Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2021. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2021. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.10.25

The Ice Road (2021) Mini Review

 

ΔΡΟΜΟΣ ΑΠΟ ΠΑΓΟ

The Ice Road 2021 Review
Δράσης- Περιπέτεια

Διάρκεια: 109'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο Λίαμ Νίσον είναι σαν να μην έχει παίξει τίποτα άλλο στη στη μετά Taken εποχή του πέρα από ταινίες δράσης. Από το 2008 και μετά, ο εξαιρετικά συμπαθής και πάρα πολύ καλός ηθοποιός, Λίαμ, έχει γεμίσει τη φιλμογραφία του με ταινίες δράσης και τυποποιήθηκε στο ρόλο του μεγαλύτερης ηλικίας ήρωα ταινιών δράσης. Η αλήθεια είναι ότι μια χαρά το υποστηρίζει και του πάει αλλά οι επιλογές σεναρίου δεν είναι πάντα και οι καλύτερες και αν κάτι κάνει ακόμα και τις χειρότερες από αυτές ταινίες να βλέπονται, αυτό δεν είναι άλλο από την επιβλητική παρουσία του Ιρλανδού, χωρίς απαραίτητα να είναι κι αυτός πάντα εκατό τοις εκατό εκεί.

 Το 2021 μας έρχεται το The Ice Road. Εκεί ο Λίαμ είναι φορτηγατζής και παίρνει δουλειές μαζί με τον μηχανικό αδερφό του. Ο αδερφός είναι βετεράνος του Αμερικανικού στρατού, εξαιρετικός μηχανικός αλλά πάσχει από αφασία, η οποία προκλήθηκε μετά τον πόλεμο του Κόλπου. Αυτό το ζήτημα προκαλεί θέματα στις δουλειές που αναλαμβάνουν με αποτέλεσμα να μην μπορούν να παραμείνουν για καιρό κάπου. Μια μεγάλη ευκαιρία προκύπτει όταν τους προτείνεται μια δουλειά επικίνδυνη μεν αλλά προσοδοφόρα δε. Πρέπει να μεταφέρουν μια τεράστια κεφαλή στον Καναδά, που θα βοηθήσει στον απεγκλωβισμό είκοσι έξι μεταλλωρύχων που βρίσκονται παγιδευμένοι εκεί. Το επικίνδυνο της υπόθεσης έγκειται στο ότι η παράδοση πρέπει να γίνει πολύ γρήγορα και ο μόνος τρόπος για να φτάσουν εγκαίρως είναι δια μέσου μιας επικίνδυνης παγωμένης διαδρομής, όπου το ογδόντα τοις εκατό αυτής περνάει πάνω από παγωμένες λίμνες. Υπάρχει όμως κι άλλος κίνδυνος σε όλη αυτή τη διαδρομή.

 Το The Ice Road είναι μια από τις αδιάφορες περιπέτειες που πρωταγωνίστησε ο Νίσον. Ενδιαφέρον το θέμα, συμπαθητικός σχετικά ο πρωταγωνιστής και οι ηθοποιοί τριγύρω του αλλά αδύναμη και ανέμπνευστη γενικά η περιπέτεια που σκηνοθετεί και γράφει ο Τζόναθαν Χένσλεϊ, του οποίου το όνομα έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ που είχα ξαναδεί και με τη βοήθεια του διαδικτύου τα κατάφερα. Ο Χένσλεϊ ήταν ο σκηνοθέτης του -όχι κακού- The Punisher, με τον Τόμας Τζέιν. Καλύτερα όμως τα κατάφερνε συνήθως ο Χένσλεϊ στη συγγραφή σεναρίων και τον συναντάμε πίσω από σενάρια όπως τα Die Hard With a Vengeance, Jumanji, Armaggedon, The Saint και την τηλεοπτική σειρά The Young Indiana Jones Adventures. Εδώ ούτε το σενάριό του όμως λέει κάτι ιδιαίτερο και το τελικό αποτέλεσμα έχει απλώς μερικές καλογυρισμένες σκηνές δράσης που βοηθούν- μαζί με το καλό επιτελείο ηθοποιών- να περάσει σχετικά ανώδυνα η ώρα σου σε μια οικιακή προβολή.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


1.11.22

Halloween Kills (2021) Review

 

Η ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΜΑΣΚΕΣ 2

Halloween Kills Review
Τρόμου, Θρίλερ
Διάρκεια: 105'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν και Ντάνι ΜακΜπράιντ επιστρέφουν μετά το Halloween του 2018, για το δεύτερο κεφάλαιο της δικής τους τριλογίας. Αφήνουν περισσότερο στην άκρη το σενάριο και ξαμολάνε τον Μάικλ Μάγιερς στο Χάντονφιλντ, να συναντήσει από κοντά τους κατοίκους της ήσυχης αυτής κωμόπολης και όσο προχωράει η ταινία εμείς αναρωτιόμαστε ποιος είναι πιο τρελός. Ο Μάγιερς ή οι κάτοικοι του Χάντονφιλντ;

 Η πλοκά μας συνεχίζεται ακριβώς εκεί που σταμάτησε η ταινία του 2018. Η Λόρι Στρόουντ μαζί με την κόρη και την εγγονή της αφήνουν το σπίτι τους να καίγεται, με τον Μάικλ Μάγιερς παγιδευμένο στο υπόγειο. Η πυροσβεστική καταφθάνει και μια έκπληξη περιμένει τους πυροσβέστες. Ο Μάγιερς είναι ακόμα ζωντανός και για ακόμη μια φορά θα βγει παγανιά στους δρόμους του Χάντονφιλντ. Αυτή τη φορά όμως ολόκληρη η πόλη προετοιμάζεται για να τον αντιμετωπίσει.

 Διαφορετική προσέγγιση εδώ από τον Γκριν. Αφήνει στην άκρη τους "Καρπεντερισμούς", αφήνει στην άκρη ακόμα και την δική του αισθητική, αυτή που εμφανίζεται ανά διαστήματα στην πρώτη ταινία, και φτιάχνει ένα σπλάτερ, με σατιρική διάθεση. Μόνο αν το διαβάσεις έτσι, μπορεί να λειτουργήσει το Halloween Kills. Μια ταινία που αφήνει χώρο στον Μάγιερς να κάνει μερικούς σκληρούς, αιματηρούς φόνους και παράλληλα επαναφέρει χαρακτήρες από την αυθεντική πρώτη ταινία (αυτή του 1978), με σκοπό να προσδώσει έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα στη διαμάχη των κατοίκων με τον ψυχοπαθή δολοφόνο. Η ιδέα δεν είναι κακή αλλά η υλοποίηση δεν πήγε πολύ καλά. Οι διάλογοι είναι στα όρια του αστείου, όπως αστεία είναι και η συμπεριφορά των κατοίκων, που βγάζουν μια απίστευτη μιζέρια και θεωρούν ότι ο Μάγιερς φταίει για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η πόλη και οι ίδιοι τα τελευταία χρόνια. Αυτό δεν έχει ειπωθεί στην ταινία αλλά αφήνεται ξεκάθαρα να εννοηθεί και κάπου εκεί αναρωτιέσαι κι έσυ τι ακριβώς είναι αυτό που έχει κάνει ο Μάγιερς για να καταστρέψει αυτή την πόλη. Σύμφωνα με την προηγούμενη ταινία, ο Μάγιερς βρίσκεται σαράντα χρόνια κλεισμένος στο ίδρυμα. Σε τι φταίει λοιπόν ο Μάγιερς αν οι κάτοικοι του Χάντονφιλντ δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν εκείνη τη νύχτα του 1978; Έχουν πέρασει σαράντα ολόκληρα χρόνια! Έλεος! Προχωρήστε τη ζωή σας. Αν στην ταινία του 2018 μπορούσες να δεχτείς το ψυχολογικό τραύμα της Λόρι Στρόουντ καθώς είναι μια επιζήσασα, μια γυναίκα που ξέφυγε από τα χέρια ενός μανιακού δολοφόνου, εδώ δυστυχώς δεν δουλεύει το ίδιο το σκήνικο που στήνεται με τους κατοίκους του Χάντονφιλντ.

 Η Τζέιμι Λι Κέρτις έχει εδώ μικρότερο ρόλο, όπως και η Τζούντι Γκριρ, παρότι η δεύτερη παίζει πιο σημαντικό ρόλο στο φινάλε της ταινίας. Από τους υπόλοιπους χαρακτήρες δεν μπορώ να πω ότι μας μένει κάποιος ιδιαίτερα καθώς η μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας μας βρίσκει να παρακολουθούμε το αλαφιασμένο πλήθος των κατοίκων να επιδίδεται σε κυνηγητό με τον Μάγιερς και να επιθυμούν το λιντσάρισμα του τέρατος.

 Μια δοκιμή στο σλάσερ για τον Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν, η οποία δεν δίνει κάτι καινούριο. Μια απόπειρα για σάτιρα που δεν πήγε καλά και κάπως έτσι το Halloween Kills πέρασε, κάνοντας αυτό που μάλλον επιθυμούσαν οι παραγωγοί. Έφερε λίγα χρήματα παραπάνω στα ταμεία πριν το φινάλε της τριλογίας, ένα χρόνο μετά.



Άκου ΕΔΩ το podcast του Cinenoxos σχετικά με το Halloween Kills και το Halloween Ends και αν σου αρέσει αυτό που άκουσες κάνε εγγραφή και κοινοποίηση το κανάλι, για περισσότερο υλικό!

 
 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr



28.9.22

The Burning Sea [Nordsjøen] (2021) Review


Η ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Δράσης, Δραματική, Θρίλερ

Διάρκεια: 104'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Οι Νορβηγοί είναι αποφασισμένοι να ζωντανέψουν ξανά το είδος της περιπέτειας καταστροφής. Ξεκίνησαν με το Κύμα (2015), ακολούθησε ο Σεισμός (2018) και το 2021 ήρθε η ώρα να βάλουν φωτιά στη θάλασσα!

 Τεράστιο ρήγμα ανοίγει στον πυθμένα της θάλασσας και μια πλατφόρμα εξόρυξης πετρελαίου καταρρέει. Αν το πετρέλαιο ξεφύγει, η οικολογική καταστροφή θα είναι τεραστίων διαστάσεων. Μόνος τρόπος για να περιοριστεί η ζημιά είναι να πυρπολήσουν το πετρέλαιο όσο βρίσκεται ακόμα κοντά στην πλατφόρμα. Ένας όμως εργάτης, ο Στιάν, παγιδεύτηκε εκεί κατά τη διαδικασία της εκκένωσης. Η σύντροφος του, Σοφία, η οποία είναι χειρίστρια μιας υποβρύχιας τηλεκατευθυνόμενης κατασκευής, σπεύδει στο σημείο για να τον βοηθήσει.

 Μία δύο θεαματικές σκηνές πολύ προσεγμένων ψηφιακών εφέ, μια υποψία αγωνίας λίγο πριν το τέλος και μάλλον έχετε τα δύο πράγματα που θα σας μείνουν από το The Burning Sea. Ο σκηνοθέτης Γιον Άντρεας Άντερσεν επιθυμεί να φτιάξει μια προσγειωμένη περιπέτεια καταστροφής και όχι μια πιο διασκεδαστική Χολιγουντιανού τύπου ταινία. Κατανοητό από τη μία, όμως όχι επιτυχημένο στην πράξη. Ούτε με τους χαρακτήρες δένεσαι, ούτε από την πλοκή παρασύρεσαι, ούτε και τα εφέ είναι αρκετά για να κάνεις τουλάχιστον χάζι, όπως συμβαίνει στις αναληθοφανείς αλλά πέρα για πέρα διασκεδαστικές ταινίες του μάστορα, Ρόλαντ Έμεριχ.

 Κατώτερη από τις δύο προηγούμενες ταινίες καταστροφής εκ Νορβηγίας, το The Burning Sea, αποτελεί επίτευγμα για το μέγεθος της παραγωγής, αλλά δυστυχώς δεν αρκεί αυτό για να σε κερδίσει. Τον εκάστοτε θεατή -και πάλι δυστυχώς- δεν τον νοιάζει αν αυτό που βλέπει αποτελεί κινηματογραφική υπερπροσπάθεια για μια χώρα σαν τη Νορβηγία. Τον νοιάζει το τελικό αποτέλεσμα, αυτό που βγαίνει στην οθόνη. Αν δεν του γεννήσει συναισθήματα, τότε βγαίνουν όλοι χαμένοι. Και πολύ φοβάμαι ότι το μεγάλο στοίχημα εδώ, το χάνει η ταινία.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr



4.8.22

SAS : Red Notice (2021)


SAS: ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ

SAS : RED NOTICE
Δράσης, Θρίλερ

Διάρκεια: 124'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο Στίβεν Μπίλι Μίτσελ υπηρέτησε στις Βρετανικές Ειδικές Δυνάμεις από το 1976 μέχρι το 1993 και στη μακρά θητεία συνέλεξε τρία τιμητικά μετάλλια. Τα πρώτα οχτώ χρόνια τον βρίσκουν στους Βασιλικούς Πράσινους Μπερέδες ενώ από το 1984 μέχρι το 1993 βρίσκεται σε μια άλλη ειδική μονάδα του Βρετανικού στρατού, τη S.A.S. (Special Air Service), με εξειδίκευση στα αντιτρομοκρατικά χτυπήματα, στη διάσωση ομήρων, στις ενέδρες και στην κρυφή αναγνώριση εδαφών. Ο Μίτσελ μάλιστα υπηρέτησε και ως διοικητής της περιπόλου Bravo Two Zero, που σχηματίστηκε κατά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, το 1991. Η περίπολος μπήκε στο Ιράκ με σκοπό να μαζέψει πληροφορίες, να αναγνωρίσει στόχους αλλά και να καταστρέψει εκτοξευτήρες πυραύλων Σκαντ. Σύντομα ο Μίτσελ και τα υπόλοιπα επτά μέλη της περιπόλου πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Πέντε μέλη επέστρεψαν, ανάμεσά του και ο Μίτσελ, ενώ τρεις έχασαν τη ζωή τους.

 Αφού ο Μίτσελ επέστρεψε σώος σωματικά από όλο αυτό και προσπάθησε να σώσει στη συνέχεια και τα λογικά του, αφοσιώθηκε στη συγγραφή βιβλίων, κυρίως μυθοπλασίας, με τη βοήθεια ενός συγγραφέα φάντασμα, ενώ και ο ίδιος χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Άντι ΜακΝαμπ. Στα βιβλία του πρωταγωνιστούν φυσικά στρατιωτικοί ή άνθρωποι των μυστικών υπηρεσιών και ο Μίτσελ μεταφέρει σε αυτά όλες τις γνώσεις του από τα εδάφη των συγκρούσεων. Μεγάλη επιτυχία σημειώνουν τα βιβλία του με τον χαρακτήρα του Νικ Στόουν, πρώην μέλος της S.A.S., αλλά το ενδιαφέρον της κινηματογραφικής μεταφοράς τράβηξε ένας χαρακτήρας που πρωταγωνιστεί σε μόλις τρία βιβλία, απέναντι στα δέκα εννιά του Νικ Στόουν. Ο λόγος για τον Τομ Μπάκινχαμ, ο οποίος, σωστά μαντέψατε, είναι κι αυτός στρατιώτης της S.A.S.

 Ο Τομ Μπάκινχαμ λοιπόν πρέπει να σταματήσει μια τρομοκρατική επίθεση από τους Μαύρους Κύκνους στην αμαξοστοιχία Eurostar, που κατευθύνεται από το Λονδίνο στο Παρίσι. Η παραστρατιωτική ομάδα Μαύροι Κύκνοι χρησιμοποιήθηκε από την Βρετανική Κυβέρνηση και μια μεγάλη εταιρεία αερίου για να εκκενώσει στα γρήγορα ένα χωριό στη Γεωργία που έμπαινε στο διάβα του αγωγού αερίου και που οι κάτοικοι δεν δέχονταν να εγκαταλείψουν το μέρος τους. Οι Μαύροι Κύκνοι έκαναν τη δουλειά αλλά λίγο καιρό μετά κυκλοφορεί ένα βίντεο στο διαδίκτυο από τη βραδιά της εκκένωσης. Ο φόβος της αποκάλυψης της συνεργασίας μεταξύ κυβέρνησης και παραστρατιωτικής ομάδας οδηγεί σε επίθεση του Βρετανικού στρατού στο κρησφύγετο των Μαύρων Κύκνων και εκεί σκοτώνεται ο αρχηγός της ομάδας, Γουίλιαμ Λιούις. Άλλα δύο μέλη της οικογένειας Λιούις, ο Όλιβερ και η Γκρέις, ξεφεύγουν και μαζί με τους εναπομείναντες Μαύρους Κύκνους στήνουν την επίθεση στην αμαξοστοιχία, με σκοπό την εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα τους. Ο Μπάκινχαμ βρίσκεται εκεί τυχαία, καθώς ταξιδεύει την κοπέλα του, με σκοπό να της κάνει πρόταση γάμου στο Παρίσι. Η πρόταση θα πρέπει να περιμένει.

 Σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο Νορβηγός, Μάγκνους Μάρτενς, ο οποίος έχει δουλέψει σε αρκετές καλές τηλεοπτικές σειρές αλλά στον κινηματογράφο δεν έχει να δείξει κάτι ιδιαίτερο πέρα από δύο ταινίες στη χώρα του, πριν αρκετά χρόνια. Ο Μάρτενς μαζεύει ένα αρκετά καλό επιτελείο ηθοποιών, με τη λογική του ότι κάποιοι είναι αρκετά διάσημοι, κάποιοι είναι αρκετά καλοί ηθοποιοί και κάποιοι είναι και τα δύο. Έχουμε λοιπόν τον Σαμ Χιούαν, τη Ρούμπι Ρόουζ, τον Τομ Χόπερ, τη Χάνα Τζον Κέιμεν, τον Νόελ Κλαρκ, τον Άντι Σέρκις και τον Τομ Γουίλκινσον να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Μάρτενς και αυτός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τον καθένα τους όπως μπορεί. Το κακό είναι ότι δεν τους εκμεταλλεύεται όλους όπως θα έπρεπε. Επίσης φαίνεται ο σκηνοθέτης να έχει έναν καλό υπεύθυνο φωτογραφίας, που φροντίζει η ταινία να είναι "όμορφη", ειδικά στα εξωτερικά πλάνα. Έχουμε επίσης καλές σκηνές δράσης και συμπαθητικές χορογραφίες, έστω κι αν δεν συγκλονιζόμαστε.

 Αυτό που δεν έχουμε στην ταινία, είναι "ρυθμός", "νεύρο" και ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Μια ταινία δράσης που διαρκεί περίπου δύο ώρες, οφείλει (έχοντας μάλιστα και τα παραπάνω θετικά που αναφέραμε) να κρατάει το θεατή σε μια εγρήγορση. Δυστυχώς δεν το έχουμε αυτό στο SAS: Red Notice. Υπάρχουν κομμάτια της ταινίας που αν τα απομονώσεις και τα δεις ως ξεχωριστές ενότητες, δουλεύουν αρκετά καλά και μπορείς να τα φανταστείς μέσα σε μια επιτυχημένη ταινία στο ύφος του Die Hard ή του Mission Impossible. Ο τρόπος όμως που παρουσιάζεται τελικά η ταινία δεν λειτουργεί πολύ καλά. Λείπουν οι στιγμές που θα σε παρασύρουν και θα σε βάλουν στο πλευρό του ήρωα, ενός ήρωα που η ταινία θεωρεί δεδομένο ότι τον συμπαθούμε ενώ στην ουσία δεν έχει κάνει και κάτι για να μας είναι τόσο εύκολα συμπαθής.

 Κακό δεν είναι τελικά το Red Notice, αν το δεις μέσα στο πλαίσιο μιας παλιομοδίτικης περιπέτειας, αλλά έχει στιγμές που σε κάνουν να πιστέψεις ότι θα γίνει πολύ καλύτερο στη συνέχεια. Δεν γίνεται όμως κι έτσι εκεί που λες "τώρα παίρνει μπροστά" , σε δύο λεπτά οι ρυθμοί πέφτουν ξανά. Αυτό γίνεται πολλές φορές στη διάρκεια της ταινίας. Ακόμα και στο φινάλε, το οποίο στήνει μια συνέχεια, που δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι θα υπάρξει.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr



12.7.22

Eiffel (2021) Review


ΑΪΦΕΛ

Eiffel
Βιογραφική, Δραματική,

Διάρκεια: 108'

 

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ήταν ο Γκούσταβ Άιφελ ένας άνθρωπος που έβαζε τις ιδέες πάνω από το προσωπικό του όφελος, πάνω από τη δόξα; Τον ένοιαζε η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο ή ήταν μια ακόμα ιδιοφυΐα που θα έκανε τα πάντα για να πετύχει το σκοπό του; Ο τρόπος που παρουσιάζεται ο Γκούσταβ Άιφελ σε αυτή την "ελεύθερη" βιογραφία φανερώνει το θαυμασμό των δημιουργών στο πρόσωπό του.

 Η ιστορία της ταινίας απλή. Παρακολουθούμε όσα διαδραματίστηκαν λίγο πριν την ανάθεση της κατασκευής του διάσημου πύργου στον διασημότερο Γάλλο πολιτικό μηχανικό της εποχής και φτάνουμε μέχρι και την ημέρα των εγκαινίων του συμβόλου της Γαλλίας. Αλατοπίπερο που θεώρησε η σεναριογράφος ότι έπρεπε να υπάρχει στην ταινία, είναι ένα κλασικά καταραμένο ρομάντζο από τα χρόνια που ο Άιφελ ήταν ακόμη ανερχόμενος και άσημος, που ολοκληρώνεται κι αυτό την ίδια ακριβώς ημέρα των εγκαινίων του έργου.

 Την ταινία σκηνοθέτησε ο Μαρτίν Μπουρμπουλόν και το σενάριο υπογράφει η Καρολίν Μπονγκραντ και όπως ήδη έχω γράψει είναι φανερός ο σεβασμός και ο θαυμασμός προς την προσωπικότητα του Άιφελ. Ίσως να είναι και αυτός ο λόγος που δεν γίνεται αυτό το φιλμ ποτέ κάτι μεγαλύτερο, κάτι κινηματογραφικά αντάξιο της φήμης, τόσο του ίδιου του Άιφελ όσο και του έργου του. Δεν είναι επουδενί μια κακή ταινία. Είναι μια βιογραφική προσέγγιση μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, η οποία γίνεται προσεκτικά και κατά πάσα πιθανότητα με όσο γίνεται μεγαλύτερη ιστορική ακρίβεια σε ότι αφορά τα έργα του Άιφελ, τον κοινωνικό του περίγυρο, τις σχέσεις με εργαζόμενους και τις μελέτες του. Ξεφεύγει μεν προσθέτοντας μια ιστορία αγάπης που απ' όσο μπόρεσα να ψάξω, σε αντίθεση με την υπόλοιπη ταινία, δεν είναι ακριβής αλλά δεν βρίσκω κακή την ιδέα. Δίνει μια λίγο πιο προσωπική, ευαίσθητη νότα, στη δημιουργία του επιβλητικού πύργου.

 Οι ερμηνείες είναι αξιοπρεπείς και προφανώς το βάρος πέφτει στο Ρομάν Ντούρις, στο ρόλο του Άιφελ, και στη Έμμα Μάκι, που υποδύεται την Αντριάν Μπουρζέ, τον χαμένο έρωτα του μηχανικού. Ο Ντούρις παραδίδει μια δυναμική ερμηνεία και φτιάχνει έναν γήινο χαρακτήρα, έναν άνθρωπο που φαίνεται να γνώριζε και τον τελευταίο εργάτη που δούλευε για αυτόν. Η Μάκι βγάζει μια μελαγχολία όσο προχωράει η ταινία, που ταιριάζει απόλυτα με αυτό που θέλουν οι δημιουργοί της ταινίας να δώσουν στο φινάλε.

 Έχω την αίσθηση ότι υπήρχε περισσότερο "ψωμί" στη ζωή του Γκούσταβ Άιφελ, είτε "με" είτε χωρίς την ύπαρξη του χαμένου ερωτά του. Η ταινία ωστόσο δεν είναι κακή. Απεικονίζει ωραία την εποχή, "δημιουργεί" από τα θεμέλια τον πύργο με αρκετά καλά ψηφιακά εφέ αλλά και σκηνικά, θίγει έστω και επιφανειακά θεματάκια πολιτικά, πολιτισμικά και εργασιακά. Δεν δίνει το κάτι παραπάνω, εγκλωβίζεται σε αυτή τη ρομαντική ιστορία που θέλει να μπλέξει με την ιστορία του πύργου, αλλά εν τέλει δεν θεωρώ ότι αποτελεί μια αποτυχημένη δημιουργία. Περισσότερο μια χαμένη ευκαιρία για ένα σπουδαίο κινηματογραφικό γεγονός.

 


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

8.6.22

The Card Counter (2021) Review

 

ΜΕΤΡΗΤΗΣ ΚΑΡΤΩΝ

Δραματική,Θρίλερ

Διάρκεια: 99'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο Όσκαρ Άιζακ μπαίνει με άνεση στο κινηματογραφικό σύμπαν του Πολ Σρέιντερ και δείχνει τις ερμηνευτικές του δυνατότητες. Υποδύεται έναν πρώην στρατιωτικό ανακριτή που δέχτηκε ποινή φυλάκισης και κατά τη διάρκεια της φυλακής ασχολείται με τα χαρτιά και μαθαίνει την τεχνική του "μετρήματος". Αφού αποφυλακίζεται βγάζει χρήματα από το τζόγο γυρνώντας από καζίνο σε καζίνο. Η ζωή του θα γίνει λίγο πιο δύσκολη όταν ένας νεαρός θα τον προσεγγίσει και θα του ζητήσει να τον βοηθήσει να πάρει εκδίκηση, σκοτώνοντας έναν πρώην αξιωματικό, ο οποίος έχει προκαλέσει κακό και στους δύο τους στο παρελθόν. Ο πρωταγωνιστής μας προσπαθεί να πείσει τον νεαρό να ξεχάσει την εκδίκηση και να βρει νόημα στη ζωή του ακολουθώντας τον σε μερικά σημαντικά τουρνουά. Γίνεται ένα είδος μέντορα και προστάτη για αυτόν αποζητώντας και ο ίδιος λύτρωση για το άσχημο παρελθόν του.

 Ο Σρέιντερ έχει περάσει τα εβδομήντα του χρόνια αλλά παραμένει ενεργός και με αρκετό πάθος για κάθε του δημιούργημα. Δεν καταφέρνει πάντα να δώσει κάτι εξαιρετικό αλλά δεν μπορείς να μην δεχτείς ότι είναι ένας δημιουργός που πειραματίζεται συνεχώς. Εδώ μας δίνει ένα αργό, σκοτεινό δραματικό θρίλερ με δυνατή εικονογραφία και με αέρα από κινηματογράφο του 1970. Δεν δίνει δεκάρα προφανώς για αυτά που προστάζει η σύγχρονη κινηματογραφική κουλτούρα και κάνει τα πάντα με τον δικό του τρόπο. Αν λοιπόν σου αρέσει ο τρόπος του Σρέιντερ τότε εδώ μάλλον θα βρεις ένα μικρό αριστούργημα, το οποίο θέλει και δεύτερη ανάγνωση για να το κατακτήσεις, κάτι που αυτόματα λειτουργεί σαν μειονέκτημα για το κοινό που δεν ανήκει στους φίλους του σκηνοθέτη.

 Οι ερμηνείες των Άιζακ, Σέρινταν και Νταφόε είναι απόλυτα μέσα στο κλίμα. Η Τίφανι Χάντις μοιάζει λίγο εκτός αλλά εκτιμάς την προσπάθεια που καταβάλλει να αφήσει στην άκρη την κωμική της περσόνα.

 Δύσκολη ταινία σε γενικές γραμμές. Άργησε και λίγο να μας έρθει στην Ελλάδα κάτι που προσθέτει δυσκολίες στην απόδοσή της στα κινηματογραφικά ταμεία αλλά αν θέλεις να ξεφύγεις για λίγο από το θόρυβο, τα ψηφιάκα εφέ και την ασταμάτητη κίνηση της κάμερας των σύγχρονων παραγωγών τότε ίσως να νιώσεις λίγο καλύτερα στη θέαση του The Card Counter.


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn

 

 

 

9.2.22

Castle Falls (2021)Action Review

 

Δράσης, Δραματική

Σκηνοθεσία:Dolph Lundgren
Σενάριο:
Andrew Knauer
Πρωταγωνιστούν:
Dolph Lundgren,Scott Adkins, Scott Hunter,Kim Delonghi,Vas Sanchez

Διάρκεια: 90'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Τα οικονομικά προβλήματα και η ανεργία μαστίζουν το μεγαλύτερο μέρος των καθημερινών ανθρώπων την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον. Από αυτά τα προβλήματα δεν ξεφεύγουν και οι πρωταγωνιστές της νέας ταινίας που σκηνοθέτησε ο Ντολφ Λούντγκρεν, ο οποίος μπαίνει για έβδομη φορά πίσω από την κάμερα και παραδίδει μια σχετικά προσγειωμένη ταινία δράσης.

 Ο Λούντγκρεν εδώ συμπρωταγωνιστεί με τον Σκοτ Άντκινς. Ο πρώτος υποδύεται έναν αστυνομικό που προσπαθεί να βρει τα χρήματα για να κάνει η μονάκριβη κόρη του την εγχείρηση που θα σώσει τη ζωή της. Ο δεύτερος παίζει έναν ταλαντούχο αλλά άνεργο και διαλυμένο ψυχικά αθλητή πολεμικών τεχνών. Αυτό που θα τους ενώσει είναι τα χρήματα που ένας κακοποιός έχει κρύψει σε μια πολυκατοικία, η οποία σύντομα θα κατεδαφιστεί. Ο Άντκινς που πιάνει δουλειά στο συνεργείο που ξεκινά της διαδικασίες κατεδάφισης, είναι αυτός που βρίσκει πρώτος τα χρήματα, χωμένα σε έναν τοίχο της οικοδομής. Ενώ οι εργάτες έχουν σχολάσει, επιστρέφει πίσω να πάρει τα χρήματα. Εκεί θα πέσει πάνω στον Λούντγκρεν, ο οποίος έχει πληροφορίες από έναν φυλακισμένο για την τοποθεσία των χρημάτων και αποφασίζει να τα αποκτήσει για να σώσει την κόρη του. Επίσης εκεί βρίσκονται και τα μέλη μιας συμμορίας που γνωρίζουν για τα χρήματα και όπως καταλαβαίνετε ακολουθεί μακελειό. Βάλε και το ότι από στιγμή σε στιγμή το κτίριο θα κατεδαφιστεί και έχετε μια πιο αναλυτική εικόνα.

 Τίμιος ο Λούντγκρεν. Τόσο στις ερμηνείες του, όσο στη σκηνοθετική του δουλειά είναι τουλάχιστον αξιοπρεπής. Δεν διακρίνεις κανένα εξαιρετικό ταλέντο αλλά βγάζει μια αρκετά ανθρώπινη ματιά στη συγκεκριμένη ταινία και κρατά έναν προσγειωμένο τόνο, σκηνοθετώντας παράλληλα αρκετά καλά και τη δράση. Εξάλλου και ο ίδιος είναι ηθοποιός που δεν έχει παίξει σε λίγες ταινίες δράσης ενώ και ο Άντκινς είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός ταινιών δράσης, πράγμα που βοηθά αρκετά τον σκηνοθέτη.

 Δεν υπόσχεται πολλά η ταινία και αυτό λειτουργεί προφανώς υπέρ της. Λούντκρεν και Άντκινς γράφουν στην κάμερα, έχουν και μια μεταξύ τους μονομαχία, ενώ ο Άντκινς φροντίζει να δώσει και μερικές κλωτσιές παραπάνω στο φινάλε. Είναι και είκοσι χρόνια νεότερος, οπότε επιβάλλεται. Όχι κακή επιλογή λοιπόν για τους φίλους των ταινιών δράσης και των δύο συγκεκριμένων αστέρων. Δεν είναι από τα καλύτερά τους αλλά είναι μια χαρά.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων



18.1.22

Swan Song (2021) Mini Review

 

ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ

Swan Song
Επιστημονικής Φαντασίας, Δράμα

Σκηνοθεσία:Benjamin Cleary
Σενάριο:
Benjamin Cleary
Πρωταγωνιστούν:Mahersala Ali,Naomie Harris,Awkwafina,Glenn Close,Adam Beach,


Διάρκεια: 112'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Με περίβλημα επιστημονικής φαντασίας, ο Μπέντζαμιν Κλίρι, θέτει φιλοσοφικά ερωτήματα κλωνοποιόντας τον Μαχερσάλα Άλι. Ένα ψυχολογικό δράμα τοποθετημένο στο μέλλον, μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα της τεχνολογίας για κλωνοποίηση αλλά και μεταφορά κάθε μνήμης στον κλώνο, για να θέσει το ερώτημα. Αν θα μάθαινες ότι σε λίγους μήνες πεθαίνεις, θα ήθελες ένας απόλυτα πιστά δημιουργημένος κλώνος σου, με όλες τις αναμνήσεις σου, να πάρει τη θέση σου και η οικογένειά σου να συνεχίσει να ζει ευτυχισμένη, αποφεύγοντας τη θλίψη του θανάτου, του αποχωρισμού;

 Αυτό είναι το βασικό ερώτημα και παρότι ο Κλίρι δίνει την δική του απάντηση, δεν απαιτεί να την υιοθετήσεις. Ακόμα και ο πρωταγωνιστής του δεν είναι εκατό τοις εκατό βέβαιος για τη τελική του απόφαση. Αφήνει όμως τον Μαχερσάλα Άλι να το πάρει πάνω του, μέσα από μια εξαιρετική ερμηνεία, απόλυτα ταιριαστή στο ύφος και στο σκοπό της ταινίας, οδηγώντας μας μαζί του σε ένα φινάλε που ταλαντεύεται ανάμεσα στο καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος. 

 Ένα μέλλον που δεν μοιάζει ξένο, παρότι λίγο πιο αποστειρωμένο, χαλαροί ρυθμοί, καθαρή φωτογραφία και δυο πολύ φυσικές ερμηνείες από τον Άλι και την Ναόμι Χάρις. Πολύ καλή επιλογή για τους φίλους της επιστημονικής φαντασίας, που θέτει ερωτήματα βασισμένα σε ένα τεχνολογικό επίτευγμα, ως πρόσχημα για μια εσωτερική αναζήτηση.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn

 

 

15.1.22

Being The Ricardos (2021) Review

 

 

Being The Ricardos
Βιογραφική, Δραματική

Σκηνοθεσία:Aaron Sorkin
Σενάριο:
Aaron Sorkin
Πρωταγωνιστούν:Nicole Kidman,Javier Bardem,J.K. Simmons,Nina Arianda,Tony Hale


Διάρκεια: 131'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Η νέα ταινία του Άαρον Σόρκιν είναι μια ταινία για το Χόλιγουντ από το Χόλιγουντ. Ο Σόρκιν χρησιμοποιεί το συγγραφικό του ταλέντο για να μας μεταφέρει στο 1950 και να πει την ιστορία του δημοφιλούς ζεύγους Λουσίλ Μπολ και Ντέζι Αρνάζ. Αν τώρα στους περισσότερους από εσάς δεν λένε κάτι αυτά τα δύο ονόματα, είναι λογικό καθώς μιλάμε για τους πρωταγωνιστές της κωμικής σειράς I Love Lucy, τεράστια επιτυχία στην Αμερικανική τηλεόραση από το 1951 έως το 1957, αλλά και πρωτοπόρα σειρά σε διάφορους τομείς, που ελάχιστα απασχολούν τον μέσο θεατή, ειδικά τον Έλληνα μέσο θεατή.

 Η Λουσίλ Μπολ και ο Ντέζι Αρνάζ είναι αστέρες πρώτου μεγέθους και εξήντα εκατομμύρια άνθρωποι στέκονται μπροστά στις τηλεοράσεις τους για να παρακολουθήσουν τα επεισόδια του I Love Lucy. Το ζευγάρι όμως αντιμετωπίζει προβλήματα που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στις ζωές αλλά και τις καριέρες τους. Η Λουσίλ μπαίνει στο στόχαστρο ως κομουνίστρια, πράγμα όχι καλό τη δεκαετία του 1950, ενώ ο Ντέσι φαίνεται να μην της είναι απόλυτα πιστός, πράγμα όχι καλό γενικότερα. 

 Αν είσαι λίγο "μπασμένος" μέσα στην Αμερικανική κουλτούρα τότε πολύ εύκολα θα παρακολουθήσεις την ταινία και θα βρεις ενδιαφέροντα πράγματα εκεί, πέρα από τις πάρα πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών. Η Κίντμαν δεν το συζητάμε ότι έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, ούτε τίθεται θέμα για την ερμηνευτική αξιοπρέπεια του Χαβιέ Μπαρντέμ ή του Τζ. Κ. Σίμμονς. Το θετικό εδώ είναι ότι συνολικά οι ηθοποιοί δουλεύουν έξοχα, ακόμα και στους δεύτερους, πιο υποστηρικτικούς ρόλους, κάτι που προφανώς χρεώνεται στον Σόρκιν.

 Η ταινία σίγουρα θα αγαπηθεί από το Χόλιγουντ οπότε εντύπωση δεν θα μας κάνει να δούμε μία, δύο ίσως και τρεις υποψηφιότητες στα Όσκαρ. Τώρα για τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς θεατές θεωρώ ότι το Being The Ricardos είναι μια ταινία που ευχάριστα την παρακολουθείς, που θα σε κρατήσει εκεί με ενδιαφέρον να δεις την εξέλιξη της ιστορίας αλλά θα τελειώσει και θα νιώθεις ότι έχεις μαζέψει μερικές πληροφορίες γύρω από τη ζωή διάσημων ηθοποιών μιας περασμένης εποχής, θα έχεις δει πως φτιάχνονταν μια τηλεοπτική σειρά τη δεκαετία του 1950, θα έχει δει πως λειτουργούσε το σύστημα εκείνη την εποχή. Με λίγα λόγια , δεν είμαι σίγουρος ότι θα νιώθεις ότι είδες μια κινηματογραφική ταινία, όσο κι αν όλο αυτό που είδες -επαναλαμβάνω- είναι καλοφτιαγμένο και λειτουργεί άρτια.


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn

 

 

11.1.22

Mother/ Android (2021) Mini Review

 

Mother/ Android
Επιστημονικής Φαντασίας, Δράμα, Θρίλερ

Σκηνοθεσία:Mattson Tomlin
Σενάριο:
Mattson Tomlin
Πρωταγωνιστούν:Chloe Grace Morretz,Algee Smith,Raul Castillo,


Διάρκεια: 110'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Η υποσχόμενη έναρξη του Mother/ Android και η αφοσιωμένη ερμηνεία της Κλόη Γκρέις Μόριτζ δεν αρκούν για να αποτελέσει η ταινία μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Δεν φταίει ότι την κεντρική ιδέα την έχουμε ξαναδεί. Τα ρομπότ έχουν επαναστατήσει ξανά στο παρελθόν αλλά με πολύ πιο επιτυχημένο τρόπο, όχι φυσικά για τα ρομπότ αλλά για τον κινηματογράφο. Δεν είναι λοιπόν η αίσθηση του ότι όλο αυτό το έχεις κάπου ξαναδεί που χαλάει την εμπειρία αλλά η - στο μεγαλύτερο μέρος- ψυχρή οπτικοποίηση όσων συμβαίνουν.

 Η ιστορία μας εκτυλίσσεται είτε κάπου στο μέλλον είτε σε κάποιο εναλλακτικό παρόν, όπου το κάθε σπίτι έχει κι ένα ανδροειδές να το βοηθά στις καθημερινές εργασίες. Τα ρομπότ επαναστατούν ένα βράδυ και επικρατεί πανικός. Ένα νεαρό ζευγάρι που έχει μόλις μάθει πως πρόκειται σε κάποιους μήνες να αποκτήσει παιδί καταφέρνει να σωθεί και περιπλανιέται στα δάση, μακριά από τα μέρη που περνώντας ο καιρός κατακτιούνται από τα ανδροειδή. Το ζευγάρι προσπαθεί να φτάσει στη Βοστόνη για να γεννηθεί με ασφάλεια το μωρό και από εκεί να φύγουν με πλοίο για την Κορέα, όπου φαίνεται τα πράγματα να είναι καλύτερα. Στο δρόμο όμως δεν πάνε όλα όπως τα έχουν σχεδιάσει και το πλάνο τους πρέπει να επανεξεταστεί.

 Περισσότερο περιμένεις μια ταινία χαρακτήρων σε ένα μετα-αποκαλυπτικό περιβάλλον παρά μια ταινία δράσης και παίρνεις και κάποια "σήματα" ότι κάπου το πάει, οπότε δίνεις χρόνο. Στο τέλος δυστυχώς απογοητεύεσαι γιατί ενώ έχει καλά σημεία, είτε με βάση το δράμα του ζευγαριού, είτε με βάση τη δράση στο ενδιάμεσο της ταινίας, είτε ακόμα και με μια ανατροπή που επιχειρεί να δώσει ακόμα πιο πεσιμιστικό χαρακτήρα στο έργο, όλα αυτά φαίνεται να μην δένουν αρμονικά μεταξύ τους.

 Καλές οι ερμηνείες, ενδιαφέρουσα φωτογραφία, ειπωμένη ξανά με διαφορετικούς τρόπους ιστορία, λίγο άψυχη η αφήγηση του σκηνοθέτη μας. Αμφιβάλλω λοιπόν αν θα μπορέσει να "σταθεί" η ταινία απέναντι στο κοινό που στοχεύει. 



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn

 

 

6.1.22

Ghostbusters : Afterlife (2021) Review

 

Ghostbusters : Afterlife
Φαντασίας, Κωμωδία, Περιπέτεια

Σκηνοθεσία:Jason Reitman
Σενάριο:
Jason Reitman,Gil Kenan
Πρωταγωνιστούν:Paul Rudd,Carrie Coon,Mckenna Grace,Finn Wolfhard,Logan Kim,Celeste O'Connor


Διάρκεια: 124'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Μόλις χθες έγραφα για το Spider-Man: No Way Home , δηλώνοντας ότι ήταν μια ταινία, η οποία με τον τρόπο που διαφημίστηκε με ιντρίγκαρε να την παρακολουθήσω, έστω κι αν τελικά σχεδόν απογοητεύτηκα, γιατί ο πήχης είχε ανέβει πολύ ψηλά. Το Ghostbusters : Afterlife ήταν στην ακριβώς απέναντι όχθη των προσδοκιών μου, όταν ακόμη και με το τελευταίο τρέιλερ, δεν είχε καταφέρει να με πείσει ότι η ταινία θα με αφορούσε, παρότι θεωρητικά ανήκω στο κοινό που στόχευε, όχι τόσο λόγω της πρώτης ταινίας του 1984 αλλά περισσότερο λόγω της σειράς κινουμένων σχεδίων αλλά και του Ghostbusters 2, το οποίο ήταν από τις ταινίες που πιτσιρικάς είχα δει αμέτρητες φορές. Κι όμως η προβολή της ταινίας δούλεψε υπερβολικά καλά για εμένα!

 Βρισκόμαστε σχεδόν σαράντα χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, τα οποία σηματοδότησαν τη δημιουργία της ομάδας των Κυνηγών Φαντασμάτων. Τριάντα δύο χρόνια έχουν περάσει από τη δεύτερη κινηματογραφική περιπέτεια των Γκόστμπαστερς κι εδώ πληροφορούμαστε ότι η ομάδα έχει διαλυθεί εδώ και χρονιά, όταν ο Ίγκον ειδοποίησε τους υπόλοιπους για μια ακόμα "καταιγίδα φαντασμάτων" που θα ακολουθούσε. Οι υπόλοιποι είτε δεν τον πίστεψαν είτε δεν είχαν διάθεση να συνεχίσουν πια το κυνήγι φαντασμάτων κι έτσι ο Ίγκον μάζεψε όσα περισσότερα σύνεργα της ομάδας μπορούσε και πήγε να εγκατασταθεί σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, ζώντας απομονωμένος όλα αυτά τα χρόνια. Ο λόγος που ο Ίγκον διάλεξε την συγκεκριμένη πόλη ήταν γιατί από εκεί υπήρχαν σημάδια ότι θα ξεκινήσει το κακό. Ένα κακό που η ομάδα είχε αντιμετωπίσει ξανά το 1984. Ο Ίγκον πεθαίνει μετά από την επίθεση ενός μυστηριώδους πλάσματος, για τον κόσμο όμως έπαθε καρδιακή προσβολή. Αυτό που εμείς αλλά ίσως και η ομάδα των Γκοστμπάστερς δεν γνωρίζαμε ήταν ότι ο Ίγκον είχε μια κόρη, με την οποία είχε κόψει επαφές εδώ και δεκαετίες. Λίγες μέρες μετά, η κόρη του, Κάλι, και τα δύο παιδιά της, η πανέξυπνη Φοίβη και ο μεγαλύτερος Τρέβορ, μετακομίζουν στο σπίτι που τους άφησε ο εξαφανισμένος μπαμπάς και παππούς. Εκεί η Φοίβη θα αρχίσει να έχει μια μεταφυσική επικοινωνία με τον παππού της και θα ανακαλύψει έναν ολόκληρο κόσμο που ο Ίγκον είχε στήσει στο σπίτι, έτοιμος να αντιμετωπίσει το επερχόμενο κακό. Η μικρή μαθαίνει ποιος ήταν ο παππούς της, ποιοι ήταν οι Γκοστμπάστερς και πόσο διάσημοι ήταν την δεκαετία του 1980 και προσπαθεί και η ίδια να προειδοποιήσει τους γύρω της για αυτό που έρχεται, κάτι πολύ δύσκολο καθώς οι περισσότεροι θεωρούσαν τον Ίγκον έναν παλαβό που ζούσε σαν ερημίτης.

 Το Afterlife δεν είναι μια προσεγμένη ταινία σε ότι έχει να κάνει με τη συνοχή του σεναρίου, την ιστορία της. Υπάρχουν αρκετά κενά και πολλά πράγματα που ενώ γίνεται μια προσπάθεια να εξηγηθούν, αυτό δεν γίνεται με κατάλληλες προϋποθέσεις. Η ταινία όμως έχει κάτι που δεν συναντάς συχνά τα τελευταία χρόνια. Έχει έναν σκηνοθέτη (και σεναριογράφο) που τρέφει μεγάλη αγάπη για το υλικό του. Πως θα μπορούσε να συνέβαινε το αντίθετο όταν σε λένε Τζέισον Ράιτμαν και είσαι γιος του Άιβαν, του σκηνοθέτη των δύο πρώτων ταινιών, και έχεις μεγαλώσει μέσα σε αυτά τα πλατό. Το γύρισμα λοιπόν αυτών των ταινιών αποτελεί μια ευχάριστη παιδική ανάμνηση για τον Τζέισον και η δημιουργία αυτής της νέας ταινίας ήταν κάτι που ο ίδιος το ποθούσε χρόνια. Όλη αυτή η ενέργεια περνάει σε κάθε πλάνο της ταινίας και ο Ράιτμαν φαίνεται να έχει καταφέρει να το περάσει και στους ηθοποιούς του, με αποτέλεσμα ακόμα κι αν πολλές φορές το σενάριο και οι διάλογοι τους εκθέτουν, οι χαρακτήρες τους γίνονται απολύτως δεκτοί από το θεατή.

 Σίγουρα ξεχωρίζει από το επιτελείο ηθοποιών η νεαρή ΜακΚένα Γκρέις, η οποία υποδύεται την εγγονή του Ίγκον Σπένγκλερ. Εκτός από την εμφάνιση, η οποία έχει προσεχθεί ώστε να "φέρνει" στον παππού Ίγκον, η Γκρέις φαίνεται να έχει μελετήσει γενικότερα τον Χάρολντ Ράμις, βγάζοντας έτσι έναν μεγαλύτερο συναισθηματισμό στην οθόνη, σε κάποιες συγκεκριμένες στιγμές.

 Πολύ εύκολα μπορεί να κατηγορήσει κάποιος (το έκαναν ήδη αρκετοί) την ταινία ως ξεκάθαρο προϊόν νοσταλγίας, χωρίς ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Ως προς το πρώτο σκέλος δεν διαφωνώ, απλώς το διαβάζω από την ανάποδη και το βλέπω ως κάτι θετικό, έχοντας ήδη εξηγήσει τον λόγο παραπάνω, που δεν είναι άλλος από την πραγματική αγάπη που φαίνεται να έχει ο Ράιτμαν για ολόκληρο το franchise. Δεν θεωρώ ότι βάζει πράγματα απλώς για να τα βάλει στοχεύοντας μόνο στην εύκολη πρόκληση του συναισθήματος του θεατή αλλά γιατί και ο ίδιος θέλει να τα δει όλα αυτά να ζωντανεύουν ξανά στην οθόνη.

 Υπάρχουν ζητήματα στο σενάριο της ταινίας, το γράφω ξανά. Προσπαθεί να γίνει μια σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν, με το δύσκολο κομμάτι να είναι το κενό ανάμεσα σε 1989 και 2021, χρονική περίοδος κατά την οποία οι Γκοστμπάστερς όχι μόνο δεν χρειάστηκαν ξανά αλλά φαίνεται να έχουν και σχεδόν ξεχαστεί από τους περισσότερους, πράγμα περίεργο καθώς μιλάμε για δύο τρομακτικά μεγάλες επιθέσεις μεταφυσικών πλασμάτων στην Νέα Υόρκη, που λογικά θα απασχόλησαν την παγκόσμια κοινότητα. Υπάρχουν κάποια βίντεο στο YouTube, στα οποία ανατρέχουν και τα πιτσιρίκια της ταινίας για πληροφορίες, και βλέπουμε ότι κάποιοι, όπως ο χαρακτήρας του Πολ Ραντ, θυμούνται τους Γκόστμπαστερς αλλά γενικά δεν πείθει αυτή η ξαφνική εξαφάνιση της ομάδας και πολύ περισσότερο η εξαφάνιση των φαντασμάτων γενικότερα.

 Παρά τα θέματά της όμως, η ταινία έχει καρδιά και βγάζει έναν πολύ αληθινό συναισθηματισμό. Ομολογώ ότι κι εγώ στο φινάλε βούρκωσα, χωρίς να το περιμένω... Θεωρώ λοιπόν ότι χρησιμοποιεί τη νοσταλγία έχοντας καλές προθέσεις. Έχει καλές κωμικές στιγμές, όχι βέβαια στο επίπεδο της πρώτης ταινίας, καθώς εδώ μιλάμε για μια πιο οικογενειακή ταινία, έστω κι αν κάποιες στιγμούλες φαίνεται να αφήνει τον Ραντ να αυτοσχεδιάσει. Είναι γενικά απολαυστική η ταινία και σε πείθει ότι είναι στο ίδιο σύμπαν με τις πρώτες ταινίες. Είναι γράμμα αγάπης και νοσταλγίας που φαίνεται όμως να έχει γραφτεί με ειλικρινή αισθήματα. Ίσως αν βρει την αποδοχή του κοινού και φέρει έσοδα, να δούμε και συνέχεια στη σειρά ταινιών, κάτι που στήνεται ξεκάθαρα στο τέλος της ταινίας. Προσωπικά πάντως με ενδιαφέρει και ίσως θα ήταν καλή ιδέα να αφήσουν τον Τζέισον Ράιτμαν να ασχοληθεί με τη συνέχεια της ιστορίας.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn



5.1.22

Spider-Man: No Way Home (2021) Spoiler Review

 

Επιστημονικής Φαντασίας, Δράσης, Κόμικ

Σκηνοθεσία:Jon Wats
Σενάριο:
Chris McKenna,Erik Sommers
Πρωταγωνιστούν:Tom Holland,Zendaya,Jacob Batalon,Benedict Cumberbatch,Alfred Molina,Willem Dafoe,Marisa Tomei


Διάρκεια: 158'

  

Το κείμενο αποκαλύπτει πράγματα που θα ήταν καλό να μην γνωρίζετε αν δεν έχετε δει την ταινία. Συνεχίζετε με δική σας ευθύνη...

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ήμουν σχετικά ενθουσιασμένος για το No Way Home. Έχω κουραστεί γενικότερα με τη φόρμουλα της Μάρβελ και δεν το κρύβω αλλά η ιδέα της κινηματογραφικής συνάντησης των τριών Αραχνάνθρωπων και των κόσμων τους με ιντρίγκαρε. Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, ήθελα να ξαναδώ τον Τόμπι Μαγκουάιρ στη στολή, τον δικό μου αγαπημένο Πίτερ Πάρκερ/ Σπάιντερ-Μαν, οπότε το No Way Home ήταν μια ταινία της Μάρβελ που όντως ήθελα να παρακολουθήσω. Επίσης είχα βρει εξαιρετικό το Homecoming, το Far For Home δεν με ενθουσίασε αλλά και πάλι βρίσκω συμπαθή τον Χόλαντ στο ρόλο, οπότε το κλείσιμο της άτυπης τριλογία του Σπάιντερ-Μαν στο κινηματογραφικό σύμπαν της Μάρβελ, με "είχε" ακόμα μαζί της. Το πρόβλημα είναι ότι οι προσδοκίες έπιασαν ταβάνι, κυρίως μέσα από τις κριτικές των ξένων πηγών. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που ονόμασαν την ταινία ως την καλύτερη της Μάρβελ, ενώ πάρα πολλοί ξένοι αλλά και Έλληνες κριτικοί τοποθετούν το No Way Home στη λίστα με τις δέκα καλύτερες ταινίες του 2021. Όλα αυτά δεν τα αναφέρω γιατί εν τελεί διαφωνώ κάθετα αλλά για να δείξω τον τρόπο που ανέβηκε ο πήχης των προσδοκιών μου για την ταινία.

 Δυστυχώς το No Way Home δεν με κέρδισε, όπως περίμενα. Το πρώτο μισό της ταινίας ήταν μεν ευχάριστο αλλά εντελώς μέσα σε αυτή τη φόρμουλα, η οποία ανέφερα παραπάνω ότι με έχει κουράσει. Ας πούμε όμως δυο λόγια για την πλοκή και επανερχόμαστε.

 Ο Πίτερ ζητά από τον Στρέιντζ με ένα ξόρκι να ξεχάσουν οι πάντες ότι είναι ο Σπάιντερ-Μαν, κάτι που έγινε γνωστό στο τέλος της προηγούμενης ταινίας και εδώ βλέπουμε τις επιπτώσεις του. Το ξόρκι δεν πάει καλά, γιατί ο Πίτερ παρεμβάλλεται διαρκώς και ζητά να εξαιρεθούν από το ξόρκι η Μ. Τζ και ο Νεντ, και σύντομα αρχίζουν να εμφανίζονται αντίπαλοι του Σπάιντερ-Μαν από άλλα σύμπαντα. Ο Ότο Οκτάβιους, ο Νόρμαν Όσμπορν/ Γκριν Γκόμπλιν, ο Φλιντ Μάρκο/ Σάντμαν, ο Μαξ Ντίλον / Ηλέκτρο, ο Κερτ Κόνορς/ Λίζαρντ εμφανίζονται σταδιακά σε αυτό το σύμπαν και ο Πίτερ Πάρκερ προσπαθεί με τη βοήθεια του φίλων του να συμμαζέψει το χάλι που προκάλεσε.

 Έχω τεράστιο θέμα με το χιούμορ των ταινιών της Μάρβελ και τον τρόπο που πρέπει να υπάρχει μέσα στο σενάριο και τους διαλόγους. Προφανώς γενικά στο κοινό αρέσει αυτό αλλά δυστυχώς εμένα με κουράζει. Εδώ τουλάχιστον στο δεύτερο μισό της ταινίας όλο αυτό γίνεται λίγο πιο ελεγχόμενα αλλά και πάλι θα μπορούσε να λείπει σε μεγαλύτερη διάρκεια ώστε να μην μειώνει την ένταση κάποιων καλών δραματικών στιγμών αλλά και να μην "ηλιθιοποεί" χαρακτήρες οι οποίοι μέχρι τώρα δεν έχουν εμφανίσει τέτοια συμπτώματα (βλέπε Δρ Στρέιντζ).

 Γενικά η τελική αίσθηση που μου άφησε το φιλμ ήταν καλή αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να τη θεωρήσω την καλύτερη αυτού του κινηματογραφικού franchise. Τα μόνα σημεία που θέλω να μείνω είναι αυτά που βρήκα θετικά και που όντως η ταινία με είχε εκατό τοις εκατό εκεί. Ο Γουίλεμ Νταφόε, ο Τομ Χόλαντ και οι σκηνές των τριών Σπάιντερ-Μεν. Ο Νταφόε είναι ο μόνος από τους κακούς που δίνει κάτι παραπάνω στον χαρακτήρα του και αξιοποιεί κάθε πτυχή αυτού που του έχουν γράψει. Είναι σχιζοφρενής, είναι ασθενής, είναι δύο χαρακτήρες και ο Νταφόε το δίνει αυτό απόλυτα. Ο Χόλαντ δίνει ξανά ψυχή και βάθος στον Πίτερ Πάρκερ του, ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές του. Τέλος και -κακά τα ψέμματα- σημαντικότερο όλων είναι η συνάντηση των τριών Σπάιντερ-Μεν. Μαγκουάιρ, Γκάρφιλντ και Χόλαντ προκαλούν ενθουσιασμό και ρίγη στους φίλους τους κι έχουν και οι τρεις τη στιγμή τους με πιο συγκινητική ίσως αυτή του Γκάρφιλντ αλλά η δική μου αγαπημένη (λόγω αγάπης στο Σπάιντερ-Μαν του Μαγκουάιρ ίσως) είναι αυτή του Τόμπι, όταν μπαίνει ανάμεσα στον Πάρκερ του Χόλαντ και τον Όσμπορν. Το βλέμμα του Μαγκουάιρ λέει όλα όσα πρέπει να πει στον πιτσιρικά Πίτερ Πάρκερ που έχει μπροστά του.

 Εννοείται ότι η ταινία δεν είναι κακή. Εννοείται ότι πάρα πολλοί εκεί έξω θα την αγαπήσουν και το δέχομαι αυτό αδιαμαρτύρητα και είμαι μαζί τους. Ο καθένας έχει δικαίωμα να δίνει την καρδιά του όπου θέλει. Να αγαπάει πράγματα, μουσική, ταινίες, βιβλία, πίνακες ζωγραφικής, κόμικς που άλλοι τα βλέπουν αδιάφορα ή τα μισούν. Για εμένα δυστυχώς η Μάρβελ φαίνεται ότι μετά το Infinity War απομακρύνθηκε ή μάλλον εγώ απομακρύνομαι. Αγαπάω τα κόμικς γενικά, αγαπάω τον Σπάιντερ-Μαν, τον Χαλκ, τον Άιρον Μαν και αρκετές από τις αρχικές ταινίες τις βρίσκω ακόμα υπέροχες. Νομίζω όμως ότι πρέπει να αλλάξει το μοτίβο της η εταιρεία για να μπορέσω να δω ξανά τις ταινίες της ως "ταινίες" και όχι ως ένα ενιαίο κινηματογραφικό προϊόν. Όσο όμως αυτό εκεί έξω πουλάει και γεμίζει κινηματογράφους, κανένα πρόβλημα. Άσε που έχω μια κρυφή ελπίδα ότι με το φινάλε της συγκεκριμένης ταινίας, η Μάρβελ δείχνει ότι κάτι θέλει να αλλάξει.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn

 

 

31.12.21

Batman: The Long Halloween Parts 1-2 (2021) Review

 

Batman The Long Halloween
Μυστηρίου, Δράσης, Θρίλερ, Κινουμένων Σχεδίων

Σκηνοθεσία:Chris Palmer
Σενάριο:
Tim Sheridan
Πρωταγωνιστούν:Jensen Ackles,Josh Duhamel, Naya Rivera,Billy Burke,Troy Baker, Julie Nathanson


Διάρκεια: Part 1 -85'  Part 2- 87'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Η αγάπη μου για το σύμπαν κινουμένων σχεδίων της DC είναι δηλωμένη με αρκετά κείμενα εδώ και πάρα πολύ καιρό στο Δες και Πες. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν αστοχίες αλλά η πλειοψηφία των ταινιών είναι συνήθως εξαιρετικά προσεγμένη, τόσο στο σχέδιο όσο στο σενάριο, τους διαλόγους, τη σκηνοθεσία. Μια από τις τελευταίες δημιουργίες σε αυτό το σύμπαν είναι το The Long Halloween, ιστορία με τον Σκοτεινό Ιππότη στο επίκεντρο, βγαλμένη κατευθείαν από την ομώνυμη κόμικ ιστορία, των Τιμ Σέηλ και Τζεφ Λεμπ. Ακόμα μια πάρα πολύ καλή προσθήκη στο animated σύμπαν της DC!

 Ο Μπάτμαν συνεργάζεται με τον επιθεωρητή Γκόρντον και τον αδιάφθορο εισαγγελέα Χάρβεϊ Ντεντ στην αναζήτηση ενός δολοφόνου με το ψευδώνυμο Χόλιντεϊ. Ο δολοφόνος φαίνεται ότι επιλέγει τα θύματά του ανάμεσα από τις δύο μαφιόζικες φαμίλιες της πόλης, τους Φαλκόνε και τους Μαρόνι, χτυπώντας πάντα τη μέρα μιας μεγάλης γιορτής. Οι φόνοι ξεκινούν το Χάλογουιν και συνεχίζονται για έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι ο Μπάτμαν να καταφέρει να εξιχνιάσει την υπόθεση. Μέσα σε όλο αυτό το χρόνο, ο Σκοτεινός Ιππότης κατανοεί πως πρέπει να βάλει το μυαλό του να δουλέψει περισσότερο σαν ερευνητής και όχι σαν μαχητής, η Κατγούμαν/ Σελίνα Κάιλ είναι εκεί για να τον βοηθήσει, έχοντας κι αυτή προσωπικό όφελος από την υπόθεση, ο Χάρβεϊ Ντεντ μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι σκοτεινό ενώ κλασικοί εχθροί του Μπάτμαν κάνουν την εμφάνισή τους, όπως ο Τζόκερ, το Σκιάχτρο, ο Τρελός Καπελάς, ο Πιγκουίνος αλλά και ο Σόλομον Γκράντι.

 Απολύτως ταιριαστή νουάρ ατμόσφαιρα στην ταινία που σκηνοθέτησε ο Κρις Πάλμερ (η ταινία παρουσιάζεται σε δύο μέρη, όμως εμείς την είδαμε σαν ένα ενιαίο έργο και μια χαρά δούλεψε). Το Γκόθαμ είναι φυσικά σκοτεινό, όχι μόνο στην απεικόνισή του αλλά και ως "οντότητα", η πόλη, βρίσκεται μέσα στην απόλυτη διαφθορά, με λίγους να προσπαθούν να αποβάλουν τη σαπίλα που αγκαλιάζει κάθε γωνιά της. Οι ρυθμοί αφήγησης που επιλέγει ο Πάλμερ δεν είναι καταιγιστικοί αλλά αφήνει χώρο στους διαλόγους και δίνει σε κάθε χαρακτήρα χρόνο να γίνει κατανοητός στο θεατή. Ήρωες, αντιήρωες και κακοί, έχουν εδώ την ευκαιρία να προσθέσουν το λιθαράκι τους στην ιστορία, χωρίς βιασύνη. Η κάλυψη του δολοφόνου γίνεται προσεκτικά και αν εξαιρέσουμε μία- δύο σκηνές, η τελική αποκάλυψη γίνεται εύκολα δεκτή και τα κίνητρα απολύτως κατανοητά.

 Μπάτμαν, Κάτγουμαν και Χάρβεϊ Ντεντ κλέβουν την παράσταση. Ο Μπάτμαν, που ερμηνεύει εδώ ο Τζένσεν Ακλς δεν είναι ακόμα σε πλήρη φόρμα. Έχει τη σκληράδα, έχει τις πολεμικές τέχνες αλλά του λείπει κάτι στο κομμάτι της έρευνας και αυτό φροντίζει εδώ να το δουλέψει. Ο Ακλς δίνει πάντως έναν αρκετά καλό, ενδιαφέροντα Μπάτμαν. Η Νάγια Ριβέρα μου άρεσε ως Σελίνα Κάιλ και ιδιαίτερα η χημεία τους με τη φωνή του Ακλς ήταν εξαιρετική. Από τους τρεις όμως νομίζω ότι την καλύτερη δουλειά έκανε ο Τζος Ντάμελ, στο ρόλο του Χάρβεϊ Ντεντ. Είχε υλικό είναι η αλήθεια και δεν το αφήνει να πάει χαμένο ο Ντάμελ, φροντίζοντας να εξελίξει τον Ντεντ και να μας "δώσει" τη μετάβασή του στον Διπρόσωπο αρκετά έξυπνα.

 Προφανώς η ταινία προτείνεται στους φίλους αυτού του animated σύμπαντος! Είναι ξεκάθαρα για μεγαλύτερες ηλικίες. Μην επιχειρήσετε να το δείτε με τα πιτσιρίκια σας. Καλό είναι να είμαστε άνω των δέκα έξι καθώς μιλάμε για μια αστυνομική ταινία μυστηρίου με σκληρή φρασεολογία και βία. Εξαιρετική για το είδος της, σκοτεινή, με έμφαση στους χαρακτήρες και την ψυχολογία τους.

  


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn

 

 

30.12.21

8-Bit Christmas (2021) Review

 

8 Bit Christmas
Κωμωδία

Σκηνοθεσία:Michael Dowse
Σενάριο:
Kevin Jakubowski
Πρωταγωνιστούν:Winslow Fegley,Neil Patrick Harris, Steve Zahn,June Diane Raphael,Bellaluna Resnick


Διάρκεια: 97'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ο Νιλ Πάτρικ Χάρις, υποδυόμενος τον Τζέικ Ντόιλ,επιστρέφει στο σπίτι των γονιών του για Χριστούγεννα μαζί με τη δεκάχρονη κόρη του. Εκεί βρίσκει το παλιό Νιντέντο του (το NES!!!) και αφού εξηγεί στην κόρη του τι είναι αυτό και πως δουλεύει, της αφηγείται τον τρόπο που το πολυπόθητο μηχάνημα έφτασε στα χέρια του, τα Χριστούγεννα του 1988.

 Ποιος πραγματικά μεγαλωμένος στη δεκαετία του 1980 θα δει το 8-Bit Christmas και δε θα φωτιστεί το πρόσωπό του; Ποιος από εμάς που ήμασταν δέκα χρόνων εκεί στα τέλη του 1980 ή στις αρχές του 1990 δεν μπορεί να κατανοήσει τον πόθο και την αγωνία των πιτσιρικάδων της ταινίας, να αποκτήσουν μια παιχνιδομηχανή; Όλοι μας, πριν αποκτήσουμε τη δική μας παιχνιδομηχανή (προσωπικά είχα το κλασικό ATARI και το SNES) είχαμε έναν φίλο, έναν συμμαθητή που είχε αποκτήσει πιο νωρίς τη δική του και περιμέναμε πως και πως να μας καλέσει σπίτι του να παίξουμε! Και τι γινόταν όταν μαζευόμασταν! Και πολλοί όντως δεν έπαιζαν! Απλώς έβλεπαν τον ή τους άλλους να παίζουν! Αρκεί που βρίσκονταν εκεί, μπροστά στο κοσμοϊστορικό γεγονός!

 Η ταινία, που σκηνοθέτησε ο Μάικλ Ντόουζ σε σενάριο του Κέβιν Γιακουμπόφσκι, είναι φανερό ότι έχει ένα κινηματογραφικό πρότυπο και αυτό δεν είναι άλλο από το κλασικό πλέον A Christmas Story. Ο Νιλ Πάτρικ Χάρις αναλαμβάνει στην ουσία ρόλο αφηγητή κι εμείς βλέπουμε την ιστορία να εξελίσσεται, με πραγματικούς πρωταγωνιστές φυσικά τα πιτσιρίκια. Υπάρχει η μεσοαστική οικογένεια με τον περίεργο μπαμπά, υπάρχει το παρεάκι των πιτσιρικάδων που εστιάζουμε, υπάρχει ο νταής, υπάρχει και το κακομαθημένο που ήδη έχει αποκτήσει αυτό που όλοι οι υπόλοιποι θέλουν και το εκμεταλλεύεται. Υπάρχουν γενικά ένα σωρό πράγματα με τα οποία μπορεί ο σημερινός σαραντάρης να ταυτιστεί, έχοντας ζήσει αρκετά από αυτά ως παιδί, έστω και με τις διαφορές που σαφώς υπήρχαν και υπάρχουν ανάμεσα στην Αμερική και την Ελλάδα ως προς τον τρόπο ζωής.

 Δεν είναι απαγορευτική η ταινία και για τις υπόλοιπες ηλικίες. Έχει ροή και χιούμορ που μπορεί να κατανοήσει ο καθένας. Σαφώς όμως το κοινό της είναι πιο συγκεκριμένο, καθώς φέρνοντας στο μυαλό τον εαυτό μου να παρακολουθεί το A Christmas Story, θυμάμαι μεν να περνάω καλά με την ταινία αλλά να είμαι σίγουρος ότι αν ήμουν : α. εξηντάρης , β. Αμερικανός, τότε σίγουρα θα κατανοούσα πολύ περισσότερα πράγματα από την ταινία. 

 Εδώ λοιπόν έχουμε μια ταινία που ο γράφων ανήκει σε τεράστιο βαθμό στο κοινό που η ταινία στοχεύει και μπορεί να την προτείνει 100% σε όλους τους συνομήλικους (38 με 45) εγγυώμενος την ψυχαγωγία τους. Γελάς, κουνάς το κεφάλι συγκαταβατικά σε πολλές σκηνές αλλά και φτάνοντας στο τέλος θα συγκινηθείς. Θα κατανοήσεις κι εσύ ότι η ουσία δεν ήταν ποτέ η "παιχνιδομηχανή" αλλά αυτά που στήνονταν γύρω από αυτή. Οι παρέες, η ανάγκη να αποκτήσεις κάτι ονειρικό για σένα, ο τρόπος που θα το αποκτήσεις και τελικά η αναγνώριση ότι τα δώρα, τα υλικά δεν ήταν τα σημαντικά. Τα σημαντικά ήταν και είναι οι άνθρωποι που τα χαρίζουν.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn