του Στίβεν, η οποία σκηνή σε κάνει να εκτιμήσεις εκείνες τις εποχές που αληθινά οχήματα έπεφταν από γκρεμούς και γίνονταν κομμάτια. Έχει και καλογυρισμένες σκηνές μονομαχιών σώμα με σώμα και τον Κοτσίδα να βρίσκεται σε σχετικά καλή φόρμα ακόμα, σηκώνοντας και το πόδι του που και που. Κι αν πρέπει να βρω κι ένα θετικό ακόμα αυτό είναι η κινηματογράφηση της Αμερικανικής υπαίθρου. Υπάρχουν πλάνα που αποτυπώνουν το μεγαλείο της άγριας φύσης της περιοχής!

 Γενικότερα βέβαια το φιλμ έχει θέματα και μην ακούσω αστειάκια του στιλ "βασικότερο πρόβλημα είναι ότι έχει πρωταγωνιστή τον Σιγκάλ". Η ταινία μοιάζει να μην έχει συνοχή, όχι σεναριακά αλλά σε ότι αφορά την ακολουθία των πλάνων της. Φαίνεται να έχει υπάρξει βιαστικό μοντάζ, με ελπίδα ίσως να χωρέσουν όσο γίνεται περισσότερα πράγματα στα 105 λεπτά διάρκειας. Έχει επίσης ένα ακόμα αποτυχημένο ρομάντζο, πράγμα σύνηθες στις ταινίες του Κοτσίδα, καθώς ούτε με την γυναίκα του δεν είχε κινηματογραφική χημεία (Hard to Kill), πόσο εύκολο είναι να έχει με οποιαδήποτε άλλη ηθοποιό. Υπάρχουν επίσης εδώ ηθοποιοί όπως ο Χάρι Ντιν Στάντον, ο Στίβεν Λανγκ και ο Κρις Κριστόφερσον, οι οποίοι ελάχιστα αξιοποιούνται.

 Το Fire Down Below έρχεται λίγα χρόνια πριν ο Σιγκάλ ακολουθήσει τον φτωχικό δρόμο της αγοράς του βίντεο/ dvd. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 2000 χάνεται εντελώς η αίγλη του Χολιγουντιανού αστέρα και ακολουθεί πια μια καριέρα σε αμέτρητες βιντεοπαραγωγές, η πλειοψηφία των οποίων απλώς "δεν βλέπεται". Μπροστά σε αυτές, το Fire Down Below φαντάζει εξαιρετικό αλλά αυτό προφανώς δεν αποτελεί κατάλληλο μέτρο σύγκρισης. Στην πραγματικότητα έχουμε μια τυπικής φόρμας ταινία δράσης της δεκαετίας του 1990. Μέτρια μεν, διασκεδαστική δε υπό προϋποθέσεις.


 

 

 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr