Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα action heroes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα action heroes. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.4.26

Hero and The Terror (1988) Action Heroes Review

 

Ο ΗΡΩΑΣ ΚΑΙ Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ

Hero and the terror 1988 movie review
Δράσης, Αστυνομική, Ψυχολογικό Θρίλερ

Διάρκεια: 96'




Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Βρισκόμαστε στο 1988, εποχή που ο Τσακ Νόρις είναι ακόμα αρκετά μεγάλο όνομα μεν αλλά που φαίνεται ότι αρχίζει μια καμπή στη δυναμική του στα ταμεία. Έχει ήδη κάνει τεράστιες επιτυχίες με τις ταινίες Missing in Action (1985), Code of Silence (1985), Invasion USA (1985) και Delta Force (1986) όμως τα νούμερα σιγά-σιγά αρχίζουν να πέφτουν. Το 1988 λοιπόν είναι η χρονιά που ο Τσακ θα βρεθεί με δύο ταινίες στους κινηματογράφους. Το τρίτο μέρος του Missing in Action δεν καταφέρνει να φέρει πίσω τα χρήματα που κόστισε στην παραγωγή ενώ το ίδιο συμβαίνει και με το Hero and The Terror, μια ακόμα ταινία μετά το Code of Silence, που ο Νόρις προσπάθησε να "παίξει" λίγο παραπάνω. Αν με ρωτάς αν τα κατάφερε, μπορώ να σου απαντήσω μόνο ότι πραγματικά φαίνεται η προσπάθειά του. Εμφανίζεται πιο χαλαρός μπροστά στην κάμερα αλλά να αποδώσει σε βάθος τον τραυματισμένο ψυχολογικά αστυνομικό δεν το καταφέρνει πολύ καλά. Είναι ωστόσο κακή ταινία το Hero and The Terror; Όχι! Δεν είναι κάτι πάρα πολύ καλό αλλά είναι συμπαθητικό ψυχολογικό/ αστυνομικό θρίλερ και μια αξιόλογη προσπάθεια από τον Τσακ Νόρις να δείξει ότι μπορεί να ερμηνεύσει κάτι παραπάνω από έναν λιγομίλητο εκδικητή.

 Ο Νόρις υποδύεται τον αστυνομικό Ντάνι Ο'Μπράιεν, ο οποίος έχει κερδίσει το προσωνύμιο του Ήρωα καθώς κατάφερε μετά από μάχη που θα μπορούσε να κοστίσει τη ζωή του, να συλλάβει τον ψυχοπαθή κατά συρροήν δολοφόνο, Σάιμον Μουν, γνωστό και ως Τρόμο (Terror). Μερικά χρόνια μετά τη σύλληψή του, ο Σάιμον Μουν καταφέρνει να αποδράσει από το άσυλο και ο Ο'Μπράιεν, ο οποίος δεν έχει ξεπεράσει ακόμα τα ψυχολογικά τραύματα που του άφησε η αναμέτρηση με τον δολοφόνο, πρέπει να τον βρει και πάλι και να βάλει ένα τέλος.

 Κάτι που γοήτευε πάντα στο Hero and The Terror ήταν η επιλογή να βάλουν τον δολοφόνο να κρύβεται στα υπόγεια ενός μεγάλου θεάτρου, άμεση αναφορά στο Φάντασμα της Όπερας. Ο Μουν κρύβεται εκεί και αρπάζει τα θύματά του ένα-ένα μέχρι τη στιγμή που ο Ο'Μπράιεν θα τον ανακαλύψει και θα αναμετρηθούν για τελευταία φορά. Κάτι που με παραξένευε στην ταινία ήταν η επιλογή να επιδείξει ο Τσακ τη ρομαντική του πλευρά (και την κωμική του καθώς τον βλέπουμε ακόμα και να λιποθυμά την ώρα που ετοιμάζεται να γεννήσει η σύντροφός του), με σκηνές όπως το δείπνο με τη σύντροφό του αλλά και την τελική σκηνή που αρπάζει έναν ιερέα στο διάδρομο του νοσοκομείου για να τους παντρέψει. Από την άλλη, βλέποντας ξανά την ταινία σήμερα, καταλαβαίνω ότι όλα αυτά κάνουν πιο αληθινό και πιο τρωτό του χαρακτήρα που υποδύεται ο Νόρις στην οθόνη, απλώς δεν έχει την ερμηνευτική ικανότητα να τα υποστηρίξει ικανοποιητικά.

 Το Hero and the Terror δεν είναι σίγουρα μια τυπική ταινία "Τσακ Νόρις". Έχει λιγότερα κλωτσομπουνίδια μεν, αρκετά δε για να ικανοποιηθούν οι φίλοι του Τσακ, ενώ η δράση με τη λόγικη των κυνηγητών και των πυροβολισμών είναι σαφώς λιγότερη για τα στάντρ του Νόρις. Έχει όμως ενδιαφέρον η αναμέτρηση με τον θηριώδη Terror, που υποδύεται ο επίσης θηριώδης Τζακ Ο'Χάλοραν (ο Νον του Σούπερμαν 2), που φαντάζει σαν μεταφυσική φιγούρα, φέρνοντας στο μυαλό άλλους κινηματογραφικούς φονιάδες, όπως ο Τζέισον Βόρχις και ο Μάικλ Μάγιερς. Έχει κάνει επίσης καλή δουλειά ο σκηνοθέτης μας, Γουίλιαμ Τάνεν, κρατώντας καλό ρυθμό σε όλη την ταινία καταφέρνοντας να συνδυάσει τη ρομαντική κομεντί με το αστυνομικό θρίλερ. Προφανώς δεν το κάνει με απόλυτη επιτυχία καθώ τότε θα μιλούσαμε άνετα για μια από τις κορυφαίες ταινίες του Τσακ, το κάνει όμως σε τέτοιο βαθμό που δίνει στο Hero and The Terror τον τίτλο της μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της φιλμογραφίας του Τσακ Νόρις.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι




27.3.26

Top Dog (1995) Action Heroes Review

 

ΕΝΑ ΑΧΤΥΠΗΤΟ ΔΙΔΥΜΟ

Top Dog Movie Review
Δράσης, Κωμωδία, Αστυνομική

Διάρκεια: 86'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Το 1989 οι Τομ Χανκς και Τζιμ Μπελούσι γυρίζουν έκαστος παρόμοιας θεματικής ταινίες. Ο πρώτος το Turner & Hooch και ο δεύτερος το Κ-9. Αστυνομικός συνεργάζεται με αστυνομικό σκύλο για διαλεύκανση εγκλήματος. Το 1995 ο Τσακ ο Νόρις αποφασίζει να γυρίσει τη σωστή εκδοχή αυτής της ταινίας και να στείλει τα γατάκια Χανκς και Μπελούσι για τσάι.

 Ένας αστυνομικός, συντροφιά με τον σκύλο συνεργάτη του, ανακαλύπτει ομάδα τρομοκρατών με ναζιστικές τάσεις. Οι τρομοκράτες τους αντιλαμβάνονται και αφού τους πυροβολούν, ξεφορτώνονται τα πτώματα στη θάλασσα. Έλα όμως που ο σκύλαρος, που ακούει στο όνομα Ρίνο, είναι ακόμα ζωντανός και επιστρέφει στη βάση του. Νέος συνεργάτης του θα είναι ο Τζέικ Γουάιλντερ, ένας σκληροτράχηλος (δεν το περιμένατε) αστυνομικός, που δουλεύει μόνος του και τίθεται συχνά πυκνά σε διαθεσιμότητα. Ο αρχηγός της αστυνομίας του αναθέτει την υπόθεση, γνωρίζοντας τις ικανότητές του. Το ζήτημα είναι ότι ο Τζακ που δεν είναι και δείγμα κοινωνικού ατόμου και φιλόζωου, πρέπει να κουβαλά μαζί του τον Ρίνο καθώς γνωρίζει τους υπόπτους και θα τον οδηγήσει σε αυτούς.

 Αρχικά πρέπει να πω ότι η ταινία ήταν πιο διασκεδαστική απ' ότι περίμενα. Ο Νόρις είναι πολύ χαλαρός και αποδίδει όχι μόνο στη δράση αλλά και στα χιουμοριστικά κομμάτια της ταινίας και αυτό ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη. Και η σκηνοθεσία του Άαρον Νόρις, αδερφού του Τσακ, είναι μια χαρά για το είδος της ταινίας, ένα χαλαρό buddy movie με ίσες δόσεις δράσης και κωμωδίας. Προφανώς δεν αποφεύγει κανένα κλισέ του είδους αλλά ποιος νοιάζεται. Εδώ έχουμε Τσακ που όχι μόνο δέρνει αλλά πετάει και αστειάκια!

 Το περίεργο με την ταινία είναι η επιλογή της θεματικής της. Έχεις μια ταινία που φαίνεται ότι θέλει να απευθυνθεί αρκετά και σε νεαρότερης ηλικίας κοινό, οπότε βάζεις ένα συμπαθητικό σκύλο στην υπόθεση που θα ταλαιπωρήσει τον ήρωα με τα καμώματά του. Όλα καλά μέχρι εδώ.  Πέφτουν λίγοι πυροβολισμοί και λίγο ξύλο παραπάνω αλλά είμαστε στη δεκαετία του 1990 και η έννοια της "φιλικής προς τα παιδιά" ταινίας είναι λίγο διαφορετική από αυτό που αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Περνάει λοιπόν κι αυτό. Αυτό όμως που οι αθεόφοβοι οι σεναριογράφοι έβαλαν απέναντι από τον Τσακ και τον σκύλο του ένα μάτσο τρομοκράτες, ναζιστές που επιχειρούν βομβιστικές επιθέσεις, δεν ξέρω ποιος αποφάσισε ότι ήταν καλή ιδέα. Βέβαια από την άλλη, ήταν μια καλή ευκαιρία για τον ήρωά μας να δείρει μερικούς ναζί, οπότε, μη μιλάτε γατάκια! Όλα τέλεια στο σενάριο!

 Η ταινία δεν πήγε καλά στα ταμεία (δεν σχολιάζω καν την κριτική αποδοχή) καθώς δεν έφερε ούτε τον προϋπολογισμό της πίσω. Έπαιξε ρόλο βέβαια και μια πραγματική τρομοκρατική επίθεση που έγινε στην Οκλαχόμα, εννέα μέρες πριν κυκλοφορήσει η ταινία, αλλά δεν θεωρώ ότι θα είχαμε μεγάλες αποκλίσεις στο box office. Σήμερα πάντως η ταινία βλέπεται αρκετά εύκολα, ένα Σάββατο μεσημεράκι που θέλεις να χαλαρώσεις στον καναπέ σου και λέω ξανά, κλείνοντας, ότι δεν είναι τόσο κακή όσο νομίζεις. Δεν είναι υπόδειγμα σεναρίου και σίγουρα ο Άαρον Νόρις δεν είναι σκηνοθέτης που ξέρει να χειριστεί καλά το είδος αλλά κάπως το όλο σύνολο δουλεύει σχετικά καλά.


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



15.5.25

The Minion (1998) Action Heroes Review

 

ΑΤΣΑΛΕΝΙΟΣ ΤΙΜΩΡΟΣ

Δράσης- Περιπέτεια- Φαντασίας- Τρόμου

Διάρκεια: 95'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Η θεωρία που ήθελε το τέλος του κόσμου να έρχεται με την έλευση της νέας χιλιετίας απασχόλησε ιδιαίτερα τον κινηματογράφο κατά τη δεκαετία του 1990. Από μετεωρίτες που θα έπεφταν στη Γη μέχρι την έλευση του Αντίχριστου, υπήρχε άφθονο υλικό για κινηματογραφικές ταινίες. Τα Αρμαγεδδών και Ολέθρια Σύγκρουση εξέταζαν-με τον δικό του τρόπο το καθένα- το ενδεχόμενο σύγκρουσης της Γης με μετεωρίτη και κυκλοφόρησαν και τα δύο το 1998. Το 1999 κυκλοφόρησε το End Of Days, με τον Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ να έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο τον Σατανά για να σώσει τον κόσμο μας. Ένα χρόνο πριν υπήρξε μία ακόμα ίδιας θεματολογίας ταινία αλλά με μικρότερο προϋπολογισμό και με έναν μικρότερης εμβέλειας ήρωα ταινιών δράσης, τον Ντολφ Λούντγκρεν (ο Ντράγκο του Ρόκι 4), να αναλαμβάνει τη σωτηρία του κόσμου αυτή τη φορά.

 Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1999 και στη Νέα Υόρκη ανακαλύπτεται κατά τις εργασίες ανασκαφής του μετρό ένας σκελετός ενός Ναϊτη ιππότη με ένα μυστηριώδες κλειδί στην κατοχή του. Η ανακάλυψη αυτή φέρνει τα πάνω κάτω καθώς η έλευση του ιππότη χρονολογείται πριν αυτής του Κολόμβου στην Αμερική και η νεαρή αρχαιολόγος που κάνει την ανακάλυψη, Κάρεν Γκούντλιφ, ονειρεύεται την απογείωση της καριέρας της. Αυτό που δεν γνωρίζει η Κάρεν είναι ότι το κλειδί που βρέθηκε μαζί με τον ιππότη, είναι αυτό που ανοίγει την πύλη που κρατά φυλακισμένο τον Αντίχριστο και που φυλάσσεται στην Ιερουσαλήμ από τους σημερινούς Ναϊτες. Το τσιράκι του Σατάνα, ένα δαιμονικό πνεύμα που έχει τη δύναμη να καταλαμβάνει οποιοδήποτε ανθρώπινο σώμα επιθυμεί, πλησιάζει στο σημείο ανασκαφής για να κάνει δικό του το κλειδί. Παράλληλα οι Ναϊτες στέλνουν τον δικό τους απεσταλμένο, τον Λούκας, να αντιμετωπίσει το πνεύμα και να φέρει το κλειδί με ασφάλεια στην Ιερουσαλήμ.

 Ο Καναδός Ζαν Μαρκ Πισέ που σκηνοθετεί εδώ είναι κυρίως γνωστός για τη δουλειά του στις διαφημίσεις. Κινηματογραφικά δεν έχει κάνει κάτι ιδιαίτερο ούτε σε ποιότητα ούτε σε ποσότητα. Αυτό που καταφέρνει στο The Minion είναι δημιουργήσει ατμόσφαιρα κατάλληλη για το είδος και να φτιάξει μια ενδιαφέρουσα για τα μάτια του θεατή ταινία. Πέρα από το οπτικό κομμάτι όμως δεν μπορείς να πεις ότι το φιλμ του Πισέ καταφέρνει πολλά και ειδικά στην καθοδήγηση των ηθοποιών και στη ροή της αφήγησης έχουμε θεματάκια. Προφανώς δεν βοηθάει και το σενάριο των Ματ Ρόου και Άβι Νέσερ, με τον δεύτερο να αποτελεί τα τελευταία χρόνια σημαντικό όνομα στην σκηνοθεσία για τον Ισραηλινό κινηματογράφο αλλά εκείνη την εποχή σκηνοθετούσε και έγραφε δεύτερες κυρίως περιπέτειες στο Χόλιγουντ, με το The Minion να μην ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο. 

 Ο Λούντγκρεν δεν μπορείς να πεις ότι είναι κακός. Αξιοπρεπής όπως στις περισσότερες εμφανίσεις του, χωρίς τρομερές υποκριτικές ικανότητες μεν αλλά με γνώση του τι μπορεί να κάνει και πως γράφει μπροστά στην κάμερα. Σίγουρα πιο άνετος όταν υπάρχει δράση και όπου δράση βάλε "ξυλίκι" για να μην μπερδεύεσαι.

 Όχι από τις καλές στιγμές για αυτόν τον ήρωα ταινιών δράσης. Το The Minion προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη φημολογία της επερχόμενης καταστροφής του κόσμου αλλά όπως και αυτή η φημολογία έτσι και αυτό πέρασε και ξεχάστηκε αμέσως. Ούτε στην εποχή του πήγε καλά εισπρακτικά, ούτε προφανώς δέχτηκε καλές κριτικές αλλά ούτε είχε το κατάλληλο υλικό ώστε να αποκτήσει μια πιο καλτ φήμη στα επόμενα χρόνια.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



8.5.25

The Order (2001) Action Heroes Review

 

Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

Δράσης- Περιπέτεια- Κωμωδία

Διάρκεια: 89'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Το έτος είναι το 2001 και ο αγαπητός Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ δεν βρίσκεται στην καλύτερη φάση της καριέρας του. Η τελευταία πραγματικά μεγάλη κινηματογραφική του επιτυχία βρίσκεται πίσω στο 1994 και το Timecop. Από εκεί και μετά ακολουθεί μια σταδιακή πτώση στα ταμεία των κινηματογράφων σε ότι αφορά τις ταινίες του Βέλγου. Ο ίδιος χάνεται στις καταχρήσεις και η προσωπική του ζωή διαλύεται, με αποτέλεσμα όλο αυτό να έχει αντίκτυπο και στην καριέρα του, με μερικές επιλογές ταινιών που θα τον ρίξουν τόσο χαμηλά που δεν θα καταφέρει να επανέλθει ποτέ στα στάνταρ που είχε θέσει στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Όχι μόνο δεν θα καταφέρει να επανέλθει αλλά από το 2005 θα υπάρξουν και αρκετές ταινίες του που θα κυκλοφορήσουν κατευθείαν στην αγορά του DVD ενώ ακόμα κι αυτές που θα πάρουν διανομή σε αίθουσες σε κάποιες γωνιές του πλανήτη, θα είναι αρκετά μικρές παραγωγές.

 Το The Order έρχεται την περίοδο της παρακμής του Βαν Νταμ, μετά τις απανωτές αποτυχίες των Universal Soldier: The Return, Desert Heat, και The Replicant, για να μπει κι αυτό σε αυτή λίστα καθώς κόστισε δώδεκα εκατομμύρια δολάρια και φαίνεται να μην έφερε ούτε ένα εκατομμύριο. Είναι όμως τόσο κακή ταινία άραγε μια ταινία που έχει στο καστ της εκτός από τον Βαν Νταμ, τον Τσάρλτον Ίστον (για πολύ λίγο είναι η αλήθεια), τον Μπεν Κρος και τον τιτάνα Μπράϊαν Τόμσον;

 Η πλοκή μας είναι σχετικά απλή. Ο Βαν Νταμ υποδύεται τον Ρούντι Κάφμαϊερ, έναν χαλαρό τυπάκο, τυχοδιώκτη, που ζει όμως φίνα ζωή κλέβοντας πολύτιμα ιστορικά αντικείμενα για λογαριασμό πελατών κερδίζοντας μεγάλα ποσά. Ο πατέρας του, Όσκαρ, είναι αρχαιολόγος και η τελευταία του ανακάλυψη είναι το χειρόγραφο του τελευταίου κρυφού κειμένου του Τάγματος, μιας θρησκευτικής αίρεσης που δημιουργήθηκε από έναν Σταυροφόρο, ο οποίος έζησε τη φρίκη της Πρώτης Σταυροφορίας στην Ιερουσαλήμ και δημιούργησε το Τάγμα, ως μια αδελφότητα που ενώνει τις τρεις μεγάλες θρησκείες του Χριστιανισμού, του Μουσουλμανισμού και του Ιουδαϊσμού. Μελετώντας το χαμένο χειρόγραφο, ο Όσκαρ ανακαλύπτει κάποιο τρομερό μυστικό και ταξιδεύει για αυτό το λόγο στο Ισραήλ και την Ιερουσαλήμ, όπου και θα χαθούν τα ίχνη του. Ο Ρούντι ταξιδεύει στο Ισραήλ αναζητώντας τον πατέρα του και σύντομα θα βρεθεί κι αυτός μπλεγμένος και κυνηγημένος από την αστυνομία αλλά και τα μέλη του Τάγματος, το οποίο βρίσκεται σε αναταραχή καθώς έχει μόλις δολοφονηθεί ο ηγέτης του και έχει αναλάβει πλέον ο όχι και τόσο "καθαρός" διάδοχος του.

 Στη σκηνοθεσία του The Order βρίσκουμε τον Σέλντον Λέτικ, ο οποίος συνεργάστηκε πρώτη φορά με τον Βαν Νταμ πίσω στο 1988 και την ταινία που έκανε αστέρι τον Βέλγο, το Bloodsport, αλλά εκεί είχε μόνο χρέη σεναριογράφου. Την πρώτη και δεύτερη σκηνοθετική του δουλειά θα πάρει ο Λέτικ σε ταινίες του Βαν Νταμ και πάλι, τα Lionheart και Double Impact, εισπρακτικές επιτυχίες και τα δύο, ενώ το 1988 συνεργάζεται με τον Σταλόνε στο σενάριο του τρίτου Ράμπο ενώ το 1993 σκηνοθετεί μια ακόμα καλή ταινία πολεμικών τεχνών, το Only The Strong, αναδεικνύοντας έναν ακόμα καλό ηθοποιό του είδους, τον Μαρκ Ντακάσκος. Γενικά ο Λέτικ δεν έχει άσχημη οπτική σε ότι αφορά τη δράση και αυτό το δείχνει και στο The Order. Στήνει αρκετά καλές σκηνές μονομαχιών σώμα με σώμα αλλά και ένα ωραίο και χιουμοριστικό κυνηγητό ενώ γενικά φανερώνει διάθεση να κρατήσει ανάλαφρο τόνο στην ταινία, επιθυμώντας να κάνει τον Ρούντι έναν "Ιντιάνα Τζόουνς" για τον Βέλγο, στοχεύοντας και σε άλλες ταινίες με πρωταγωνιστή τον ίδιο χαρακτήρα, κάτι που προφανώς δεν έγινε ποτέ.

 Το σενάριο υπογράφει ο Βαν Νταμ και ο Λες Γουέλντον, ο οποίος μας έχει δώσει και άλλα αριστουργήματα όπως τα Raging Sharks, Shark in Venice και τα Today You Die και Mercenary for Justice με τον ογκόλιθο Στίβεν Σιγκάλ. Προφανώς το αδύναμο κομμάτι της ταινίας είναι το σενάριο. Ούτε ο Ζαν Κλοντ, ούτε ο Γουέλντον έχουν δώσει ποτέ τρομερά δείγματα γραφής, οπότε δεν θα έπρεπε να περιμένουμε κάτι κι εδώ.

 Το φιλμ σώζεται (όσο σώζεται) από τον γρήγορο ρυθμό που επιλέγει να δώσει ο Λέτικ, από τον κεφάτο Βαν Νταμ και από τα περάσματα καλών ηθοποιών σε μικρούς ωστόσο ρόλους. Μικρότερη εμφάνιση απ' όλους κάνει ο Ίστον, ο οποίος δύο ταινίες μετά θα αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Εδώ ξεπετάει τη δουλειά στα γρήγορα, λέει μερικές ατάκες, μπινελικώνει ένα νεαρό οδηγό και πεθαίνει άδοξα (ουπς, σπόϊλερ) λίγα λεπτά μετά την εμφάνισή του στην οθόνη. Ο Μπεν Κρος υποδύεται έναν ντόπιο αστυνομικό διευθυντή στην Ιερουσαλήμ, με εμπλοκή στην εξέλιξη της ταινίας ενώ ο Μπράιαν Τόμσον παίζει τον αρχικακό της υπόθεσης, ο οποίος θα μπορούσε να έχει λίγο παραπάνω χρόνο συμμετοχής.

 Από την οθόνη παρελαύνουν και άλλες γνωστές φάτσες, ηθοποιοί/σταντμεν που έχουμε συναντήσει σε του Βέλγου. Ο Αμπντέλ Κισί και ο Πίτερ Μαλότα είναι αυτοί που θα αναγνωρίσετε ίσως εύκολα οι μυημένοι στη φιλμογραφία του Βαν Νταμ και φυσικά πρωταγωνιστούν και οι δύο σε σκηνές μάχης μαζί του.

 Ναι, το The Order δεν είναι από τις καλές ταινίες του Ζαν Κλοντ αλλά έχει τις στιγμές της και βλέπεται εύκολα. Η σοβαροφάνεια του τρίτου μέρους κοστίζει αρκετά στην όλη εικόνα της ταινίας που μέχρι και τα μισά κρατούσε μια πιο ανάλαφρη αφήγηση. Στην εποχή της πάντως δεν βοήθησε καθόλου την ανακοπή της πτωτικής πορείας που είχαν οι ταινίες με τον Βέλγο στα ταμεία. Στην Αμερική μάλιστα κυκλοφόρησε κατευθείαν σε DVD, οπότε ότι κατάφερε το κατάφερε εκτός Η.Π.Α. και όπως είπαμε και παραπάνω, κατάφερε ελάχιστα. Αν και μεταξύ μας, το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι από την ταινία λείπουν δύο στάνταρ που χαρακτηρίζουν τα φιλμ του Ζαν Κλοντ: 1. Δεν τον βλέπουμε να κάνει τα κλασικά ανοίγματά του, 2. δεν δείχνει τα γυμνά οπίσθιά του σε καμία σκηνή της ταινίας. Με αυτό το εξαιρετικά ποιοτικό και εύστοχο σχόλιο θα κλείσω αυτό το κείμενο.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



19.4.25

A Force of One (1979) Action Heroes Review

 

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ

Δράσης- Θρίλερ

Διάρκεια: 95'




Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Βρισκόμαστε στο 1979, ο Τσακ Νόρις επιστρέφει στον τρίτο πρωταγωνιστικό του ρόλο και ακόμα δεν λέει να καταλάβει τι είναι αυτό που τον κρατάει μακριά από το μεγάλο κινηματογραφικό του ξέσπασμα. Το μούσι, Τσακ. Αυτό το αδιαπέραστο, υπέροχο, αψεγάδιαστο μούσι σου!

 Αυτή η τρίτη προσπάθεια του Νόρις να γίνει κινηματογραφικός αστέρας τον βρίσκει λίγο περισσότερο μέσα στο στοιχείο του, καθώς υποδύεται έναν πρωταθλητή του καράτε. Όταν δύο μυστικοί αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών θα βρεθούν νεκροί κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, τα στοιχεία οδηγούν σε έναν εκτελεστή με γνώσεις πολεμικών τεχνών, ο οποίος θα αφήσει κι άλλα θύματα στο διάβα του. Τι σκέφτεται λοιπόν να κάνει το Αστυνομικό Σώμα; Για να προστατέψει τα μέλη του, ζητά τη βοήθεια του πρωταθλητή καράτε, Ματ Λόγκαν. Ο Λόγκαν πρέπει να εκπαιδεύσει τους αστυνομικούς ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις του μασκοφόρου εκτελεστή. Η υπόθεση όμως θα εξελιχθεί σύντομα σε πιο προσωπική για τον Ματ.

 Σε σχέση με το προηγούμενο φιλμ του Τσακ, Οι Μάγκες Φοράνε Μαύρα, εδώ έχουμε κάτι που είναι πιο ικανοποιητικό από σχεδόν όλες τις απόψεις. Υπάρχει καλύτερο σενάριο, υπάρχει ροή πιο ενδιαφέρουσα, υπάρχει (κι εδώ ) καλό επιτελείο ηθοποιών γύρω από τον ακόμα άπειρο πρωταγωνιστή και έχει γίνει προσπάθεια να δώσουν περισσότερο χώρο σε αυτό που μπορεί να κάνει καλά ο Τσακ Νόρις.

 Σκηνοθέτης εδώ αναλαμβάνει ο Πολ Άαρον, όταν ο Τεντ Ποστ που είχε σκηνοθετήσει την προηγούμενη ταινία του Νόρις, δηλώνει ότι δεν μπορεί να αναλάβει λόγω άλλων υποχρεώσεων. Ο Άαρον, σε αντίθεση με τον Ποστ, δεν έδωσε ποτέ καμία μεγάλη ή έστω πολύ καλή ταινία. Το A Force of One ήταν μάλιστα η δεύτερη σκηνοθετική του δουλεία στον κινηματογράφο, ήταν όμως ήδη καταξιωμένος θεατρικός σκηνοθέτης. Ο Άαρον φαίνεται να κατανοεί ότι πρέπει να δώσει περισσότερο χώρο στον Νόρις να κάνει πράγματα με την πολεμική του τέχνη ωστόσο η ματιά του μοιάζει περισσότερο "τηλεοπτική". Φροντίζει όμως να στήσει την κάμερα απέναντι από τους ηθοποιούς/ αθλητές στις σκηνές μάχης και να δώσει ξεκάθαρη εικόνα στο θεατή. 

 Το σενάριο έχει γράψει ο φίλος και μαθητής του Τσακ Νόρις, Πατ Ε. Τζόνσον, ο οποίος έχει μια αρκετά αξιόλογη πορεία τόσο στο χώρο των πολεμικών τεχνών αλλά και στον κινηματογράφο ως συντονιστής σκηνών μάχης (stunt coordinator) σε ταινίες όπως τα Karate Kid, Teenage Mutant Ninja Turtles και Mortal Kombat. Το σενάριο του Τζόνσον κλήθηκε να "συμμαζέψει" λίγο ο έμπειρος Έρνεστ Τάιντιμαν, ο οποίος το 1972 κέρδισε το Όσκαρ καλύτερου σεναρίου για το εκπληκτικό The French Connection του Γουίλιαμ Φρίντκιν. Αυτό που φαίνεται να κέρδισε η ταινία από την ανάμιξη του Τάιντιμαν είναι η κάπως πιο προσεγμένη ανάπτυξη μερικών χαρακτήρων.

 Γύρω από τον Τσακ τοποθετούνται αρκετά καλοί ηθοποιοί. Πρώτο όνομα μάλιστα, πάνω από του Νόρις, μπαίνει η Τζένιφερ Ο'Νιλ με ήδη αρκετά μεγάλες συνεργασίες στη φιλμογραφία της. Η Ο'Νιλ φαίνεται να βοηθά αρκετά τον Νόρις να αποδώσει λίγο καλύτερα σε σκηνές μαζί της (όσο καλύτερα μπορούσε να αποδώσει ο Νόρις εκείνης της περιόδου). Ο Κλου Γκούλαγκερ είναι ένα επίσης σημαντικό όνομα, ηθοποιός με μεγάλη καριέρα ήδη πίσω του, κυρίως τηλεοπτική, ο οποίος όμως στις νεότερες γενιές θα μείνει γνωστός για το ρόλο του στο Return of The Living Dead αλλά και αρκετές συμμετοχές σε ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 1980 όπως το δεύτερο  A Nightmare on Elm Street αλλά και το πάρα πολύ καλό The Hidden. Γενικά το επιτελείο ηθοποιών στο A Force of One είναι αρκετά καλό ικανό να στηρίξει τον άκαμπτο πρωταγωνιστή.

 Ο ίδιος ο Νόρις έχει δηλώσει ότι στην τρίτη πρωταγωνιστική δουλειά του ένιωσε να είναι δέκα φορές καλύτερος σε σχέση με την προηγούμενη ταινία του. Δεν φαίνεται τόσο μεγάλη διαφορά εδώ που τα λέμε αλλά μια βελτίωση υπάρχει. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα του δίνουν αρκετό διάλογο. Του ζητείται να δώσει λίγο συναίσθημα παραπάνω σε μια συγκεκριμένη σκηνή, σκληρή και κλειδί για την συνέχεια της ταινίας αλλά δεν το έχει ο Τσακ. Όταν βλέπεις νεκρό μπροστά σου τον θετό γιο σου, δεν μπορεί η αντίδραση να είναι αυτή που έχει ο Νόρις εδώ. Πόσο μάλλον όταν η σκηνή αυτή χρησιμοποιείται ως έναυσμα για τον ίδιο στην αναζήτηση εκδίκησης. Η συνέχεια ωστόσο και η τελική σκηνή μονομαχίας με τον Μπιλ Γουάλας είναι αρκετά καλή.

 Δεν είμαστε ακόμα στη διασκεδαστική περίοδο του Τσακ Νόρις, η οποία έρχεται με τις ταινίες του κυρίως στα χρόνια της Cannon αν και οι καλύτερες ταινίες του θεωρώ είναι δύο που γύρισε υπό την παραγωγή της Orion, τα Lone Wolf McQuade και Code of Silence. Το A Force of One είναι δείγμα της εποχής του. Μια μικρή αστυνομική ταινία με στοιχεία ταινίας πολεμικών τεχνών, γύρω από τη διακίνηση ναρκωτικών και τα προβλήματα που έφερε στην αμερικανική νεολαία, χωρίς ωστόσο να μπορείς να νιώσεις ότι είναι μια ταινία που εμβαθύνει ιδιαίτερα σε κάποια θεματική της. Οι κριτικές για την ταινία δεν ήταν αυτό που λες θετικές αλλά στα ταμεία τα πήγε σχετικά καλά καταφέρνοντας με μικρό μπάτζετ να φέρει κέρδος και να δώσει λίγη αναγνωρισιμότητα παραπάνω στον πρωταγωνιστή της.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι


28.2.24

The Shepherd (2008) Review

 

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ

The Shepherd (2008) Review Cinenoxos
Δράσης, Θρίλερ
Διάρκεια: 95'

 

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Το 2008 είναι μια περίεργη χρονιά για τον Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ. Η καριέρα του κάποτε υπολογίσιμου ονόματος στα ταμεία των κινηματογράφων, ήρωα ταινιών δράσης, έχει περάσει σχεδόν αποκλειστικά σε ταινίες που πάνε κατευθείαν στην αγορά των DVD. Εκείνη τη χρονιά, ο Ζαν Κλοντ, δίνει την καλύτερη ερμηνεία του στο JCVD και το όνομά του αρχίζει να συζητιέται και πάλι μετά από αρκετά χρόνια κατηφορικής πορείας, δημιουργώντας μια μικρή αναλαμπή σε μια καριέρα που φαινόταν δύσκολο να επιστρέψει στα μεγαλεία της αρχής της δεκαετίας του 1990. Το 2011 θα έχει συμμετοχή στη συνέχεια του Kung Fu Panda ενώ θα δώσει τα ρέστα του το 2012 ως αντίπαλος των Αναλώσιμων στην καλύτερη ταινία του franchise. Από εκεί κι έπειτα φροντίζει να παίζει σε σχετικά πιο αξιοπρεπείς ταινίες δράσης αλλά ποτέ κάτι ιδιαίτερο.

 Δεν τελειώσαμε όμως με το 2008. Μπορεί εκείνη τη χρονιά να κυκλοφόρησε το JCVD αλλά την ίδια χρονιά είδαμε και μια ακόμα ταινία δράσης από αυτές τις "δεύτερες" που έπαιζε ο Βαν Νταμ από της αρχές σχεδόν της δεκαετίας. Το The Shepherd ανήκει στις οριακά ανεκτές από αυτές.

 Ο Τζακ Ρομπιντό, πρώην αστυνομικός στη Νέα Ορλεάνη, ξεκινά να εργάζεται στη συνοριοφυλακή του Νέου Μεξικού, σε μια μικρή πολή, όπου γίνεται λαθρεμπόριο ναρκωτικών από τα σύνορα του Μεξικού. Εκεί την επιχείρηση έχει στήσει μια ομάδα πρώην στρατιωτικών της Αμερικανικής κυβέρνησης και φυσικά ο φίλος ο Ρομπιντό δεν είναι διατεθειμένος να τους αφήσει να συνεχίσουν τις δουλειές τους.

 Σκηνοθέτης εδώ είναι ο Ισαάκ Φλορεντάιν, ο οποίος είναι καλός σκηνοθέτης δράσης αλλά δεν μπορείς να τον πεις καλό σκηνοθέτη γενικά. Στην δράση και κυρίως στις μονομαχίες σώμα με σώμα δείχνει κι εδώ τις ικανότητές του αλλά ενδιάμεσα από τις σκηνές δράσης δεν καταφέρνει να ισορροπήσει τις υπόλοιπες θεματικές. Παρ'ολ'αυτά ο Φλορεντάιν ξεκινά με μια αρκετά καλά γυρισμένη αγωνιώδης σκηνή, που σε ιντριγκάρει για τη συνέχεια αλλά όπως και αρκετές μονομαχίες στη συνέχεια της ταινίας, δεν εξυπηρέτει στην εξέλιξη της πλοκής. Τι εννοώ με αυτό. Γενικότερα στις καλές ταινίες δράσης και συγκεκριμένα αυτές που μπλέκουν και πολεμικές τέχνες μέσα, θα παρατηρήσετε ότι οι σκηνές μάχης σώμα με σώμα των πρωταγωνιστών με τους αντιπάλους τους, αντικαθιστούν τους διαλόγους, συνεισφέροντας έτσι στην εξέλιξη της πλοκής. Εδώ αρκετές από αυτές τις σκηνές υπάρχουν απλώς για επίδειξη των ικανοτήτων του Βαν Νταμ και του σκηνοθέτη αλλά με μηδαμινή προσφορά στην πλοκή. Ξεκάθαρη εξαίρεση αποτελεί φυσικά η πάρα πολύ καλή τελική μάχη με τον επίσης πολύ καλό ηθοποιό του είδους, Σκοτ Άντκινς.

 Το σενάριο θέλει να βάλει τον ήρωά του να περνά ένα προσωπικό δράμα που εξηγεί την εμπλοκή του στο κυνήγι των εμπόρων ναρκωτικών αλλά ούτε ο Βαν Νταμ ούτε ο σκηνοθέτης φαίνεται να μπορούν να το υποστηρίξουν ικανοποιητικά. Το χεράκι τους εδώ βάζουν φυσικά και οι πολύ κακοί διάλογοι, που έχεις την αίσθηση ότι έγιναν αντιγραφή-επικόλληση στο σενάριο από διάφορες ταινίες του είδους, στερόντας οποιαδήποτε συνοχή στην συμπεριφορά των περισσότερων χαρακτήρων.

 Τι μένει λοιπόν από το The Shepherd;

 Μερικές καλογυρισμένες σκηνές δράσης όπου ο Φλορεντάιν στήνει την κάμερα σταθερά απέναντι από τους ηθοποιούς, αφήνοντας μας να βλέπουμε καθαρά όσα συμβαίνουν στην οθόνη, με αποκορύφωμα την τελευταία μονομαχία ανάμεσα στον Βαν Νταμ και τον Άντκινς. Πέρα από αυτά μην περιμένετε κάτι άλλο. Είπαμε ότι ανήκει στις πιο ανεκτές από τις "δεύτερες" περιπέτειες του Βέλγου αλλά μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για ταινίες οι οποίες ήταν στην πλειοψηφία τους αρκετά κακές.


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr



20.2.21

Hard to Kill (1990) Review

ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΟΝΟ

Δράσης,Αστυνομική,Περιπέτεια


Σκηνοθεσία:Bruce Malmuth

Σενάριο:Steven McKay
Πρωταγωνιστούν:Steven Seagal, Kelly LeBrock,William Sadler, Frederick Coffin

Διάρκεια: 96'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

Είμαι ένας άνθρωπος που αγαπάει τον κινηματογράφο δράσης κι έχω μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου για τους λεγόμενους "action heroes". Γεννήθηκα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οπότε υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση με τους action heroes εκείνης της δεκαετίας αλλά και της επόμενης. Μπορεί να μην βλέπω όλες τις ταινίες τους σήμερα με την ίδια οπτική που τις έβλεπα στα δέκα, στα δέκα πέντε ή στα είκοσι και αρκετές να έχουν ξεθωριάσει αλλά ομολογουμένως υπάρχει κάτι σε εκείνη την περίοδο, που κάνει ακόμα και τις κακές ταινίες ενδιαφέρουσες. Μεγάλο ρόλο σε αυτό θεωρώ ότι έπαιξε η προσωπικότητα των πρωταγωνιστών και ιδιαιτέρως αυτών που έρχονταν από το χώρο των πολεμικών τεχνών, όπως ο Τσακ Νόρις, ο Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ αλλά και όχι ο τόσο αγαπητός πλέον, Στίβεν Σιγκάλ. Ο Νόρις βρήκε μια κατάλληλη περσόνα και την στήριξε μια χαρά για αρκετά χρόνια, ο Βαν Νταμ έγραφε τέλεια στο φακό ενώ ο Σιγκάλ πούλησε τις γνώσεις του στο αϊκίντο και την ... παλιόφατσά του. Κανείς από αυτούς δεν μπορεί να περηφανεύεται για τις υποκριτικές του ικανότητες, παρότι οι δύο πρώτοι έκαναν κάποιες φιλότιμες προσπάθειες, αλλά στο σινεμά δράσης δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Είναι η φυσική εμπλοκή του πρωταγωνιστή στις σκηνές δράσης και για αυτό μπορούν να περηφανεύονται οι συγκεκριμένοι.
  Αν ωστόσο υπήρχε βραβείο πιο αντιπαθητικού ηθοποιού ταινιών δράσης, νομίζω ότι θα το κέρδιζε με διαφορά ο Σιγκάλ και δε νομίζω ότι θα διαφωνούσα, έστω κι αν πιτσιρικάς έβλεπα αρκετά άνετα τις περισσότερες από αυτές. Οι ιστορίες από τους ανθρώπους που κατά καιρούς δούλεψαν μαζί του είναι άφθονες και δεν είναι καθόλου τιμητικές ενώ και ο ίδιος δεν βοήθησε ποτέ με τις συνεντεύξεις του και γενικότερα τη στάση ζωής του. Ακόμα και πίσω στο 1990, την εποχή που άρχιζε να γίνεται μεγάλο όνομα και πρωταγωνιστούσε στη δεύτερη ταινία του, Hard to Kill, ο Σιγκάλ φρόντιζε να δίνει αφορμές στους συνεργάτες του να τον αντιπαθήσουν και να ανθεματίζουν την ώρα που επέλεξαν να συνεργαστούν μαζί του.
Hard to Kill
 Ωστόσο, καθόλου δεν εμπόδισε ο παλιοχαρακτήρας αλλά και το εντελώς άθλιο παίξιμο του Σιγκάλ να γίνει το Hard to Kill τεράστια επιτυχία και να θέσει γερές βάσεις για τη συνέχεια της καριέρας του.
 Σε αυτό το 100% γνήσιο δείγμα αστυνομικής περιπέτειας από τα παλιά, ο Στίβεν μας υποδύεται τον Μέισον Στορμ, έναν αστυνομικό που ετοιμάζεται να ξεσκεπάσει ένα δίκτυο διεφθαρμένων πολιτικών και αστυνομικών. Λίγο πριν τη μεγάλη αποκάλυψη, κουκουλοφόροι εισβάλουν στο σπίτι του και σκοτώνουν όλη την οικογένεια. Ο Στορμ όμως δεν είναι νεκρός, γιατί αν ήταν, η ταινία μας θα είχε τελειώσει εδώ. Μετά από πολύωρο χειρουργείο, η ζωή του ήρωά μας σώζεται αλλά ο ίδιος πέφτει σε κώμα για εφτά ολόκληρα χρόνια, ενώ ο συνάδελφος και φίλος του, Ο'Μάλεϊ, έχει φροντίσει όλα αυτά χρονιά να κρατηθεί μυστική η επιβίωση του Στορμ. Τα νέα δεν αργούν όμως να διαδοθούν και ο αστυνομικός βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο των επίδοξων δολοφόνων του. Με τη βοήθεια μιας νοσηλεύτριας θα καταφέρει να κρυφτεί για λίγο καιρό και σιγά σιγά θα ετοιμάσει την εκδίκησή του.
 Η πολύ απλή πλοκή είναι από τα ατού τόσο αυτής της ταινίας όσο και γενικότερα των ταινιών δράσης της εποχής. Αδιάφθορος μπάτσος εναντίον διεφθαρμένων και προσωπική εκδίκηση μετά το χαμό της οικογένειάς του. Ε, δεν θέλει πολύ ο θεατής για να στηρίξει τον ήρωα, έστω κι αν αυτός ο ήρωας εμφανίζεται πιο ξύλινος και από τον Πινόκιο.
 Μπορεί ο  Σιγκάλ  και η συμπρωταγωνίστριά του, Κέλι Λε Μπροκ, να δίνουν ρεσιτάλ κακών ερμηνειών, μπορεί το μοντάζ της ταινίας να είναι ελαττωματικό αλλά με κάποιο τρόπο όλο αυτό λειτουργεί και το τελικό αποτέλεσμα είναι διασκεδαστικό. Προφανώς οι σκηνές μάχης είναι το δυνατό σημείο της ταινίας, παρότι δεν είναι πάρα πολλές, αλλά είναι αυτές οι στιγμές που ο Σιγκάλ νιώθει πολύ πιο άνετα μπροστά στην κάμερα και αυτό φαίνεται. Επίσης, στον αντίποδα των κακών Σιγκάλ και ΛεΜπροκ, υπάρχουν οι καλοί καρατερίστες, Γουίλιαμ Σάντλερ και Φρέντερικ Κόφιν, για να ανεβάσουν το μέσο όρο.
Hard to Kill
 Σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο Μπρους Μάλμουθ, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε σκηνοθετήσει μια ξεχασμένη και υποτιμημένη αστυνομική περιπέτεια, με τον τίτλο Nighthawks και πρωταγωνιστές τους Σιλβέστερ Σταλόνε και Ρούντγκερ Χάουερ. Αυτή ήταν η καλύτερη από τις λίγες ταινίες που γύρισε ο Μάλμουθ ενώ σίγουρα το Hard to Kill ήταν η πιο επιτυχημένη του, όπως το ίδιο ισχύει και για τον σεναριογράφο, Στίβεν ΜακΚέι, που όπως ο Μάλμουθ έτσι κι αυτός δεν έκανε πολλές δουλειές. Τουλάχιστον εδώ μπορούν να περηφανεύονται ότι έδωσαν κάτι που πέτυχε οικονομικά στην εποχή του αλλά απέκτησε και καλτ φήμη στα επόμενα χρόνια!
 Από εδώ και πέρα, για περίπου μια εφταετία, ο Σιγκάλ είναι ένας μεγάλος χολιγουντιανός αστέρας. Το Hard to Kill έπαιξε το ρόλο του σε αυτό και μπορώ να καταλάβω τους λόγους, έστω κι αν δε μπορώ να καταλάβω τους λόγους που ο Σιγκάλ έγινε τόσο μεγάλο όνομα, τόσο που να εξαργυρώνει ακόμα και σήμερα εκείνη τη χρυσή του εφταετία (άντε δεκαετία). Έχει μια μαγνητική παρουσία στην οθόνη αλλά είναι τόσο άκαμπτος, που ανά διαστήματα σου προκαλεί εκνευρισμό ενώ και το αϊκίντο, του οποίου προβάλλεται ως ο πρώτος Δυτικός που του επιτράπηκε να εξάγει την τέχνη από την Ιαπωνία, δεν είναι και η πιο "κινηματογραφική" πολεμική τέχνη. Το Hard to Kill όμως παρά τα ελαττώματά του είναι μια ταινία που μπορείς να προτείνεις σε μια συγκεκριμένη μερίδα κοινού, που είναι μεγαλωμένη στις δεκαετίες 1980-'90 και μπορεί να κατανοήσει το γενικότερο πλαίσιο.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων


28.8.15

Επιστροφή στα '80ς- Dark Angel (1990)

Είδος : Περιπέτεια, Επιστημονικής Φαντασίας

ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ
Σκηνοθεσία:Craig R. Baxley
Σενάριο:Jonathan Tydor,
David Koepp(as Leonard Maas Jr.)
Παίζουν:Dolph Lundgren,
Brian Benben,Betsy Brantley
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Τζακ Κέην, αστυνομικός του Τμήματος Ηθών του Χιούστον, αντιμετωπίζει έναν λαθρέμπορο ναρκωτικών και σε μια συμπλοκή ο συνεργάτης του σκοτώνεται. Ο Κέην επιθυμεί να συνεχίσει εργάζεται στην υπόθεση παρά τις αντιρρήσεις των ανωτέρων του, οι οποίοι του θέτουν ως προϋπόθεση να συνεργαστεί με έναν νέο πράκτορα του FBI, τον Λάρι Σμιθ, αν θέλει να μη βγει από την υπόθεση. Αυτό που θα αντιμετωπίσει σύντομα ο Κέην με το συνεργάτη του, ξεφεύγει από τα όρια των δυνατοτήτων τους καθώς ανακαλύπτουν ότι μια εξωγήινη οντότητα δολοφονεί τυχαία ανθρώπους, δίνοντας τεράστιες ποσότητες ηρωίνης, για να εξάγει μια ουσία του εγκεφάλου μας, η οποία χρησιμοποιείται ως ακριβό ναρκωτικό στον πλανήτη του. Μόνη βοήθεια για τον Κέην και τον Σμιθ είναι ένας ακόμα εξωγήινος που κυνηγά τον πρώτο, με σκοπό να τον σκοτώσει!

ΑΠΟΨΗ: Ξεκινάω το κείμενο ξεκαθαρίζοντας γιατί την έχω εντάξει στα '80ς για να μην έχουμε παρεξηγήσεις, γιατί μερικοί είστε και παρεξηγησιάρηδες... Μπορεί το Dark Angel να κυκλοφόρησε το 1990, όμως έχει γυριστεί το '89 και η ατμόσφαιρα των '80ς είναι διάχυτη σε ολόκληρο το φιλμ· από το σενάριο, τη δράση μέχρι τις ερμηνείες και το γενικότερο κλίμα. Όσοι αμφιβάλλετε απλώς δείτε την ταινία!
 Βρισκόμαστε λοιπόν στις αρχές του 1990 και ο Λούντγκρεν φτιάχνει σιγά όνομα στην πιάτσα μετά την εμφάνισή του στο τέταρτο Ρόκι και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο Masters of The Universe και στο The Punisher. Η αλήθεια είναι ότι ο Σουηδός θα ακολουθήσει μια πορεία παίζοντας είτε δεύτερους ρόλους σε λίγο μεγαλύτερες παραγωγές είτε πρωταγωνιστώντας σε σχεδόν δεύτερης διαλογής ταινίες ή βιντεοταινίες λίγο καλύτερες ή λίγο χειρότερες από το Dark Angel... Εντάξει, κάποιες ήταν πολύ χειρότερες... Εδώ έχουμε ένα σχετικά κλασικό θέμα αστυνομικής περιπέτειας με τον σκληρό πρωταγωνιστή αστυνομικό και τον πιο κωμικό συνεργάτη του. Ως τέτοιο, το φιλμ έχει κάποιες καλές στιγμές αλλά ποτέ κάτι ιδιαίτερο καθώς και ο κωμικός ρόλος δίνεται στον ελαφρώς αδιάφορο Μπράιαν Ντέντεν, ο οποίος εκείνη την εποχή διατηρούσε το δικό του τηλεοπτικό σόου κι αν δε με ξεγελά η μνήμη μου πρέπει να παίχτηκε κάποια στιγμή και από την ιδιωτική τηλεόραση, για μικρό διάστημα. Πίσω στο φιλμ και πάλι, για να δούμε που διαφοροποιείται από το ύφος του buddy movie. Η διαφορά έγκειται στην προσπάθεια να μπούνε στοιχεία επιστημονικής φαντασίας μέσα στο σενάριο, με εξωγήινους που κυνηγιούνται στους δρόμους του Χιούστον, προσπαθώντας να εξάγουν ενδορφίνη, αν θυμάμαι καλά, από τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Ένας εξωγήινος λοιπόν σκοτώνει κόσμο για να πάρει ενδορφίνες κι ένας δεύτερος τον αναζητά για να τον σταματήσει. Κάπου εκεί μπλέκεται η χαλαρή αστυνομική περιπέτεια και οι πολεμικές τέχνες του Λούντγκρεν με την -όχι και τόσο ψαγμένη- επιστημονική φαντασία.
  Λίγο από Εξολοθρευτή, λίγο από Κυνηγό και λίγο από οποιαδήποτε αστυνομική περιπέτεια της εποχής μπορείτε να θυμηθείτε και έχουμε το τελικό αποτέλεσμα του Dark Angel. Το σενάριο συνυπογράφει ο Ντέιβιντ Κεπ του Τζουράσικ Παρκ ενώ στην σκηνοθεσία βρίσκουμε τον Κρεγκ Μπάξλεϊ. Αν δε σας λέει κάτι το όνομα του δεύτερου είναι λογικό καθώς οι περισσότερες δουλειές ήταν σαν κασκαντέρ ή σαν σκηνοθέτης τηλεοπτικών παραγωγών. Κατά πάσα πιθανότητα το Dark Angel είναι η καλύτερη δουλειά του!
  Ο Λούντγκρεν είναι αυτός που περιμένεις να είναι, ο Ντέντεν... τα είπαμε, ενώ χαρακτηριστική είναι η φιγούρα του θηριώδους Ματίας Χιούζ. Γεννημένος στη Γερμανία, ασχολήθηκε με τις πολεμικές τέχνες και γενικότερα τη γυμναστική από νεαρός, για να περάσει από τη διοίκηση επιχειρήσεων στο άνοιγμα δικών του γυμναστηρίων στη χώρα του και να βρεθεί μετά από μερικά χρόνια στο Χόλιγουντ και χάρη στη σωματική του διάπλαση να παίρνει ρόλους σε περιπετειώδη φιλμ, δεύτερης διαλογής συνήθως. Εδώ, ο Χιουζ κλέβει την παράσταση από τον έτερο θηριώδη Σουηδό και είναι η μορφή που χαρακτηρίζει το φιλμ.  
  Καλή ταινία βέβαια δεν τη λες αλλά μια μερίδα κοινού θα την ικανοποιήσει και μιλάω για εσάς που μεγαλώσατε στη δεκαετία του 1980 και που βλέπατε παρόμοια φιλμ στο βίντεο κάθε σαββατόβραδο, παρέα με φίλους και διάθεση για χαβαλέ! Αν τη δείτε με την ίδια διάθεση και σήμερα τότε μάλλον θα το διασκεδάσετε, όπως συνέβη και με μένα. Είμαι σίγουρος ότι αν το 1990 ήμουν 33 ετών και έβλεπα το Dark Angel θα το προσπερνούσα με μεγάλη ευκολία. Σήμερα όμως με μια μελαγχόλικη διάθεση για εκείνη την εποχή, μπορώ να εκτιμήσω με διαφορετικό τρόπο παρόμοια φιλμ ακόμα κι αν στο -όχι πολύ- βάθος, γνωρίζω ότι ότι πρόκειται για μέτριες ή κακές παραγωγές. Φαντάζομαι σας έδωσα το στίγμα. Η απόφαση δική σας! 




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
Dark Angel (1990) on IMDb



10.2.15

Action Heroes : Delta Force 2 The Colombian Connection (1990)

Είδος : Δράση, Περιπέτεια

Delta Force 2 The Colombian Connection
ΔΥΝΑΜΗ ΔΕΛΤΑ 2
Σκηνοθεσία:Aaron Norris
Σενάριο:Lee Reynolds
Παίζουν:Chuck Norris,John P. Ryan,
Billy Drago
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Ραμόν Κότα, μεγαλέμπορος ναρκωτικών, συλλαμβάνεται από το συνταγματάρχη Μακκόυ και το συνάδελφό του Μπόμπι Τσάβεζ, επίλεκτα μέλη της Δύναμης Δέλτα, και δικάζεται στην Αμερική. Μετά τη δίκη ο Κότα αφήνεται ελεύθερος πληρώνοντας εγγύηση και τα πράγματα παίρνουν άσχημη τροπή. Ο μικρός αδερφός του Μπόμπι Τσάβεζ και η έγκυος γυναίκα του δολοφονούνται και λίγες μέρες αργότερα το ίδιο συμβαίνει και στο Μπόμπι, ενώ τρεις άνδρες της δίωξης ναρκωτικών κρατούνται όμηροι από τον Κότα. Ο Μακκόυ και οι άνδρες της Δύναμης Δέλτα αναλαμβάνουν να απελευθερώσουν τους ομήρους και να συλλάβουν ξανά τον Κότα.

ΑΠΟΨΗ: Το Delta Force 2 είναι αυτό που λέμε "ταινία του Τσακ Νόρις", με τα όλα της. Αυτομάτως, στο άκουσμα αυτής της φράσης, κάποιοι σηκώνονται και φεύγουν, ενώ κάποιοι χαλαρώνουν και στήνονται μπροστά από την οθόνη τους, γνωρίζοντας τι ακριβώς θα ακολουθήσει. Μπορεί το πρώτο Delta Force να έχει αποκτήσει μια πιο cult φήμη αλλά, πιστέψτε με, ούτε το σίκουελ πάει πίσω κι ας το έχει σκηνοθετήσει η μεγάλη μου "συμπάθεια", ο φίλτατος Άαρον Νόρις.
  Αυτό που προσφέρει το Delta Force 2 είναι αρκετή δράση, ανεγκέφαλη συνήθως, καλογυρισμένη περιστασιακά και υπερβολική πολλές φορές (τις περισσότερες). Με λίγα λόγια, σφαίρες πέφτουν βροχή γύρω από τους "καλούς" αλλά αυτοί ατσαλάκωτοι. Όλοι εκτός από αυτούς που πρέπει να θυσιαστούν αρχικά, για να δώσουμε αφορμή στον Τσακ να θυμώσει και να "πάρει μπροστά". Οπότε ο καλύτερος φίλος του Μακκόυ, Μπόμπι, και η οικογένειά του δολοφονούνται, τρεις Αμερικανοί πράκτορες κρατούνται όμηροι, ε, δε χρειάζεται κάτι άλλο. Στείλτε τον Τσακ!
  Η αλήθεια είναι ότι μέχρι το πρώτο μισάωρο, το φιλμ δεν ξεφεύγει και στήνει καλά την πλοκή του, χωρίς πρωτοτυπίες βέβαια αλλά με σταθερά βήματα. Παρουσιάζει τον κακό του, που εδώ έχει τη μορφή του Μπίλι Ντράγκο, ενός ηθοποιού που είναι καταδικασμένος λόγω φυσιογνωμίας να παίζει κακούς τύπους, πάντα επιτυχημένα όμως, και μας δίνει κάθε λόγο να τον αντιπαθήσουμε. Στη συνέχεια έχουμε μια θεαματική σκηνή ελεύθερης πτώσης από ένα αεροπλάνο και μέχρι και τη δολοφονία της οικογένειας Τσάβεζ, το φιλμ είναι συγκρατημένο κι εσύ αρχίζεις να παραξενεύεσαι.
Από κει και πέρα, όμως, μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους, έστω και με μια μικρή κοιλιά ενδιάμεσα, για να πει και δυο κουβέντες ο Τσακ και να δείξει λίγο χαρακτήρα πριν πάρει τα τουφέκια. Έτσι, κάπου μισή ώρα πριν το τέλος, φτάνουμε σε μια τρίτη πράξη αντάξια στο όνομα που έχτισε ο γενειοφόρος Τεξανός τόσα χρόνια. Πυροβολισμοί στο φουλ, κλοτσιές, μπουνιές, μερικά ακροβατικά, καταδίωξη μέσα στη ζούγκλα με λιμουζίνα και ελικόπτερο και το απίστευτο φινάλε με Τσακ Νόρις και Μπίλι Ντράγκο να κρέμονται από τα σχοινιά του ελικοπτέρου και να σέρνονται μέσα στη ζούγκλα!
  Όπως έχετε καταλάβει, ούτε αυτό το φιλμ του Τσακ Νόρις είναι για πολλούς. Είναι ιδανικό για τους φαν του και θα προσφέρει διασκέδαση σε αυτούς που έζησαν τη δεκαετία του 1980 και ξέρουν πως ήταν οι κινηματογραφικές περιπέτειες εκείνης της εποχής. Δεν προσπαθεί να κάνει κάτι παραπάνω από αυτό που μπορεί, παρότι αρχικά μοιάζει να το επιθυμεί, και κρατάει τον πήχη σε ένα ύψος που μπορεί να κουμαντάρει. Μην ψάχνεις ερμηνείες, παρότι συνολικά υπάρχει ισορροπία, αν εξαιρέσεις τον πολύ εκνευριστικό και μέσα στην υπερβολή Τζον Π. Ράιαν, που υποδύεται τον Στρατηγό Τέιλορ, ο οποίος είναι με διαφορά ο πιο υπερβολικός του καστ. Μην ψάχνεις σενάριο, το οποίο εμβαθύνει σε χαρακτήρες και καταστάσεις. Δράση θα βρεις και όπως είπα και πριν θα βρεις τη δράση που υπόσχεται μια "ταινία του Τσακ Νόρις"! Αυτό αρκεί για να καταλάβεις! 




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Delta Force 2: The Colombian Connection (1990) on IMDb