Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δραματική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δραματική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10.10.25

Karate Kid: Legends (2025) Mini Review


KARATE KID:

ΘΡΥΛΟΙ

Δράσης- Πολεμικών τεχνών- Δραματική

Διάρκεια: 94'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο μίστερ Μιγιάγκι και Ντάνιελ-Σαν αποτελούν κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας. Θυμάμαι να παρακολουθώ όλες τις ταινίες της σειράς The Karate Kid στην ιδιωτική τηλεόραση δεκάδες φορές την κάθε μία. Μεγαλώνοντας ωστόσο δεν μπορώ να πω ότι εξακολούθησαν να έχουν πια ιδιαίτερη επίδραση οι προβολές του και το Karate Kid φαίνεται να αποτελεί πια απλώς ένα κομμάτι νοσταλγίας των παιδικών χρόνων. Ακόμα και το Kobra Kai, η σειρά που επανάφερε το Karate Kid στο προσκήνιο κερδίζοντας και νέους θαυμαστές,  δεν αποτέλεσε για μένα μαγνήτη, ίσως και λόγω της γενικότερης ανικανότητάς μου να παρακολουθήσω τηλεοπτικές σειρές, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Το άκουσμα μιας νέας ταινίας Karate Kid με άφησε, όπως μπορείτε να συμπεράνετε ήδη, σχετικά αδιάφορο, έστω κι αν εδώ θα είχε ρόλο και ο αγαπημένος μου Τζάκι Τσαν. Για σινεμά λοιπόν ούτε λόγος για το Karate Kid Legends, όμως για μια προβολή στο σπίτι, δεν είπα όχι.
 Το Legends φέρνει μαζί στην οθόνη τον Ραλφ Μάτσιο, τον Ντάνιελ-Σαν των πρωτότυπων ταινιών, με τον Τζάκι Τσαν, που υποδύθηκε τον κύριο Χαν, τον αντίστοιχο κύριο Μιγιάγκι της ταινίας του 2010, The Karate Kid, διασκευή της πρωτότυπης ομώνυμης ταινίας. Εδώ λοιπόν, ο Λη, ένας πιτσιρικάς από τη σχολή του κυρίου Χαν στο Χονγκ Κονγκ, θα βρεθεί στην Αμερική μαζί με τη μητέρα του, η οποία του έχει ζητήσει να απομακρυνθεί από το Κουνγκ Φου και τους αγώνες, μετά το θάνατο του αδερφού του σε μια συμπλοκή. Ο Λη όμως συναντά αρκετές δυσκολίες στο νέο περιβάλλον και βρίσκεται σχεδόν αναγκασμένος να δώσει ξανά μερικούς αγώνες. Συμπαράσταση θα βρει στον Χαν, ο οποίος έρχεται στην Αμερική για να τον προετοιμάσει και αυτός με τη σειρά του αναζητήσει τον Ντάνιελ Λα Ρούσο, συνεχιστή της σχολής καράτε του κυρίου Μιγιάγκι, ώστε να δώσουν νέα τεχνική στον Λι.
 Το Karate Kid: Legends είναι νιώθω ο ορισμός της "συμπαθητικής δημιουργίας που δεν έχει όμως να πει τίποτα" ή να προσθέσει έστω κάτι στο franchise, πέρα από μερικά χρήματα στο ταμείο φυσικά, καθώς όπως και να το κάνουμε αυτός είναι και ο κύριος λόγος της δημιουργίας του, λίγο μόλις μετά την ολοκλήρωση του επιτυχημένου Kobra Kai. Το παρακολουθείς ευχάριστα μεν καθώς πάντα οι ιστορίες τύπου "Rocky" (μην γελιόμαστε, και το πρώτο Karate Kid απομίμηση του Ρόκυ για πιο νεαρές ηλικίες αποτελεί) βρίσκουν εύκολα στόχο στο κοινό αλλά δεν παύει να είναι μια ιστορία που πλέον έχει ειπωθεί αρκετές φορές.
 Η παρουσία αρκετά καλών ηθοποιών βοηθά την ταινία καθώς εκτός του πολύ καλού Μπεν Γουάνγκ, που έχει τον ρόλο του Λι, υπάρχουν ο Τζάκι Τσαν, ο Ραλφ Μάτσιο, ο Τζόσουα Τζάκσον και Μινγκ Να Γουέν (η φωνή της Μουλάν!). Η μοντέρνα κινηματογράφηση, οι γρήγοροι ρυθμοί, η κίνηση της κάμερας στις μονομαχίες και η χρωματική παλέτα είναι πράγματα που μπαίνουν στα θετικά της ταινίας αλλά δυστυχώς- ή ευτυχώς για κάποιους - στο τέλος την κατατάσσεις στη κατηγορία της αξιοπρεπούς αρπαχτής. 




Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr




2.10.25

Dracula: A Love Tale (2025) Review


Dracula Review 2025
Τρόμου- Δραματική- Φαντασίας

Διάρκεια: 129'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Το περίφημο μυθιστόρημα Δράκουλας, του Μπραμ Στόκερ, ενέπνευσε αρκετές κινηματογραφικές μεταφορές, όπως θα ήταν αναμενόμενο καθώς έχουμε να κάνουμε με έργο σφραγίδα πάνω στον Γοτθικό λογοτεχνικό τρόμο. Αν θέλουμε να είμαστε όμως λίγο πιο ακριβείς θα παρατηρήσουμε ότι περισσότερο γοήτευσε τους δημιουργούς ο ίδιος ο χαρακτήρας του Δράκουλα, έχοντας ως αποτέλεσμα με το πέρασμα των χρόνων και με αποκορύφωμα τον Δράκουλα του 1992, του Κόπολα, να θεωρείται δεδομένο στις κινηματογραφικές μεταφορές κάτι που στο βιβλίο δεν υπάρχει και δεν ένιωσα ποτέ να υπονοείται. Μιλάω για την αναζήτηση της χαμένη αγάπης και για τον ερωτισμό που εκπέμπει ο ίδιος ο κόμης. Στη νέα εκδοχή της ιστορίας του Δράκουλα, ο σκηνοθέτης Λικ Μπεσόν, προς τιμήν του, κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις του από την αρχή και φανερώνει ότι θα διηγηθεί μια ιστορία αγάπης, μέσα από μια διαφορετικής προσέγγισης ιστορία γύρω από τον Κόμη Δράκουλα.

   Στη Ρουμανία του 15ου αιώνα, ο κόμης Βλαντ Δράκουλα ζει τον απόλυτο έρωτα με τη σύζυγό του Ελιζαμπέτα. Γύρω οι μάχες με τους Οθωμανούς μαίνονται αλλά το ζευγάρι ζει ευτυχισμένο και ερωτευμένο, βουτηγμένο στην ηδονή. Ο Κόμης όμως οφείλει να πολεμήσει και αυτό το κάνει με απόλυτο μίσος απέναντι στους Οθωμανούς, αποκεφαλίζοντας και καρφώνοντας τα κεφάλια των ηττημένων σε δόρατα γύρω από την περιοχή του. Όταν όμως η γυναίκα του θα πέσει νεκρή από τα χέρια των αντιπάλων, ο Δράκουλας απαρνιέται τον Θεό και τον αποκηρύττει, αφού αυτός δεν μπορεί να φέρει πίσω την αγαπημένη του. Τετρακόσια χρόνια μετά, ο Δράκουλα είναι πια απέθαντος καθώς ο Θεός του στέρησε το δικαίωμα του θανάτου, αναζητώντας τη μετενσάρκωση της αγαπημένης του Ελιζαμπέτας. Η αναζήτηση αυτή θα τον οδηγήσει στη νεαρή Μίνα, που ζει στο Παρίσι. Εκεί ο Δράκουλας προσπαθεί να κερδίσει την καρδιά της αλλά θα βρεθεί αντιμέτωπος με έναν Γερμανό ιερέα που αναζητά τα ίχνη του χρόνια.

 Ο Μπεσόν είναι ένας σκηνοθέτης με ιδιαίτερο ύφος αλλά νιώθω ότι για να βρεις μια πραγματικά πολύ καλή ταινία στη φιλμογραφία του πρέπει να πας αρκετά χρόνια πίσω, στη δεκαετία του 1990. Από τη δεκαετία του 2000 και μετά, έχει δώσει ενδιαφέρουσες ταινίες αλλά όχι κάτι ιδιαίτερο. Εδώ με τον Δράκουλα φαίνεται ότι ήθελε να πει κάτι παραπάνω αλλά δεν του βγήκε ή τουλάχιστον δεν κατάφερα εγώ να το νιώσω. Παρά τα κάποια όχι πολύ προσεγμένα ψηφιακά εφέ και την όχι πολύ καλή χρήση του green screen σε κάποιες σκηνές, ο Μπεσόν και ο διευθυντής φωτογραφίας του φτιάχνουν μια πολύ γοητευτική οπτικά ταινία ενώ βάζουν μπροστά έναν πολύ καλό ηθοποιό για να ενσαρκώσει τον κόμη, τον εκφραστικότατο Κέιλεμπ Λάντρι Τζόουνς. Το πρόβλημα με την ταινία βρίσκεται στην αφήγηση και στον τόνο της. Το γοτθικό και ερωτικό στοιχείο υπάρχει παράλληλα με μια τάση σάτιρας και με ένα περίεργο χιούμορ που φτάνει επικίνδυνα τα όρια της παρωδίας σε περισσότερες από μία σκηνές. Κι αν με τη σάτιρα μπορώ να κάνω πίσω και να δεχτώ αυτό που θέλει να κάνει ο Μπεσόν, εκεί που χάνομαι είναι με τον τρόπο που μπαίνει το χιούμορ σε σκηνές της ταινίας.

 Στο ερμηνευτικό κομμάτι, νιώθω ότι η πλειοψηφία των ηθοποιών αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει και ο θεατής. Μοιάζει να έχουν καθοδηγηθεί από τον Μπέσον ώστε να έχουν μια πιο κωμική / σατιρική προσέγγιση στους ρόλους τους. Ακόμα και ο συνεπής συνηθώς Κριστόφ Βαλτζ, που εδώ υποδύεται τον Γερμανό ιερέα, τον κυνηγό των βαμπίρ και του Δράκουλα, μοιάζει εδώ χαμένος.

 Το Dracula του Λικ Μπεσόν είναι σίγουρα μια αρκετά διαφορετική εκδοχή της πασίγνωστης ιστορίας. Ο Μπεσόν διαλέγει μια αρκετά περίεργη μορφή σύνθεσης διαφορετικών ειδών, αποδίδει φόρο τιμής στη δημιουργία του Κόπολα αλλά φτιάχνει μια δική του ιστορία αγάπης, που απομακρύνεται αρκετά και από το πρωταρχικό υλικό, όπως αυτό το συναντάμε στο λογοτεχνικό έργο του Στόκερ. Ειδικά την επιλογή αλλαγής ονομασίας χαρακτήρων αλλά και τοποθεσιών δεν μπορώ να την επεξεργαστώ και να κατανοήσω τον τρόπο που βοηθά ο Μπεσόν το δικό του δημιούργημα με αυτό τον τρόπο, πέρα από το ότι το χρησιμοποιεί απλώς σαν πρόσθετη σημείωση στη δήλωση διαχωρισμού από το μυθιστόρημα. Ωστόσο θεωρώ ότι περισσότερο εκνευρίζει κάποιον που έχει διαβάσει το βιβλίο παρά κερδίζει κάτι. Αν μπορώ να δεχτώ μια αλλαγή αυτή είναι του ιερέα που θα μπορούσε να είναι ο Βαν Χέλσινγκ αλλά δεν είναι γιατί χρησιμοποιείται με διαφορετικό τρόπο στο φινάλε, συνδεδεμένο με την ιδιότητά του.

 Μια παραλλαγή λοιπόν του κλασικού μυθιστορήματος μας δίνει ο Μπεσόν. Τον απασχολεί ο Δράκουλας και η τραγικότητα του χαρακτήρα του, ο τρόπος που ζει την αιωνιότητα ο ανίκανος να πεθάνει ήρωας και το πως βλέπει την κοινωνία γύρω του μέσα σε αυτά τα τετρακόσια χρόνια της ζωής του. Εξετάζει τον ψυχισμό του, αναγνωρίζει τον ρομαντισμό του και την αιώνια πίστη του σε δύο σκοπούς: τον έρωτα για την αγαπημένη του και το θανάσιμο μίσος για τον Θεό και όσα αυτός αντιπροσωπεύει. Δυστυχώς όμως οι χαρακτήρες γύρω από τον Δράκουλα δεν δουλεύουν πολύ καλά και η αφήγηση του σκηνοθέτη ζητά από το θεατή ελαστικότητα που δύσκολα θα βρει.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


6.12.24

Nutcrackers (2024) Review

 

ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΕΣ

Κωμωδία, Δραματική, Χριστουγεννιάτικη
Διάρκεια: 104'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ο Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν αφήνει τα μεγάλα franchise κλασικών ταινιών τρόμου και επιστρέφει στις ρίζες του (περίπου), με μια μικρή, ανεξάρτητου αέρα παραγωγή, για να διηγηθεί μια χριστουγεννιάτικου ύφους ιστορία. Μαζί του ο Μπεν Στίλερ, που είχαμε καιρό να τον δούμε σε πρωταγωνιστικό ρόλο, κι ένα τσούρμο πιτσιρίκια, που σκοπεύουν να του κάνουν τη ζωή δύσκολη.

 Ο Μάικ Μάξγουελ αφήνει τη μεγαλούπολη και την απαιτητική δουλειά του κι επιστρέφει στη γενέτειρά του για λίγες μέρες. Η αδερφή του και ο άνδρας της βρήκαν τραγικό θάνατο πρόσφατα και ο Μάικ πρέπει να βρει οικογένεια για τα τέσσερα ανήλικα ανίψια του καθώς ο ίδιος θεωρεί αδιανόητο να τα αναλάβει. Οι προσπάθειες του Μάικ δεν καρποφορούν, τα περιθώρια στενεύουν και οι γιορτινές μέρες εξελίσσονται σε μαρτύριο αλλά τα τέσσερα πιτσιρίκια θα φροντίσουν να δώσουν στον Μάικ αυτό που πραγματικά του λείπει.

 Δεν έχει δεχτεί τις καλύτερες κριτικές το Nutcrackers οπότε ξεκίνησα να το παρακολουθώ κρατώντας πολύ μικρό καλάθι. Τίποτα τρομερά λάθος δεν βρήκα όμως στην ταινία του Γκριν. Θέλεις γιατί συμπαθώ τον Στίλερ; Θέλεις γιατί εκτιμούσα αλλά και εκτιμώ τον Γκριν ως δημιουργό, ακόμα και στις αποτυχημένες στιγμές του; Θέλεις γιατί είμαι εθισμένος στα Χριστούγεννα και τις αντίστοιχες ταινίες; Μπορεί...

 Δεν κάνει τίποτα καινούριο το Nutcrackers. Μια απολύτως προβλέψιμη ιστορία μας διηγείται και δείχνει από την αρχή ότι δεν θα παρεκκλίνει ιδιαίτερα από αυτή τη ρότα που φαίνεται να έχει χαράξει. Ένα διαφορετικό τόνο δίνει η "εικόνα" που μυρίζει ανεξάρτητο σινεμά αλλά το σενάριο χρησιμοποιεί ακριβώς όλα αυτά τα κλισέ των αντίστοιχων ταινιών του είδους. Δεν ξεφεύγει συχνά σε πιο χαλαρού ύφους κωμωδία με υψηλούς τόνους αλλά διατηρεί ένα πιο δραματικό ύφος, χρησιμοποιώντας κατάλληλα και τον Στίλερ αλλά και τα πιτσιρίκια.

 Ναι, εντάξει! Μπορεί το πρόβλημα να είναι δικό μου και να μασάω ότι χριστουγεννιάτικη ταινία μου δίνεται χωρίς να αντιμετωπίζω ιδιαίτερες δυσκολίες. Το δέχομαι. Ένοχος. Σιν- Ένοχος, για την ακρίβεια! Δεν είναι όμως το Nutcrackers τόσο κακό όσο φαίνεται από τις περισσότερες κριτικές που δέχτηκε, τόσο από τους κριτικούς στο εξωτερικό όσο και από κάποιους στο εσωτερικό (Γανωτή σε μισώ!). Και γέλιο βγάζει και συναίσθημα κι ένα δάκρυ μπορεί να κυλήσει στο φινάλε.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


7.9.24

Get Carter (2000) Review

 

ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΝ ΚΑΡΤΕΡ

Δράσης,δραματική, θρίλερ
Διάρκεια: 102'

 

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ο Συλβέστερ Σταλόνε υποδύεται τον Τζακ Κάρτερ, έναν σκληροτράχηλο και βυθισμένο στα ψυχικά τραύματα μαφιόζο εκτελεστή, που επιστρέφει στη γενέτειρά του για να παραστεί στην κηδεία του αδελφού του, ενός φιλήσυχου οικογενειάρχη. Ο Κάρτερ δεν αργεί να αντιληφθεί ότι ο θάνατος του αδελφού του δεν ήταν ατύχημα και θα βάλει μπροστά τα "επαγγελματικά" του προσόντα ώστε να ανακαλύψει ποιος κρύβεται πίσω από τη δολοφονία, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να έρθει πιο κοντά και να προστατέψει την οικογένεια του θανόντα, τη γυναίκα και την έφηβη κόρη του, αναζητώντας και ο ίδιος λύτρωση για την πεταμένη ζωή του.

 Η περιγραφή της υπόθεσης του Get Carter, ριμέικ κλασικής ταινίας με τον Μάικλ Κέιν στον ρόλο που εδώ κρατάει ο Σταλόνε, θα μπορούσε εύκολα να πείσει κάποιον να πάει στον κινηματογράφο και να δει τον Σλάι σε μια ταινία εκδίκησης. Με το Get Carter όμως ξεκινά και ξεκάθαρα μια περίοδος μερικών ταινιών του σούπερ σταρ που στα ταμεία αποτυγχάνουν παταγοδώς.

 Ο Σταλόνε στη δεκαετία του 1980 γεμίζει κινηματογράφους με ό,τι κι αν κάνει και μπαίνει στην κορυφή των ηρώων ταινιών δράσης, χρησιμοποιώντας τα δύο μεγάλα όπλα του, τα δύο "Ρ", Ρόκι και Ράμπο. Η επόμενη δεκαετία τον βρίσκει να κάνει μερικές εξαιρετικές ταινίες δράσης, χωρίς τα δύο "Ρ", (Cliffhanger, Demolition Man, Assassins,  Daylight, Judge Dredd), να δοκιμάζεται στην κωμωδία με όχι μεγάλη επιτυχία, με τα Stop! Or My Mom Will Shoot και Oscar (αρκετά υποτιμήμενο) και να δίνει στο τέλος της δεκαετίας μια από τις καλύτερες ερμηνείες του με το Copland. Σε εκείνη τη δεκαετία, τα χρήματα που φέρνει ο Σλάι στα ταμεία είναι ακόμα υπολογίσημα, παρότι υπάρχει μια πτώση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

 Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2000 και την πρώτη πραγματικά μεγάλη αποτυχία του πρωταγωνιστή μετά από δύο δεκαετίες μεγάλης καριέρας. Από το Get Carter και μέχρι να επανέλθει μετά από εφτά χρόνια με (τι άλλο) τα δύο "Ρ", ξεκινά μια περίοδος απαξίωσης του Σταλόνε, τόσο από τους κριτικούς που δεν τον αγάπησαν και ποτέ ιδιαίτερα (ειδικά στη χώρα μας) όσο και από το ίδιο το σύστημα. Βάζει το χεράκι του και ο ίδιος βέβαια, με αρκετά κακές επιλογές, όπως τα Driven, Avenging Angelo και Spy Kids 3, με το πρώτο να είναι πραγματικά καταστροφικό, έχοντας ένα τεράστιο προϋπολογισμό αλλά τραγικά χαμηλά έσοδα.

 Δύο από τις ταινίες εκείνης της περιόδου θα τις εξαιρέσουμε καθώς είναι κατανοητοί οι λόγοι που ο Σταλόνε διάλεξε να εμπλακεί καθώς σεναριακά παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Η μία είναι το D-Tox, το οποίο γυρίστηκε το 1999 και ταλαιπωρήθηκε για τρία χρόνια μέχρι να βγει στους κινηματογράφους και η δεύτερη είναι το Get Carter, που σε πρώτη ανάγνωση μοιαζεί ιδανικό για τον πρωταγωνιστή του. Δεν ζητά απλώς έναν τύπο που μπορεί να πλακώσει στο ξύλο τους πάντες αλλά κάποιον που μπορεί να ερμηνεύσει κάτι παραπάνω και αν για κάτι δεν μπορείς να κατηγορήσεις τον Σταλόνε είναι για αδιαφορία στο ρόλο του. Είναι εκεί και ερμηνευτικά είναι στα ίδια ψηλά στάνταρ, προσπαθώντας να δώσει και μια εσωτερικότητα παραπάνω στον χαρακτήρα του. Ο Κάρτερ είναι ένας τύπος που έχει σπαταλήσει τη ζωή του μέσα στο βούρκο της παρανομίας, αφαιρώντας ζωές για λογαρισμό της μαφίας αλλά φαίνεται πια κουρασμένος και με το ένα πόδι έξω από αυτό. Η επιστροφή στην οικογένεια που του έχει απομείνει, την οικογένεια του αδερφού του ουσιαστικά, τον βάζει σε μια διαδικασία δύσκολη για τον ίδιο καθώς έχει να χειριστεί πράγματα άγνωστα για αυτόν και ο Σλάι το αποτυπώνει αυτό στην οθόνη.

 Η σκηνοθέσια του Σίβεν Κέι είναι αυτή που δοκιμάζει αρκετά τον θεατή. Ο Κέι, που ακολουθεί μέχρι σήμερα μια επιτυχημένη πορεία στην σκηνοθεσία τηλεοπτικών σειρών, επιλέγει να παίξει με την κάμερα σαν να είναι σε μια μόνιμη παραζάλη, πράγμα ταιριαστό με το μυαλό του ήρωα αλλά όχι τόσο ευχάριστο για τον θεατή και ειδικά για τον θεατή του 2000. Έχοντας δει την ταινία πριν από αρκετά χρόνια και βλέποντάς τη ξανά σήμερα, ομολογώ ότι η εμπειρία ήταν διαφορετική. Στα μέσα του 2000, εποχή της πρώτης προβολής, η εμπειρία μου ήταν αρνητική. Όλη αυτή η "θολωμένη" αντίληψη, η γρήγορες κοφτές κινήσεις της κάμερας και ο αρκετά διαφορετικός χαρακτήρας που επέλεξε να υποδυθεί ο Σταλόνε, δεν δούλεψαν υπέρ της ταινίας. Σήμερα όμως εκτίμησα λίγο παραπάνω, τόσο την ερμηνεία του πρωταγωνιστή όσο και αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Κέι αλλά εξακολουθεί να μην δουλεύει απόλυτα.

 Από την άλλη αυτό που αξίζει να αναφερθεί είναι το υπέροχο επιτελείο ηθοποιών που συγκεντρώθηκε. Ο Μάικλ Κέιν επιστρέφει σε εντελώς διαφορετικό-μικρό- ρόλο, ενώ έχουμε ακόμα ονόματα όπως της Μιράντα Ρίτσαρντσον, Άλαν Κάμινγκ, Μίκι Ρουρκ, Τζον ΜακΓκίνλεϊ, Ρόνα Μίτρα και τη νεαρή τότε Ρέιτσελ Λι Κουκ. Γενικά από το επιτελείο των ηθοποιών δεν μπορείς να έχεις παράπονο.

 Πέρα από τα τεχνικά μέρη και τις διαφωνίες που μπορεί να έχει κάποιος ως προς την προσέγγιση του αρχικού υλικού (είναι δεδομένο ότι μπορεί να γίνει μια καλύτερη ταινία από το υλικό που υπάρχει καθώς το έκαναν το 1971...), μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει ότι το Get Carter είναι μια ταινία αρκετά "πειραγμένη" και όχι απαραίτητα από τους δημιουργούς της. Δεν είναι σίγουρα μια από τις καλές της φιλμογραφίας του Σταλόνε, δεν είναι όμως και μία από αυτές που θα πρέπει να ντρέπεται, όπως κάποιες ανεκδιήγητες που γύρισε τα τελευταία χρόνια (βλέπε τα δύο τελευταία της σειράς Escape Plan).


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

19.4.24

Scoop (2024) Netflix Review

 

ΤΟ ΛΑΒΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ

Δραματική, Βιογραφική, Ιστορική
Διάρκεια: 102'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Το τελευταίο διάστημα περνάει τα ζόρια της η βασιλική οικογένεια της Αγγλίας, έχοντας να διαχειριστούν ασθένειες, θανάτους αλλά και τον Χάρι που την έκανε με τη Μέγκαν, μακριά από το παλάτι. Το μόνο που τους έλειπε ήταν και μια ταινία του Νέτφλιξ που θα υπενθυμίσει στο κοινό το σκάνδαλο που ξέσπασε προ λίγων ετών και που στο επίκεντρο βρέθηκε ο αγαπημένος γιος της Βασίλισσας, πρίγκηπας Άντριου. Απ' ότι φαίνεται βέβαια, ούτε τότε ίδρωσε ιδιαίτερα το αυτάκι τους αλλά ούτε και τώρα καθώς εδώ που τα λέμε δεν διαφημίστηκε και ιδιαίτερα από την πλατφμόρμα η ταινία που υπογράφει σκηνοθετικά ο Φίλιπ Μάρτιν.

 Η ταινία είναι βασισμένη στο βιβλίο που έγραψε η δημοσιογράφος Σαμ ΜακΆλιστερ, για να παρουσιάσει στο κοινό την προσπάθεια της ίδιας αλλά και της δημοσιογραφικής ομάδας της εκπομπής Newsnight του BBC. Όταν στα χέρια της ΜακΆλιστερ φτάνουν πληροφορίες και φωτογραφίες που αποδεικνύουν τη σχέση του πρίγκηπα Άντριου με τον Τζέφρι Έπστιν, καταδικασμένο για παιδεραστία και διακίνηση παιδιών, τότε θα πιέσει το παλάτι και θα διεκδικήσει συνέντευξη με τον πρίγκηπα. Οι πιέσεις αποδίδουν και η κεντρική παρουσιάστρια της εκπομπής, Έμιλι Μάιτλις, βρίσκεται απέναντι από το αμφιλεγόμενο πρόσωπο.

 Η ιστορία έχει ενδιαφέρον αλλά η ταινία στηρίζεται κυρίως στις ερμηνείες της Τζίλιαν Άντερσον (Μάιτλις) και του αγνώριστου Ρούφους Σιούελ (πρίγκηπας Άντριου). Κάθε φορά που ένας από τους δύο (ή και οι δύο) βρίσκεται στην οθόνη, η θέαση γίνεται πιο ευχάριστη. Κατά τα άλλα όμως δεν έχουμε κάτι ιδιαίτερο εδώ. Τηλεοπτική προσέγγιση από τον Μάρτιν στο σενάριο του θεατρικού και τηλεοπτικού Πίτερ Μόφατ, που εδώ ομολογουμένως ταιριάζει σε αρκετά σημεία αλλά από την άλλη έχεις να κάνεις με μια μεγάλου μήκους ταινία, που έκανε μάλιστα πρεμιέρα στο Λονδίνο σε κινηματογραφική προβολή, οπότε θα ήθελα κάτι λίγο πιο κινηματογραφικό.

 Πήγε το Νέτφλιξ να φτιάξει το δικό του Spotlight αλλά δεν βγήκε όπως θα ήθελε. Το Scoop είναι ωστόσο μια από τις παραγωγές τις πλατφόρμας που ξεπερνάει το μέσο και που βλέπεται ευχάριστα, χάρη στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και του καλά σκηνοθετημένου τελευταίου ημίωρου.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


12.3.24

Spaceman (2024) Netflix Review

 

Spaceman (2024) Review Cinenoxos
Δραματική, Επιστημονικής Φαντασίας
Διάρκεια:107'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Ο Άνταμ Σάντλερ με το Spaceman επιστρέφει στους σοβαρούς ρόλους του, αφήνοντας για λίγο στην άκρη τις κωμωδίες του. Φαινομενικά, το υλικό που έχει μπροστά του αλλά και το όνομα του Γιόχαν Ρενκ, σκηνοθέτη του εξαιρετικού (τηλεοπτικού) Τσέρνομπιλ, δουλεύουν υπέρ του, όμως από το χαρτί στην υλοποίηση είναι μεγάλη η διαδρομή και πολλά πραγματάκια χάνονται εκεί.

 Ο Σάντλερ υποδύεται εδώ τον Γιακούμπ, τον πρώτο Τσέχο αστροναύτη, που βρίσκεται σε αποστολή κοντά στον Δία, εδώ και έξι μήνες. Εκεί ο Γιακούμπ βρίσκεται κοντά σε μια πολύ μεγάλη ανακάλυψη, σημαντική για την ανθρωπότητα αλλά ο ίδιος κλονίζεται από το προσωπικό του δράμα, την έλλειψη επικοινωνίας με τη σύζυγό του εδώ και μερικές ημέρες. Ένας απρόσμενος σύντροφος θα προκύψει για τον Γιακούμπ, καθώς ένα εξωγήινο πλάσμα (ή όχι), βρίσκεται στο σκάφος του με ανεξήγητο τρόπο. Το πλάσμα θα τον οδηγήσει σε μια εσωτερική ανασκόπηση, βλέποντας πραγματικά τι είναι σημαντικό για αυτόν.

 Με αρκετό ενδιαφέρον περίμενα τη νέα ταινία του Σάντλερ, καθώς ο Αμερικανός κωμικός έχει δείξει ότι μπορεί να υποστηρίξει περίεργα και δύσκολα εγχειρήματα. Από την πλευρά του λοιπόν ο Σάντλερ τα πάει κι εδώ μια χαρά. Ο χαρακτήρας που υποδύεται είναι ένας μοναχικός, καταθλιπτικός τύπος με αρκετά παιδικά τραύματα και ο Σάντλερ μας το δίνει αυτό απόλυτα, κάτι που φαντάζομαι ότι ήταν αρκετά δύσκολο καθώς όταν δεν είναι μόνος του στο σκάφος, είναι με ένα ψηφιακά φτιαγμένο πλάσμα, που του χαρίζει τη φωνή του ο επίσης πολύ καλός, Πολ Ντέινο. Η Κάρεϊ Μάλιγκαν στο ρόλο της συζύγου είναι κι αυτή πολύ καλή αλλά χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερη ανάλυση του χαρακτήρα της, ενώ οι άλλοι δύο ηθοποιοί που βλέπουμε κυρίως στην οθόνη είναι η Ιζαμπέλα Ροσελίνι και ο Κουνάλ Νέιγιαρ, που είναι μια χαρά σε αυτό που κάνουν.

 Τα προβλήματα που αντιμετώπισα με την ταινία του Ρενκ ξεκινήσαν νωρίς και δεν είχαν να κάνουν με τις ερμηνείες των ηθοποιών. Αρχικά δεν βρήκα κανένα λόγο στην επιλογή του να υποδύονται τους Τσέχους, Αμερικανοί ηθοποιοί, με σπαστή προφορά. Έδωσα χρόνο σε αυτή την επιλογή αλλά μέχρι και το φινάλε της ταινίας δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος σε αυτό, πέρα από το ότι η ταινία βασίζεται σε βιβλίο Τσέχου συγγραφέα και εκεί οι πρωταγωνιστές είναι Τσέχοι. Εδώ όμως δεν εξυπηρετεί πουθενά αυτό, οπότε είναι μια επιλογή που περισσότερο δυσκολεύει το θεατή παρά τον βοηθά. Έχει σημασία θα μου πεις για την ανάλυση του χαρακτήρα του Γιακούμπ, το κομμουνιστικό παρελθόν του πατέρα του αλλά θα μπορούσε να ειπωθεί και με άλλο τρόπο αυτό. Δεν κολλάω όμως εκεί και το προσπερνάω. Το κυριότερο θέμα μου με την ταινία ήταν ότι όσο περνούσε η ώρα είχα την αίσθηση ότι παρακολουθούσα μια απλοποιημένη εκδοχή του Solaris. Ναι μεν θέτονται ερωτήματα, ναι μεν παίζει με την ψυχολογία του ήρωα αλλά θέλει να δώσει και απαντήσεις στα ερωτήματα, πράγμα που δεν είναι απαραίτητο. Και όλα αυτά μέσα από τον φακό του Ρενκ, που μοιάζει αρκετά ψυχρός ενώ από το θεατή ζητάει να συμπάσχει με τον ήρωά του.

  Το Spaceman είναι μια ταινία που εν τέλει ένιωσα να με απογοητεύει, όχι γιατί δεν είχε να πει πράγματα αλλά γιατί θέλησε να εξηγήσει περισσότερα απ' όσα χρειαζόντουσαν. Ο Σάντλερ είναι εξαιρετικός αλλά δεν αρκεί.

 



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

17.1.24

Sound of Freedom (2023) Review


SOUND OF FREEDOM:

Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Βιογραφική, Δραματική, Αστυνομική
Διάρκεια: 131'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Η Μελωδία της Ελευθερίας είναι μια ταινία, η οποία εδώ και αρκετούς μήνες, με την προβολή της στους κινηματογράφους των Η.Π.Α., έχει προκαλέσει προβληματισμούς και αρκετές συζητήσεις, όχι μόνο για το περιεχόμενό της αλλά και για τη διαδρομή της μέχρι να καταφέρει να βρει διανομή στις αίθουσες, καθώς περίμενε πέντε χρόνια στο ράφι. Ο πρωταγωνιστής και παραγωγός της ταινίας, Τζιμ Καβίζελ, υποστηρίζει ότι το θέμα της ταινίας ενόχλησε τα μεγάλα στούντιο και ενώ την διανομή είχε αναλάβει η 20th Century Fox, μετά από παρεμβάσεις των υψηλά ιστάμενων όταν η Fox πωλήθηκε στην Disney, αποσύρθηκε από τα δικαιώματα της ταινίας. Από εκεί άρχισε ένας αγώνας από τους δημιουργούς αλλά και από τον ίδιο τον Καβίζελ ώστε η Μελωδία της Ελευθερίας να κυκλοφορήσει, κάτι που έγινε πραγματικότητα μέσω της εταιρείας Angel. Η εταιρεία αυτή, αν ρίξεις μια σύντομη ματιά στο διαδίκτυο, θα δεις ότι έχει συμμετοχή σε αρκετές ταινίες και σειρές, με αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε θρησκευτικό περιεχόμενο.

 Από εδώ και πέρα θα μπορούσε το κείμενο αυτό να συνεχιστεί με αρκετές παραγράφους ακόμα, που θα ανέλυαν πληροφορίες και γεγονότα γύρω από την ταινία, τον πρωταγωνιστή της, την αληθινή ιστορία πίσω από την ταινία, τους λόγους που πολλοί υποστηρίζουν ότι η ταινία ενόχλησε το Χόλιγουντ και άλλα πολλά που φτάνουν μέχρι τα όρια της συνωμοσιολογίας. Όλα αυτά έχουν το ενδιαφέρον τους και φανερώνουν παράλληλα και το πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει ο πιο ενημερωμένος θεατής, από τη στιγμή που θα αποφασίσει να παρακολουθήσει την ταινία, πράγμα που συμβαίνει πολλές φορές όταν καλείσαι να παρακολουθήσεις μια ταινία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, πόσο μάλλον όταν τα γεγονότα αυτά είναι ιδιαιτέρως ανατριχιαστικά, καθώς έχουν να κάνουν με το εμπόριο παιδιών. Παρακολουθείς την ταινία χωρίς να επηρεαστείς από το μήνυμα που θέλει να περάσει ή δέχεσαι ότι το μήνυμα είναι πιο σημαντικό άρα η αξιολόγηση της ταινίας, σαν κινηματογραφικό δημιούργημα, δεν είναι το κυρίως ζητούμενο στην συγκεκριμένη περίπτωση; Θα προσπαθήσουμε να βρούμε τη χρυσή τομή.

 Η ταινία μας αφηγείται την ιστορία του Τιμ Μπάλαρντ, ομοσπονδιακού πράκτορα, με εκαντοντάδες συλλήψεις παιδεραστών και διακινητών παιδικής πορνογραφίας. Ο Μπάλαρντ, πολύτεκνος γονιός και ο ίδιος, προβληματίζεται σκεπτόμενος τις τόσες συλλήψεις αλλά τα μηδενικά νούμερα παιδιών που σώθηκαν από τα δίκτυα της διακίνησης. Αποφασίζει λοιπόν να δράσει ο ίδιος και να μεταβεί στην Κολομβία, ως μυστικός, προσπαθώντας να ξεσκεπάσει το μεγαλύτερο καρτέλ διακίνησης παιδιών και με κίνδυνο της ζωής του να σώσει εκατοντάδες από αυτά.

 Ο Τζιμ Καβίζελ είναι ομολογουμένως η ψυχή της ταινίας. Είναι εκεί με όλο του το είναι και φαίνεται ξεκάθαρα ότι πιστεύει στον σκοπό της ταινίας, έστω κι αν υπάρχουν στιγμές που υπερβάλλει ερμηνευτικά ως προς τη θλίψη και τη μελαγχολία του ήρωα. Έχει κάτι όμως το βλέμμα του που σε παγιδεύει και σου περνάει εκατό τοις εκατό αυτό που κάποια στιγμή αναφέρεται και σε ένα διάλογο του ήρωα με ανώτερό του, ότι αυτά που έχει δει σε αυτή τη δουλειά τον στοιχειώνουν. Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία που δείχνει ξεκάθαρα τον τρόπο που βιώνει τη "δουλειά" του ο Μπάλαρντ, με ένα εξαιρετικό κοντινό στα μάτια του Καβίζελ, την ώρα που παρακολουθεί ένα βίντεο για να γράψει την αναφορά του.

 Σε ότι έχει να κάνει με τα υπόλοιπα μέρη της ταινίας, αυτό που ξεχωρίζει είναι σίγουρα το πρώτο σαραντάλεπτο, όπου γίνονται μάρτυρες των πιο σκληρών σκηνών, χωρίς να χρειάζεται να αποτυπωθεί τίποτα στην οθόνη. Ο τρόπος αρπαγής των παιδιών, η μεταφορά τους, η πώλησή και η εκμετάλλευσή τους σαν σεξουαλικά παιχνίδια, σε ενοχλούν σε βάθος αλλά επαναλαμβάνω, χωρίς να υπάρχει γραφική βία στην οθόνη. Αρκεί η σκέψη σου.

 Το πρώτο σαραντάλεπτο, ο ρυθμός, οι αποκαλύψεις και η έκθεση γεγονότων που συναντάμε εκεί, ακολουθείται από δύο λιγότερο ενδιαφέροντα, δραματουργικά τουλάχιστον, μέρη. Η μεταφορά του Μπάλαρντ στην Κολομβία και η τελική σύγκρουση, που έχει πλέον στοιχεία ταινίας δράσης, μας βγάζει λίγο από το κλίμα "καταγγελίας" που είχε αρχικά η ταινία αλλά εφόσον η αληθινή ιστορία του ομοσπονδιακού πράκτορα είχε μέσα και αυτά τα στοιχεία, απ' όσο μπόρεσα να μαζέψω πληροφορίες από το διαδίκτυο, κατανοώ και την ανάλογη απεικόνιση που επιλέγει ο σκηνοθέτης, Αλεχάντρο Μοντεβέρντε, η οποία ίσως εν τέλει να δουλέψει και μια χαρά για την πλειοψηφία του κοινού.

 Η Μελωδία της Ελευθερίας είναι μια ταινία με ένα μήνυμα, που είναι εμφανώς πιο σημαντικό από την ίδια την ταινία, σαν κινηματογραφικό δημιούργημα. Έχουμε μια καλή ταινία, με τα ελαττώματά της στη ροή, στο σενάριο, στους διαλόγους, που φροντίζει όμως να μην προκαλέσει με λάθος τρόπο. Θέτει προβληματισμούς, παίρνει θέση αλλά της λείπει μια πιο αιχμηρή σκηνοθετική ματιά, ώστε να την απογειώσει και να την κάνει και κινηματογραφικά σημαντική. Γιατί μπορεί το κινηματογραφικό δημιούργημα να μην είναι σημαντικό αλλά το μήνυμα που μεταφέρει είναι. 

 



 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

14.1.24

La Sociedad de la Nieve (2023) Review


Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ

Δράματική, Ιστορική, Θρίλερ
Διάρκεια: 144'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο Χουάν Αντόνιο Γκαρθία Μπαγιόνα ή J. A. Bayona, για τους φίλους, επιστρέφει στα ισπανόφωνα φιλμ και μετά το πέρασμα από το χολιγουντιανό μπλόκμπαστερ (Jurassic World: Fallen Kingdom) μας υπνεθυμίζει ότι είναι ένας πολύ ικανός σκηνοθέτης. Το ξεκίνημά του με το Ορφανοτροφείο, πίσω στο 2007, είχε ξεκάθαρα δείγματα ικανότητας χειρισμού, τόσο του είδους (τρόμος) αλλά και των ηθοποιών. Το Χόλιγουντ τον τσίμπησε, έκανε δύο αρκετά καλές ταινίες (The Impossible, A Monster Calls), προσπάθησε να κάνει κάτι διαφορετικό με το Jurassic World αλλά δεν έπεισε και το 2023 τον βρίσκει σκηνοθέτη στην επίσημη πρόταση της Ισπανίας για τα Όσκαρ. Το La Sociedad de la Nieve είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, που δυστυχώς εδώ δεν θα μπορέσουμε να την απολαύσουμε στον κινηματογράφο, όπως θα της άξιζε, αλλά στο Νέτφλιξ.

 Η ιστορία είναι σχετικά γνωστή και αφορά το αεροπορικό δυστύχημα στις Άνδεις, το 1972. Ένα αεροπλάνο που μεταφέρει μια ανδρική ομάδα ράγκμπι από την Ουρουγουάη στη Χίλη, πέφτει στις Άνδεις. Εκεί υπάρχουν 54 επιβάτες, οι οποίοι καταφέρνουν να επιζήσουν της πτώσης αλλά βρίσκονται πια μέσα στο απόλυτο λευκό τοπίο και τις χαμηλές θερμοκρασίες. Οι μέρες περνάνε, διασώστες δεν φαίνονται, τα τρόφιμα τελειώνουν και σύντομα κάποιοι χάνουν τη ζωή τους. Οι επιζήσαντες θα πρέπει να βρουν τρόπο να τραφούν και τότε είναι που παίρνουν την απόφαση να καταφύγουν σε κάτι πολύ ακραίο (ακόμα κι αν υπάρχει μια πιθανότητα κάποιος να μην γνωρίζει το συμβάν, σε αυτό εδώ το κείμενο θα αποφύγουμε την αναφορά του, ώστε η εμπειρία της θέασης της ταινίας να είναι ακόμα πιο επιδραστική).

 Η ταινία του Μπαγιόνα είναι εξαιρετική σε κάθε πτυχή της. Η ανάλυση χαρακτήρων, οι διάλογοι και τα ηθικά διλλήματα που αρχίζουν να προβάλουν μπροστά στο ζητούμενο της επιβίωσης, τονίζονται ακόμα περισσότερο με τη χρησιμοποίηση του φυσικού, χιονισμένου κι έρημου τοπίου σε συνδυασμό με το κλειστοφοβικό της διαλυμένης ατράκτου του αεροσκάφους, εκεί όπου περνούν τις ώρες του οι πρωταγωνιστές. Το σενάριο που έγραψε ο ίδιος ο Μπαγιόνα σε συνεργασία με τους Μπερνάτ Βιλαπλάνα και Χάιμε Μάρκες, καταφέρνει να παρουσιάσει σχεδόν όλους τους χαρακτήρες με επάρκεια κινηματογραφικού χρόνου. Σάφως κάποιοι ξεχωρίζουν και είναι αναμενόμενο αλλά μπορούμε να κατανοήσουμε την πλειοψηφία των επιζήσαντων και τον τρόπο σκέψης τους καθώς επίσης και το θρησκευτικό τους υπόβαθρο, το οποίο παίζει κι αυτό το ρόλο του, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν και πρέπει να παρθεί μια πολύ σημαντική απόφαση που έρχεται σε σύγκρουση με την ανθρώπινη φύση. Αυτό όμως εξετάζει κυρίως η ταινία. Ποιά είναι τα όρια αυτής της φύσης, σε συνθήκες που για να τα καταφέρεις, πρέπει να προσπαθήσεις να τα υπερβείς και να τα ορίσεις εκ νέου;

 Οι ερμηνείες είναι υποδειγματικές από όλο το επιτελείο. Όταν έρχεται η στιγμή τους, φροντίζουν όλοι να την αξιοποιήσουν. Ωστόσο ειδικότερα θα αναφέρω τους δύο που με εντυπωσίασαν περισσότερο. Ο Ουρουγουανός, Έντσο Βόγκρινσικ, στο ρόλο του Νούμα, του άτυπου ίσως πρωταγωνιστή, και ο Μεξικανός, Ματίας Ρέκαλτ, στο ρόλο του Ρομπέρτο Κανέσα, είναι οι δύο που τραβούν λίγο περισσότερο την προσοχή σου. Ο Νούμα έχει να διαχειριστεί πολλά και ο Βόγκρινσικ το αποδίδει αυτό με τρομερή προσήλωση στην ερμηνεία του, ενώ ο Ρέκαλτ, χειρίζεται τον Κανέσα με εσωτερικότητα και βγάζοντας όλο την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα στα μάτια του.

 Τέλος, άξια θαυμασμού είναι η επιλογή του φυσικού τοπίου για τα γυρίσματα και η αποφυγή ψηφιακών εφέ. Κάθε φορά που οι πρωταγωνιστές στέκονται έξω από τα συντρίμμια και κουβεντιάζουν, νιώθεις την παγωνιά στο δέρμα σου. Τα εναέρια πλάνα των βουνών με τις μικρές ανθρώπινες κουκίδες στο χιονισμένο τοπίο αρκούν για να καταλάβεις την τραγικότητα της κατάστασης που βίωσαν αυτοί οι άνθρωποι.

 Οι ταινίες βασισμένες σε αληθινά γεγονότα εμφανίζουν συνήθως προβληματάκια στην αφήγηση. Το γεγονός επισκιάζει την κινηματογραφική ταινία, σαν και οι ίδιοι οι δημιουργοί να αφήνουν την ταινία να κυλήσει χωρίς να φροντίσουν να δώσουν μια δική τους οπτική, μια ανάγνωση του γεγονότος που θα χρησιμέψει στο να πάμε βήματα παρακάτω από αυτό και να δούμε τι μπορεί να μας προσφέρει "καλλιτεχνικά" και δραματουργικά αυτή η ανάγνωση. Οφείλει ο δημιουργός να σκαλίσει κάτω από τα γεγονότα, για να "πει " κάτι. Στην Κοινωνία του Χιονιού, ο Μπαγιόνα και οι συνεργάτες του το κάνουν αυτό σε πολύ μεγάλο βαθμό.


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

20.11.23

Desperation Road (2023) Review

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΙΛΕΩΣΗΣ

Desperation Road (2023) Movie Review Cinenoxos
Δραματική, Θρίλερ
Διάρκεια: 112'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω γιατί οι εταιρείες κινηματογραφικών παραγωγών επιμένουν να προμοτάρουν δραματικές ταινίες σαν αστυνομικά θρίλερ δράσης. Δηλαδή καταλαβαίνω τον λόγο αλλά θεωρώ ότι περισσότερο κόσμο θα χάσεις από τη διαφήμιση από στόμα σε στόμα, όταν το κοινό θα μπει να δει τον Μελ Γκίμπσον (στην περίπτωση του Desperation Road) να κυνηγάει κακούς με την καραμπίνα του και τελικά θα δει ελάχιστα τον Μελ και σχεδόν καθόλου δράση. Μια ματιά στην αφίσα της ταινίας, θα σε βοηθήσει να καταλάβεις το συλλογισμό μου, καθώς το Desperation Road είναι μια δραματική ταινία με στοιχεία θρίλερ, προς το τέλος της, αλλά αρκετά αργή και χαμηλών τόνων. Απευθύνεται λοιπόν σε πολύ διαφορετικό κοινό από αυτό που θα τραβήξει η αφίσα.

 Η ταινία που σκηνοθέτησε η Ναντίν Κρόκερ, είναι βασισμένη σε μυθιστόρημα του Μάικλ Φάρις Σμιθ, συγγραφέα που μεγάλωσε στον Αμερικανικό Νότο και εδώ στήνει την ιστορία του σε αυτόν. Μια άστεγη μητέρα με την εφτάχρονη κόρη της προσπαθεί να φτάσει σε μια μικρή πόλη της πολιτείας του Μισισσιπή. Η μητέρα θα πέσει θύμα βιασμού από έναν ντόπιο αστυνομικό, τον οποίο και θα σκοτώσει με το υπηρεσιακό του περίστροφο και αμέσως μετά θα το σκάσει με την κόρη της. Σε μια άλλη άκρη της πόλης, ο Ράσελ, επιστρέφει σπίτι του αφού εξέτησε την επταετή φυλάκισή του, όταν επτά χρόνια πριν σκότωσε κάποιον ενώ οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλ. Οι διαδρομές των δύο ανθρώπων θα ενωθούν και η ζωή φαίνεται να τους δίνει ευκαιρία να εξιλεωθούν, ο καθένας για τα δικά του πάθη.

 Καθαρό, ήπιων τόνων, δράμα, από αυτά που συναντάς στον ανεξάρτητο Αμερικανικό κινηματογράφο. Τα πρώτα λεπτά της ταινίας είναι αρκετά σκληρά καθώς δείχνουν την απόγνωση της πρωταγωνίστριας, μιας άστεγης που προσπαθεί να βρει χρήματα για να συντηρήσει το ανήλικο παιδάκι που έχει μαζί της ενώ παρακολούθουμε στην οθόνη μας κι έναν βιασμό. Γενικά η σύσταση των πρωταγωνιστών στον θεατή βοηθά στο να καταλάβει αρκετά από αυτά που χρειάζεται. Ωστόσο, δυστυχώς η αφήγηση της Κρόκερ και η ανάλυση χαρακτήρων από εκεί κι έπειτα δεν έχει την ίδια επίδραση. Βλέπεις ανθρώπους οι οποίοι πραγματικά είναι κατεστραμένοι και μπορείς να το νιώσεις, όμως όχι χάρη στο σενάριο και την αφήγηση αλλά κυρίως χάρη στις ερμηνείες της πλειοψηφίας των ηθοποιών.

 Το Desperation Road κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στο διαδίκτυο και σε ελάχιστες αίθουσες στην Αμερική. Από εκεί καταλαβαίνεις ότι η εταιρεία παραγωγής δεν είχε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της ταινίας αλλά πάντα έχεις τις επιφυλάξεις σου να δεν δεις ο ίδιος με τα μάτια σου. Εδώ λοιπόν δεν κατάφερα να βρω ένα διαμαντάκι όπως ήλπιζα αλλά ένα αδύναμο δράμα χαρακτήρων.


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

8.11.23

The Royal Hotel (2023) Review

 

Θρίλερ
Διάρκεια: 91'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Μια παμπ στη μέση στη μέση του πουθενά, στην αχανή Αυστραλιανή ύπαιθρο, γίνεται το σκηνικό για το κοινωνικό θρίλερ που σκηνοθετεί η Κίτι Γκριν, η οποία έγραψε το σενάριο μαζί με τον Όσκαρ Ρέντινγκ. Το ανατριχιαστικό στην περίπτωση του The Royal Hotel είναι ότι βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία περιγράφονται στο ντοκιμαντέρ, Hotel Coolgardie, που γυρίστηκε το 2016.

  Δύο νεαρές τουρίστριες ξεμένουν από χρήματα ενώ βρίσκονται διακοπές στην Αυστραλία και αποφασίζουν να πιάσουν δουλειά για λίγες ημέρες σε μια παμπ, η οποία βρίσκεται κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά. Το μέρος εξυπηρετεί κυρίως τους μεταλλωρύχους που εργάζονται στην περιοχή και μερικούς ακόμα ντόπιους. Τα δύο κορίτσια θα έρθουν αντιμέτωπα με μια διαφορετική πάστα ανθρώπων από αυτές που είχαν συνηθίσει να συναναστρέφονται και διάφορα περίεργα περιστατικά δεν θα αργήσουν να εξελιχθούν σε σκηνικά βίας.

  Ενδιαφέρον το θρίλερ που μας δίνει η Κίτι Γκριν. Μέσα από το σκηνικό της απόλυτης ερημιάς, στο οποίο βρίσκεται η παμπ, οι θαμώνες εμφανίζονται το βράδυ, έτοιμοι να κοινωνικοποιηθούν αλλά με έναν δικό τους τρόπο. Τα άγρια ένστικτα δεν αργούν να βγουν στην επιφάνεια, με τη βοήθεια του αλκοόλ, ενώ φαίνεται ότι τα περισσότερα προκαλούνται από την μοναξιά, την έλλειψη συντροφικότητας και την αδυναμία συναναστροφής με τον “έξω κόσμο”. Τα δύο κορίτσια έρχονται από εκεί και αυτό τα τοποθετεί αυτόματα στη θέση του θηράματος για τους κυνηγούς που βρίσκονται έξω από τη μπάρα.

  Οι ερμηνείες των Τζούλια Γκάρνερ (κυρίως) και Τζέσικα Χένγουικ εξυπηρετούν απόλυτα την αφήγηση της Γκριν, που αφήνει στις ερμηνείες τους να βγει ανά διαστήματα και μια έντονα ανησυχητική αμηχανία για όλα αυτά που βλέπουν γύρω τους. Στο ρόλο του ιδιοκτήτη της παμπ βρίσκουμε τον Χιούγκο Γουήβινγκ, τον οποίο ομολογώ ότι προσπάθησα πολύ να αναγνωρίσω, καθώς είναι ένας πραγματικά αντιπαθής, διαλυμένος από τη ζωή, τύπος.

  Το The Royal Hotel πατάει σε μοτίβα που έχουν απασχολήσει και στο παρελθόν το Αυστραλιανό σινεμά (Wolf Creek, Outback). Δεν είναι τόσο mainstream όσο φαίνεται. Είναι πιο αργό στην εξέλιξή του και βγάζει όλη την ένταση στα τελευταία δέκα πέντε λεπτά κι εκεί όχι απαραίτητα με τον τρόπο που το κοινό περιμένει να εξελιχθεί ένα θρίλερ του σήμερα


 

 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

 

.


 

5.11.23

Pain Hustlers (2023) Netflix Mini Review

 

Δραματική
Διάρκεια: 122'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Το Νέτφλιξ φαίνεται ότι έχει βαλθεί να τα βάλει με τις φαρμακοβιομηχανίες κι έτσι λίγο καιρό μετά την πρεμιέρα της μίνι σειράς Painkiller, μας δίνει και το Pain Hustlers, το οποίο πραγματεύεται παρόμοιο θέμα. Την προώθηση από μια φαρμακευτική εταιρεία ενός οπιοειδούς φαρμάκου και την συνταγογράφησή του με μόνο σκοπό το κέρδος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες.

 Το Pain Hustlers, είναι ο ορισμός της ταινίας που βασίζεται σε ενδιαφέροντα πραγματικά γεγονότα αλλά που δεν κάνει πολλά για να δώσει μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική μεταφορά αυτών των γεγονότων. Δεν είναι κακό αλλά βασίζεται περισσότερο στην δυναμική των πρωταγωνιστών του και προχωρά σε μια παρουσίαση των γεγονότων τηλεοπτικής αισθητικής. Ο σκηνοθέτης, Πιτερ Γέιτς, φαίνεται να θέλει να φτιάξει τον δικό του Λύκο της Γουόλ Στριτ αλλά δεν ρισκάρει καθόλου στην αφήγησή του, με το τελικό αποτέλεσμα να θυμίζει αρκετές παρόμοιου τύπου ταινίες.

 Η Έμιλι Μπλαντ και ο Κρις Έβανς στέκονται αξιοπρεπείς, όπως και ο Άντι Γκαρσία, που καταφέρνει να κλέψει μερικές σκηνές, αλλά τι να το κάνεις, δεν αρκούν οι ερμηνείες τους για να κάνουν τη διαφορά.

 Σαφώς συγκλονιστική η ιστορία που βασίστηκε το σενάριο των Γουέλς Τάουερ και Έβαν Χιούζ, δυστυχώς, όμως, δεν μπορεί να συγκλονίσει η εξιστόρηση αυτού του απίστευτου σκανδάλου. Θετικό βέβαια το ότι ειπώθηκε η ιστορία σε ένα μέσο που θα μπορέσει να τη μεταδώσει στον πολύ κόσμο, έστω κι αν θα θέλαμε κάτι περισσότερο από τους συντελεστές.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


28.6.23

Flamin' Hot (2023) Disney+ Movie Review

Βιογραφική, Κωμική, Δραματική
Διάρκεια:99'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Το αμερικανικό όνειρο προβάλλεται μια ακόμη φορά μέσα από μια ταινία που διαφημίζεται ως βασισμένη σε αληθινή ιστορία. Αν την αντιμετωπίσουμε ως τέτοια τότε βλέπουμε μια αρκετά συμπαθητική χαλαρή βιογραφική ταινία με αρκετά θετικά μηνύματα, καλή σκηνοθεσία, καλές ερμηνείες και μερικές σεναριακές υπερβολές που εύκολα ή δύσκολα μπορούμε να παραβλέψουμε. Εύκολα τις παραβλέπουμε αν δεχτούμε ότι υπάρχει αλήθεια στην ιστορία μας. Δύσκολα όμως θα τις παραβλέψουμε αν δεχτούμε τις αντίθετες απόψεις που ακούστηκαν από την εταιρεία, Frito-Lay, και την αμφισβήτηση γύρω από την αλήθεια της ιστορίας. Ας τα δούμε όμως αυτά παρακάτω.

 Ο Ρίτσαρντ Μοντανιέζ, Μεξικανός μετανάστης, που μεγαλώνει με την οικογένειά του κάτω από δύσκολες συνθήκες στην Αμερική, καταφέρνει να πιάσει μόνιμη δουλειά ως επιστάτης στην εταιρεία, Frito- Lay, την περίφημη εταιρεία που παράγει τα πασίγνωστα σνακ Cheetos. Ο Μοντανιέζ έχει την ιδέα της δημιουργίας μιας νέας, πικάντικης γεύσης στα σνακ, με βάση το μεξικανικό τσίλι. Με μεγάλο ρίσκο φτάνει στον υπεύθυνο της εταιρείας κι αυτός του δείχνει εμπιστοσύνη και σε στιγμή που η εταιρεία κινδυνεύει με απώλειες σημαντικών εσόδων που θα οδηγήσουν σε μαζικές απολύσεις, η νέα γεύση φέρνει τα πάνω κάτω και ο Μοντανιέζ δέχεται επιτέλους την αναγνώριση που του αξίζει.

 Η Μεξικανικής καταγωγής ηθοποιός, Εύα Λονγκόρια, περνάει πίσω από την κάμερα και καταφέρνει να φτιάξει μια βιογραφική ταινία που "τσεκάρει" τα απαραίτητα κουτάκια ώστε να αγγίξει το κοινό. Η ιστορία του Μοντανιέζ είναι η κλασική ιστορία του ανθρώπου που δεν έχει στον ήλιο μοίρα και μέσα από προσπάθεια και μια έξυπνη ιδέα καταφέρνει να κάνει το μεγάλο βήμα στη ζωή του. Υπάρχει αρκετό χιούμορ αλλά και μερικές πιο έντονες δραματικές στιγμές, μέσα από μια γρήγορη αφηγηματική ροή, που καταφέρνει να κάνει την ταινία να κυλήσει πολύ εύκολα.

 Οι σεναριακές υπερβολές είναι προφανείς και η αλήθεια είναι ότι αρκετές τις περιμένεις ούτως ή άλλως στο συγκεκριμένο είδος. Ο πρωταγωνιστής από τη στιγμή που μπαίνει στον ίσιο δρόμο και μετά (αρχικά κινείται στην παρανομία) παρουσιάζεται αψεγάδιαστος, τονίζεται ο ρατσισμός λόγω της καταγωγής του και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει όταν προσπαθεί να ανελιχθεί, ενώ κλασικά οι ανώτεροί του παρουσιάζονται ως οι απαραίτητοι "κακοί" της ιστορίας, εκτός από το κεφάλι της εταιρείας, Ρότζερ Ενρίκο, που φαίνεται ως ένας απολύτως συμπαθής κι έντιμος κύριος... Δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορείς να φανταστείς τον επικεφαλής μιας μεγάλης πολυεθνικής ως ένα τόσο έντιμο και αξιαγάπητο κύριο. Ειδικά στις τελευταίες σκηνές της ταινίας, η καλοσύνη ξεχειλίζει από τους πάντες.

 Ακόμα κι έτσι όμως, η ταινία της Λονγκόρια παραμένει συμπαθής, στα πλαίσια μιας χολιγουντιανής βιογραφίας, που θέλει να τονίσει λίγο παραπάνω την δυσκολία των αλλοδαπών στο να γίνουν αποδεκτοί από το σύστημα. Φαίνεται όμως ότι η Λονγκόρια θέλει να πει ένα παραμύθι με ωραίο τέλος και όχι τόσο μια αληθινή ιστορία. Ειδικά οι αντιδράσεις μετά την προβολή της ταινίας από την ίδια την εταιρεία σχετικά με τη συμμετοχή του Μοντανιέζ στη δημιουργία του προϊόντος, προκαλούν αρκετές σκέψεις. Ο ίδιος ο Μοντανιέζ δήλωσε ότι το λάθος που δεν πρέπει να κάνουν άλλοι που θα βρεθούν στη θέση του είναι το ότι δεν κράτησε ντοκουμέντα, ώστε να μπορεί να αποδείξει τα λεγόμενά του.

 Που κρύβεται η αλήθεια και που υπάρχουν υπερβολές μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι η ταινία είναι περισσότερο προϊόν μυθοπλασίας, που αφηγείται μια ιστορία με σκοπό να εμπνεύσει, τότε η προβολή της θα είναι πολύ πιο αποτελεσματική.


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων

 

 

15.5.23

The Mother (2023) Review

 

The Mother Cinenoxos Movie Review
Δράσης, Δραματική
Διάρκεια:115'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 υπήρχε ένα άτυπο "συμβόλαιο" μεταξύ των ηθοποιών, που ήθελε τους πάντες να πρέπει ντε και καλά να παίξουν τουλάχιστον έναν κωμικό ρόλο. Οπότε από τον Ντε Νιρό μέχρι τον Σταλλόνε και τον Σβαρτζενέγκερ, από τους ηθοποιούς δηλαδή που επιδίδονταν μόνο σε "σοβαρούς" ρόλους, μέχρι τους ήρωες ταινιών δράσης, έπρεπε όλοι να κάνουν το πέρασμά τους από την κωμωδία. Τα τελευταία χρόνια, το "απαραίτητο" για το βιογραφικό όλων των ηθοποιών είναι η ταινία δράσης. Επιβάλλεται, το 'χεις δεν το 'χεις, να ρίξεις λίγο βρωμόξυλο και να κυλιστείς στα χώματα με τους αντιπάλους σου, γιατί το κοινό διψάει για δράση.

 Η τελευταία προσθήκη λοιπόν στη φιλμογραφία της Τζένιφερ Λόπεζ την βρίσκει να μπαίνει στα παπούτσια της ηρωίδας δράσης. Πρώην εκτελεστής, δολοφόνος από τους λίγους βρίσκεται σε δύσκολη θέση όταν αναγκάζεται δώδεκα χρόνια μετά την απόσυρσή της, να βγει από την απομόνωσή της, για να προστατεύσει την κόρη που ποτέ της δεν γνώρισε. Όταν δώδεκα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, αναγκάστηκε να αφήσει για πάντα το νεογέννητο μωρό της σε θετή οικογένεια ώστε να σώσει τη ζωή του, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι εχθροί που είχε αποκτήσει θα έκαναν τα πάντα για να βρουν το παιδί αλλά και την ίδια. Επιστρέφει λοιπόν στη δράση, για χάρη του τέκνου της.

 Δεν περίμενα πολλά από το The Mother και εδώ που τα λέμε δεν πήρα πολλά. Η Λόπεζ είναι αρκετά καλή, κυρίως στο δραματικό κομμάτι του ρόλου της. Η πιτσιρίκα Λούσι Πάεζ τα πάει εξαιρετικά ενώ σε ρόλο καρικατούρα κακού βρίσκουμε τον Τζόζεφ Φάινς. Παραδίπλα υπάρχει και ο Γκάελ Γκαρσία Μπερνάλ, σε ρόλο κακού πιο ενδιαφέροντα από αυτόν του Φάινς αλλά με μικρότερης διάρκειας εμφάνιση.

 Το πρόβλημα της ταινίας, αν αφήσουμε στην άκρη το εντελώς "βασικό" σενάριο, είναι η άνευρα σκηνοθετημένη δράση. Η σκηνοθέτης Νίκι Κάρο τα πάει καλά στις δραματικές σκηνές αλλά στις καταδιώξεις και τις μονομαχίες υστερεί αρκετά. Προσπαθεί μεν να φτιάξει κάποιες θεαματικές σκηνές αλλά δεν τα καταφέρνει. Μόλις στις τελευταίες σκηνές τις ταινίας υπάρχει ίσως η πιο καλή από αυτές τις σκηνές, με ένα κυνηγητό μέσα στα χιόνια. Πιο πριν, οι δράση είναι αρκετά χλιαρή.

 Τα θετικά αυτής της μέτριας, δραματικής ταινίας δράσης βρίσκονται στην όμορφη κινηματογράφηση των τοπίων, στην ερμηνεία της Λόπεζ και στην χημεία της με την πιτσιρίκα. Όχι κακό για την τηλεόραση αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό αρκεί πάντα.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr