Ο Ας, πρώην αλκοολικός, βγάζει τα προς το ζην με ένα ιδιαίτερο "επάγγελμα". Άτομα που εργάζονται και γνωρίζουν εκ των έσω πληροφορίες για διεφθαρμένες εταιρείες, επιθυμούν να τα βγάλουν όλα στη φόρα για το κοινό καλό. Όταν όμως φτάνει να απειλείται πια η ζωή τους, προσπαθούν να βρουν τρόπο να απεμπλακούν. Αυτός που βοηθά σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ο Ας, ο οποίος μεσολαβεί ώστε οι πληροφορίες να μην κυκλοφορήσουν ποτέ στο κοινό, οι εταιρείες να μην εκτεθούν αλλά και ο πληροφοριοδότης να μην απειληθεί ξανά και να κάνει μια επανεκκίνηση στη ζωή του. Ο Ας δουλεύει μέσα από ένα ιδιαίτερο σύστημα στο οποίο εμπλέκεται μια εταιρεία αναμετάδοσης τηλεπικοινωνίων για άτομα με προβλήματα ακοής ή ομιλίας. Ο πελάτης μιλά πάντα με κάποιον εκπρόσωπο της εταιρείας ο οποίος του μεταφέρει όσα ο Ας πληκτρολογεί σε μια ειδική συσκευή για κωφάλαλους, έτσι ώστε να μην έρχεται ο ίδιος σε άμεση συνομιλία με τον κάθε πελάτη. Όταν τη βοήθειά του ζητά η Σάρα, της οποίας η ζωή απειλείται καθώς έχει στην κατοχή της έγγραφα που καίνε τη μεγάλη βιομηχανία τροφίμων για την οποία εργαζόταν, ο Ας θα ξεφύγει από τους κανόνες του και τα πράγματα θα μπλεχτούν επικίνδυνα για τον ίδιο και την πελάτισσα του.
Ο Ντέιβιντ Μακένζι, του Hell or High Water, βρίσκεται στη σκηνοθεσία του Relay. Το αποτέλεσμα είναι ένα απολαυστικό, δεμένο -περίπου πολιτικό- θρίλερ με κέντρο όμως τον μοναχικό χαρακτήρα του Ας, που υποδύεται ο υπέροχος Ριζ Άχμεντ. Μέχρι τα τελευταία είκοσι λεπτά, η ταινία του Μακένζι κυλάει υπέροχα, σου φέρνει στο μυαλό κλασικά πολιτικά θρίλερ της δεκαετίας του '70 και παρουσιάζει ενδιαφέροντες χαρακτήρες, πάνω στους οποίους στήνει την πλοκή, με κυριότερους μοχλούς τον Άχμεντ, την Λίλι Τζέιμς και τον Σαμ Γούρθιγκτον. Τα τελευταία είκοσι λεπτά όμως η ταινία χάνει το χαρακτήρα της και ενώ θέλει να φορτσάρει τη δράση της, η σεναριακή ανατροπή που έρχεται μοιάζει όχι να καταστρέφει τελείως όσα χτίστηκαν μέχρι εκεί αλλά να τους δίνει μια πολύ πιο απλοϊκή μορφή. Από εκεί που είχες ένα ενδιαφέρον κατασκοπευτικό θρίλερ που έπαιζε με τη μοναχικότητα του πρωταγωνιστή της και έβαζε υπέροχες πινελιές ψυχοδράματος, καταλήγεις στο τέλος να νιώθεις χρησιμοποιημένος από την ταινία, που για αλλού φάνηκε να ξεκινάει και αλλού καταλήγει.
Σίγουρα, το Relay δεν κακή ταινία και σε αυτό βοηθά ο τρόπος που χειρίζεται ο Μακένζι τους χώρους κινηματογράφησης και τους ηθοποιούς του, οι οποίοι κάνουν πάρα πολύ καλή δουλειά. Κάνει κινηματογράφο ο Μακένζι και καταπιάνεται με ένα είδος που δεν δίνει εύκολα καλές ταινίες τα τελευταία χρόνια. Τον προδίδει λίγο το σενάριο, ο τρόπος που στήνει την ανατροπή, η αποκάλυψη αυτής και η γρήγορη λύση της τελευταίας πράξης.
Πρώην αξιωματικός του Αμερικανικού ναυτικού, ιδρύει δέκα επτά χρόνια πριν το ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ, ένα κέντρο θεραπείας με σκοπό να βοηθήσει βετεράνους που πάσχουν από Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες. Με την πάροδο των χρόνων όμως, το ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ αποκτά χαρακτήρα αίρεσης. Ο τρόφιμος Νας Κάβανο αναπτύσσει σχέση με την Έβολι Κάρμαϊκλ κατά την παραμονή τους στο ίδρυμα και αποφασίζουν να το σκάσουν από εκεί όταν η Έβολι μένει έγκυος. Οι στρατιώτες της οργάνωσης τους κυνηγούν και ενώ ο Κάβανο ξεφεύγει, η Έβολι αγνοείται. Χρόνια μετά, ο απεσταλμένος της κυβέρνησης, Εμάνουελ Άσμπερν, ζητά από τον Κάβανο να επιστρέψει στο ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ και να το καταστρέψει, ποντάροντας στο προσωπικό μίσος του πρώην στρατιώτη προς το πρόσωπο Μποκούσι, του αρχηγού της αίρεσης.
Αρκετά προβληματική η ταινία του Μπραντ Φέρμαν και φανερά "πετσοκομμένη" στο μοντάζ ώστε προφανώς να κυκλοφορήσει άρον άρον με όσο μικρότερες απώλειες γίνεται καθώς είχε ξεμείνει δύο χρόνια τώρα στα συρτάρια των παραγωγών. Έχει ιδέες και θέλει να μας δώσει μια διαφορετικής προσέγγισης ταινία δράσης, με χαρακτηριστικά ψυχολογικού δράματος με μερικές νουάρ πινελιές και είμαι σίγουρος ότι κάπου υπάρχει μια μεγαλύτερης διάρκειας εκδοχή της ταινίας που μπορεί να έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν είμαι φυσικά καθόλου σίγουρος ότι θα ήταν καλύτερη ταινία και ότι θα μπορούσε να απευθυνθεί στο ευρύ κοινό, από την άλλη όμως ούτε το τελικό προϊόν που φτάνει στους κινηματογράφους νιώθω ότι μπορεί να κερδίσει το κοινό.
Η εμφάνιση των Τζέιμι Φοξ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Τζον Λεγκουιζάμο δεν μπορεί να προσθέσει ιδιαίτερα πόντους στην ταινία ενώ και ο πρωταγωνιστής, Σκοτ Ίστγουντ, παρά την φιλότιμη προσπάθεια να δώσει λίγο παραπάνω βάθος στην ερμηνεία του, δεν πείθει ως κάποιος που μπορεί να κουβαλήσει την ταινία.
"ερπετό το [erpetó] : 1.(ζωολ.) ομοταξία ζώων που είναι ψυχρόαιμα, έχουν δέρμα από κερατίνη, αναπνέουν ατμοσφαιρικό αέρα και μετακινούνται έρποντας: Aπό τα ερπετά που υπάρχουν σήμερα πιο γνωστά είναι τα φίδια, οι σαύρες, οι κροκόδειλοι και οι χελώνες.2. (μειωτ., υβρ.) για άνθρωπο ύπουλο ή κόλακα."
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό των ερπετών, που δεν αναγράφεται στο παραπάνω απόκομμα από το λεξικό Τριανταφυλλίδη, είναι η αλλαγή του δέρματος, κάτι που γνωρίζουμε οι περισσότεροι για τα φίδια. Έχει και αυτό τη σημασία του, για τους ήρωες της πρώτης ταινίας που υπογράφει ο σκηνοθέτης μουσικών βίντεο, Γκραντ Σίνγκερ, συνυπογράφοντας το σενάριο με τους Μπέντζμιν Μπρούερ και Μπενίσιο Ντελ Τόρο.
Ένα σύγχρονο νουάρ με φανερές Φιντσερικές επιρροές, το Reptile, μοιάζει κι αυτό να έρπει στα σκοτεινά, όπως οι πρωταγωνιστές του, και να περιμένει υπομονετικά να επιτεθεί στο θεατή. Νιώθεις σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, με τη βοήθεια του μουσικού υπόβαθρου, μια υπόγεια ένταση, που πηγάζει από τα πλάνα (καθόλου τυχαίο ότι διευθυντής φωτογραφίας είναι ο Ελληνικής καταγωγής, Μάικ Γιουλάκης, των It Follows, Us και Old...), τις κινήσεις και τα βλέμματα των ηθοποιών, με τον Ντελ Ντόρο να δείχνει για άλλη μια φορά ότι μπορεί να παίζει μόνο με το βλέμμα του.
Η ταινία του Σίνγκερ βασίζεται κυρίως στην ατμόσφαιρα και στην ανάγνωση που μπορεί να κάνει ο θεατής πίσω από τις λέξεις και τη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών αλλά και μέσα από τους συμβολισμούς που χρησιμοποιούνται μέχρι και στο τελευταίο πλάνο. Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με μια αστυνομική ιστορία, όπου αναζητείται ο ένοχος μιας δολοφονίας αλλά οι χαρακτήρες που εμπλέκονται και ο τρόπος που ενεργούν, κάνει την προβολή της ταινίας πιο ενδιαφέρουσα εμπειρία, κυρίως γιατί σε κάνει να αναζητάς πράγματα πίσω από αυτά που βλέπεις, έστω κι αν αυτά δεν υπάρχουν πάντα.
Μπορεί το Reptile να μην σε αφήσει με το στόμα ανοιχτό στο τέλος της προβολής με την αποκάλυψη της πλεκτάνης, στην οποία βρίσκεται μπροστά ο πρωταγωνιστής μας και δεκτό είναι το σχόλιο κάποιου που θα πει ότι για ταινία που βασίζεται στους χαρακτήρες, δεν προσφέρει ιδιαίτερο βάθος στους περισσότερους από αυτούς. Αυτό θα μπορούσαμε να το πιστώσουμε στις αδυναμίες της ταινίας αλλά αν αφεθείς στους ρυθμούς που επιβάλλει ο Σίνγκερ μπορεί να σε ρουφήξει στον κόσμο της έστω και χωρίς την καλύτερη ανάλυση χαρακτήρων. Θα νιώσεις τη διαφθορά που υπάρχει γύρω από και μέσα στους πρωταγωνιστές, μέσα από τα υπνωτιστικά πλάνα. Το κυριότερο εδώ, είναι ότι έχουμε μια ταινία που πρέπει να τη νιώσεις και όχι απαραίτητα να την "καταλάβεις".
Έχει πολλά σκαμπανεβάσματα το Νέτφλιξ στην ποιότητα των ταινιών που μας δίνει. Το κυριότερο πρόβλημα που βρίσκω στις περισσότερες είναι ότι δεν έχουν κινηματογραφική υφή. Τα σκηνικά, η φωτογραφία τους, είναι πολλές φορές μέτριας τηλεοπτικής ποιότητας. Ωστόσο ανά διαστήματα εμφανίζονται ταινίες που φέρνουν μια πιο κινηματογραφική αίσθηση. Όταν αυτές έχουν και την καλλιτεχνική γοητεία του Windfall, τότε νομίζω ότι δύσκολα θα βρεις κινηματογραφόφιλο που θα παραπονεθεί.
Το Windfall δεν είναι καμια ταινία που στοχεύει πολύ ψηλά και προσπαθήστε να το εκλάβετε ως θετικό σχόλιο. Ο σκηνοθέτης του, Τσάρλι ΜακΝτάουελ, φτιάχνει ένα πολύ ωραία δομημένο έργο, με επιρροές από τον Χίτσκοκ και τα φιλμ νουάρ. Τρεις χαρακτήρες, ένα εξοχικό, παιχνίδια με το χώρο, με σταθερή πάντα κάμερα και μπόλικη ανάλυση χαρακτήρων, προσφέρουν ένα αρκετά γόνιμο ενεννηντάλεπτο, έστω κι αν λίγο μας τα χαλάει λιγάκι η τελική πράξη.
Ο Τζέισον Σίγκελ είναι ο διαρρήκτης, ο οποίος εισβάλει στο εξοχικό ενός ζάμπλουτου τύπου. Περιφέρεται για λίγο στο μέρος αλλά πριν προλάβει να κλέψει οτιδήποτε, αιφνιδιάζεται από την απρόσμενη είσοδο του εκατομμυριούχου και της γυναίκας του. Όταν αυτοί συνειδητοποιούν τον εισβολέα, τα πράγματα περιπλέκονται και πλέον η αποχώρησή του είναι πολύ πιο δύσκολη. Οι τρεις τους θα πρέπει να περάσουν μια ολόκληρη μέρα μαζί μέχρι να φτάσουν τα χρήματα που επιθυμεί ο διαρρήκτης για να τους αφήσει και να φύγει.
Τρεις καλοί ηθοποιοί κι ένα καλογραμμένο σενάριο που ξεδιπλώνει τους χαρακτήρες και μπλέκει αρκετά το ποιος είναι τελικά ο καλός και ο κακός της υπόθεσης, ποιος το θύμα. Από τις πρώτες στιγμές στην ταινία καταλαβαίνεις ότι ο Σίγκελ δεν είναι επαγγελματίας διαρρήκτης και δεν φαίνεται τύπος που θέλει να κάνει κακό αλλά οι διάλογοι βγάζουν σιγά σιγά πραγματάκια στην επιφάνεια που μας οδηγούν σε διάφορα συμπεράσματα και αυτό είναι σίγουρα το δυνατό χαρτί της ταινίας, μαζί με τις πολύ καλές ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστών. Ειδικά οι δύο πρώτες πράξεις κυλάνε πολύ ευχάριστα και έχουμε αρκετά ενδιαφέροντες διαλόγους που μεταβάλλουν αρκετά την άποψή μας για τους τρεις χαρακτήρες και την ηθική τους. Δυστυχώς η τελευταία πράξη έκανε λίγο πιο μπερδεμένα τα πράγματα ως προς την κρίση μου για το έργο αλλά σίγουρα είναι μια αρκετά ενδιαφέρουσα πρόταση.
Τα οικονομικά προβλήματα και η ανεργία μαστίζουν το μεγαλύτερο μέρος των καθημερινών ανθρώπων την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον. Από αυτά τα προβλήματα δεν ξεφεύγουν και οι πρωταγωνιστές της νέας ταινίας που σκηνοθέτησε ο Ντολφ Λούντγκρεν, ο οποίος μπαίνει για έβδομη φορά πίσω από την κάμερα και παραδίδει μια σχετικά προσγειωμένη ταινία δράσης.
Ο Λούντγκρεν εδώ συμπρωταγωνιστεί με τον Σκοτ Άντκινς. Ο πρώτος υποδύεται έναν αστυνομικό που προσπαθεί να βρει τα χρήματα για να κάνει η μονάκριβη κόρη του την εγχείρηση που θα σώσει τη ζωή της. Ο δεύτερος παίζει έναν ταλαντούχο αλλά άνεργο και διαλυμένο ψυχικά αθλητή πολεμικών τεχνών. Αυτό που θα τους ενώσει είναι τα χρήματα που ένας κακοποιός έχει κρύψει σε μια πολυκατοικία, η οποία σύντομα θα κατεδαφιστεί. Ο Άντκινς που πιάνει δουλειά στο συνεργείο που ξεκινά της διαδικασίες κατεδάφισης, είναι αυτός που βρίσκει πρώτος τα χρήματα, χωμένα σε έναν τοίχο της οικοδομής. Ενώ οι εργάτες έχουν σχολάσει, επιστρέφει πίσω να πάρει τα χρήματα. Εκεί θα πέσει πάνω στον Λούντγκρεν, ο οποίος έχει πληροφορίες από έναν φυλακισμένο για την τοποθεσία των χρημάτων και αποφασίζει να τα αποκτήσει για να σώσει την κόρη του. Επίσης εκεί βρίσκονται και τα μέλη μιας συμμορίας που γνωρίζουν για τα χρήματα και όπως καταλαβαίνετε ακολουθεί μακελειό. Βάλε και το ότι από στιγμή σε στιγμή το κτίριο θα κατεδαφιστεί και έχετε μια πιο αναλυτική εικόνα.
Τίμιος ο Λούντγκρεν. Τόσο στις ερμηνείες του, όσο στη σκηνοθετική του δουλειά είναι τουλάχιστον αξιοπρεπής. Δεν διακρίνεις κανένα εξαιρετικό ταλέντο αλλά βγάζει μια αρκετά ανθρώπινη ματιά στη συγκεκριμένη ταινία και κρατά έναν προσγειωμένο τόνο, σκηνοθετώντας παράλληλα αρκετά καλά και τη δράση. Εξάλλου και ο ίδιος είναι ηθοποιός που δεν έχει παίξει σε λίγες ταινίες δράσης ενώ και ο Άντκινς είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός ταινιών δράσης, πράγμα που βοηθά αρκετά τον σκηνοθέτη.
Δεν υπόσχεται πολλά η ταινία και αυτό λειτουργεί προφανώς υπέρ της. Λούντκρεν και Άντκινς γράφουν στην κάμερα, έχουν και μια μεταξύ τους μονομαχία, ενώ ο Άντκινς φροντίζει να δώσει και μερικές κλωτσιές παραπάνω στο φινάλε. Είναι και είκοσι χρόνια νεότερος, οπότε επιβάλλεται. Όχι κακή επιλογή λοιπόν για τους φίλους των ταινιών δράσης και των δύο συγκεκριμένων αστέρων. Δεν είναι από τα καλύτερά τους αλλά είναι μια χαρά.
Σκηνοθεσία:Benjamin Cleary Σενάριο:Benjamin Cleary Πρωταγωνιστούν:Mahersala Ali,Naomie Harris,Awkwafina,Glenn Close,Adam Beach,
Διάρκεια: 112'
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Με περίβλημα επιστημονικής φαντασίας, ο Μπέντζαμιν Κλίρι, θέτει φιλοσοφικά ερωτήματα κλωνοποιόντας τον Μαχερσάλα Άλι. Ένα ψυχολογικό δράμα τοποθετημένο στο μέλλον, μόνο και μόνο για να χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα της τεχνολογίας για κλωνοποίηση αλλά και μεταφορά κάθε μνήμης στον κλώνο, για να θέσει το ερώτημα. Αν θα μάθαινες ότι σε λίγους μήνες πεθαίνεις, θα ήθελες ένας απόλυτα πιστά δημιουργημένος κλώνος σου, με όλες τις αναμνήσεις σου, να πάρει τη θέση σου και η οικογένειά σου να συνεχίσει να ζει ευτυχισμένη, αποφεύγοντας τη θλίψη του θανάτου, του αποχωρισμού;
Αυτό είναι το βασικό ερώτημα και παρότι ο Κλίρι δίνει την δική του απάντηση, δεν απαιτεί να την υιοθετήσεις. Ακόμα και ο πρωταγωνιστής του δεν είναι εκατό τοις εκατό βέβαιος για τη τελική του απόφαση. Αφήνει όμως τον Μαχερσάλα Άλι να το πάρει πάνω του, μέσα από μια εξαιρετική ερμηνεία, απόλυτα ταιριαστή στο ύφος και στο σκοπό της ταινίας, οδηγώντας μας μαζί του σε ένα φινάλε που ταλαντεύεται ανάμεσα στο καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος.
Ένα μέλλον που δεν μοιάζει ξένο, παρότι λίγο πιο αποστειρωμένο, χαλαροί ρυθμοί, καθαρή φωτογραφία και δυο πολύ φυσικές ερμηνείες από τον Άλι και την Ναόμι Χάρις. Πολύ καλή επιλογή για τους φίλους της επιστημονικής φαντασίας, που θέτει ερωτήματα βασισμένα σε ένα τεχνολογικό επίτευγμα, ως πρόσχημα για μια εσωτερική αναζήτηση.
Η υποσχόμενη έναρξη του Mother/ Android και η αφοσιωμένη ερμηνεία της Κλόη Γκρέις Μόριτζ δεν αρκούν για να αποτελέσει η ταινία μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Δεν φταίει ότι την κεντρική ιδέα την έχουμε ξαναδεί. Τα ρομπότ έχουν επαναστατήσει ξανά στο παρελθόν αλλά με πολύ πιο επιτυχημένο τρόπο, όχι φυσικά για τα ρομπότ αλλά για τον κινηματογράφο. Δεν είναι λοιπόν η αίσθηση του ότι όλο αυτό το έχεις κάπου ξαναδεί που χαλάει την εμπειρία αλλά η - στο μεγαλύτερο μέρος- ψυχρή οπτικοποίηση όσων συμβαίνουν.
Η ιστορία μας εκτυλίσσεται είτε κάπου στο μέλλον είτε σε κάποιο εναλλακτικό παρόν, όπου το κάθε σπίτι έχει κι ένα ανδροειδές να το βοηθά στις καθημερινές εργασίες. Τα ρομπότ επαναστατούν ένα βράδυ και επικρατεί πανικός. Ένα νεαρό ζευγάρι που έχει μόλις μάθει πως πρόκειται σε κάποιους μήνες να αποκτήσει παιδί καταφέρνει να σωθεί και περιπλανιέται στα δάση, μακριά από τα μέρη που περνώντας ο καιρός κατακτιούνται από τα ανδροειδή. Το ζευγάρι προσπαθεί να φτάσει στη Βοστόνη για να γεννηθεί με ασφάλεια το μωρό και από εκεί να φύγουν με πλοίο για την Κορέα, όπου φαίνεται τα πράγματα να είναι καλύτερα. Στο δρόμο όμως δεν πάνε όλα όπως τα έχουν σχεδιάσει και το πλάνο τους πρέπει να επανεξεταστεί.
Περισσότερο περιμένεις μια ταινία χαρακτήρων σε ένα μετα-αποκαλυπτικό περιβάλλον παρά μια ταινία δράσης και παίρνεις και κάποια "σήματα" ότι κάπου το πάει, οπότε δίνεις χρόνο. Στο τέλος δυστυχώς απογοητεύεσαι γιατί ενώ έχει καλά σημεία, είτε με βάση το δράμα του ζευγαριού, είτε με βάση τη δράση στο ενδιάμεσο της ταινίας, είτε ακόμα και με μια ανατροπή που επιχειρεί να δώσει ακόμα πιο πεσιμιστικό χαρακτήρα στο έργο, όλα αυτά φαίνεται να μην δένουν αρμονικά μεταξύ τους.
Καλές οι ερμηνείες, ενδιαφέρουσα φωτογραφία, ειπωμένη ξανά με διαφορετικούς τρόπους ιστορία, λίγο άψυχη η αφήγηση του σκηνοθέτη μας. Αμφιβάλλω λοιπόν αν θα μπορέσει να "σταθεί" η ταινία απέναντι στο κοινό που στοχεύει.
Τα Χριστούγεννα είναι η αγαπημένη μου περίοδος του χρόνου. Από πολύ μικρός, μέχρι σήμερα που πλησιάζω αισίως τα σαράντα μου χρόνια, είναι μια περίοδος που πραγματικά τη χαίρομαι και προσπαθώ να τη ζω όσο το δυνατόν περισσότερο. Το στόλισμα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ο τρόπος που τα πολύχρωμα φωτάκια ζέσταιναν το δωμάτιο, οι μυρωδιές και οι γεύσεις όλων των γιορτινών εδεσμάτων μου προκαλούσαν πάντα γαλήνη, ενώ και το θρησκευτικό κομμάτι ήταν πάντα ένα από τα αγαπημένα μου, με το Θείο βρέφος να είναι ένας φάρος ελπίδας και λόγος προσπάθειας των ανθρώπων να προσπαθούν για έναν καλύτερο κόσμο. Μεγαλώνοντας δεν άλλαξε τίποτα από αυτά. Το αντίθετο μάλιστα. Όταν πλησίαζε η γιορτινή περίοδος αισθανόμουν ακόμα πιο ωραία. Μου άρεσε να στολίζουμε από νωρίς και μου άρεσε να βλέπω από το παράθυρό μου και τα απέναντι σπίτια να έχουν στολίσει και να αχνοφαίνονται τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και τα φωτάκια τους.
Η τηλεόραση άρχισε να γίνεται σιγά σιγά ένα αναπόσπαστο μέρος όλης αυτής της κατάνυξης που ένιωθα, μέσα από τα κλασικά πλέον ειδικά Χριστουγεννιάτικα επεισόδια των σειρών κινουμένων σχεδίων αλλά και των ταινιών, που άρχισαν να παίζονται όλο και περισσότερες από τα Ελληνικά κανάλια προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980! Είμαι σίγουρος ότι κάποιοι μπορούν να κατανοήσουν ενώ σε πολλούς μπορεί να φαίνεται αδιανόητο πως μπορεί η τηλεόραση να έχει συμμετοχή σε όλο αυτό το κατανυκτικό κλίμα, όμως υπήρχε μια περίοδος που όντως η τηλεόραση μπορούσε να φέρει κοντά οικογένειες και να συμβάλλει στο γιορτινό κλίμα.
Μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι σίγουρα τα Χριστουγεννιάτικα επεισόδια των αγαπημένων μου Στρουμφς. Τα Μάππετς έχουν μια ειδική θέση επίσης εκεί μέσα, τόσο με τα σπέσιαλ επεισόδιά τους όσο και χρόνια μετά με την διασκευή της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας του Ντίκενς, η οποία τείνει να είναι η αγαπημένη μου Χριστουγεννιάτικη συνήθεια (μαζί με τα Χριστούγεννα του Τρελού Θηριοτροφείου...). Η Ντίσνεϊ έβαλε το χεράκι της στην παραγωγή της ταινίας μαζί με την εταιρεία του Τζιμ Χένσον, βγάζοντας ένα πάρα πολύ όμορφο αποτέλεσμα, με έναν εκπληκτικό Μάικλ Κέιν στο ρόλο του Σκρουτζ.
Εννιά χρόνια πριν την Χριστουγεννιάτικη Ιστορία με τα Μάππετς, η Ντίσνεϊ είχε δώσει μια ξεκάθαρα δική της εκδοχή του κλασικού έργου του Ντίκενς, δίνοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους στα δικά της αστέρια. Ο Μίκι, ο Γκούφυ, ο Ντόναλντ και φυσικά ο Σκρουτζ Μακ Ντακ αναλαμβάνουν ρόλους ενώ δεκάδες ακόμα χαρακτήρες ταινιών της Ντίσνεϊ εμφανίζονται σε αυτή τη διασκευή, η οποία φυσικά και αποτελεί μια από αυτές τις ειδικές αναμνήσεις που ανέφερα παραπάνω.
Η ιστορία γνωστή για τους περισσότερους φαντάζομαι με τον σκληρό, φιλάργυρο και τσιγκούνη Εμπενίζερ Σκρουτζ να μισεί τα Χριστούγεννα και να φέρεται με απανθρωπιά στον μοναδικό υπάλληλο του γραφείου του, Μπομπ Κράτσετ, ο οποίος προσπαθεί να φέρει τα προς το ζην στην οικογένειά του και μοιάζει να είναι και ο μόνος που κατά βάθος συμπαθεί τον Εμπενίζερ και δεν του κρατά κακία. Παραμονή Χριστουγέννων λοιπόν και ο Σκρουτζ μιζεριάζει όσο κανείς άλλος. Δέχεται όμως την επίσκεψη του πνεύματος του "χαμένου" συνεργάτη του και των τριών πνευμάτων των Χριστουγέννων, τα οποία φροντίζουν να του δείξουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον που έρχεται για τον ίδιο αλλά και τους γύρω του αν συνεχίσει έτσι και ο σκληρός, άκαρδος Εμπενίζερ σύντομα θα μεταμορφωθεί σε έναν άλλο άνθρωπο.
Μικρής διάρκειας ταινία (25 λεπτά), η οποία κυκλοφόρησε κινηματογραφικά μαζί με την επανέκδοση της μεγάλου μήκους ταινίας Μπερνάρ και Μπιάνκα: Κομάντος της Σωτηρίας, το 1983. Το μεγάλο γεγονός ήταν η επιστροφή του Μίκι Μάους στον κινηματογράφο μετά από τριάντα χρόνια. Και τι επιστροφή! Ο Μίκι βρίσκεται στο ρόλο του Μπομπ Κράτσετ και ομολογουμένως τόσο ο διάσημος ποντικός όσο και όλοι οι υπόλοιποι ταιριάζουν εξαιρετικά στην ιστορία του Ντίκενς. Το κλασικό σκίτσο δίνει μια ζεστασιά στο έργο και παρά την μικρή διάρκεια το αποτέλεσμα είναι αρκετά ικανοποιητικό. Προφανώς ένα δεκαλεπτάκι ακόμα θα ήταν ιδανικό για να κατανοήσουμε απόλυτα τη μετάβαση του Σκρουτζ από σκληρό και μίζερο ανθρωπάκι (πάπια στη συγκεκριμένη περίπτωση) σε έναν έξω καρδιά, χαμογελαστό άνθρωπο (ΠΑΠΙΑ, είπαμε) που αγαπά τους συνανθρώπους του και θέλει να μοιράσει χαρά, ειδικά στην πληγωμένη οικογένεια του Κράτσετ. Αυτός ο Κράτσετ, του Μίκι Μάους, έχει ίσως μια από τις πιο δύσκολες, λυπητερές σκηνές που έχω δει σε ένα κινούμενο σχέδιο, σκηνή που δύσκολα θα βλέπαμε σε σημερινό καρτούν. Φαντάσου τον Μίκι να κλαίει πάνω από το μνήμα του χαμένου μικρού γιου του... Περίεργο και δύσκολο παράλληλα, δουλεύει πάντως για την ταινία.
Μια ακόμα λοιπόν Χριστουγεννιάτικη/ γιορτινή πρόταση για όλη την οικογένεια. Μια καλή πρώτη γνωριμία για τα πιτσιρίκια με ένα κλασικό έργο, με μικρή διάρκεια , με εξαιρετικό σχέδιο και ικανότατη αφήγηση, με τους χαρακτήρες του Ντίσνεϊ να δένουν γάντι με τους ρόλους τους. Δε νομίζω εξάλλου να αμφιβάλλει κανείς ότι θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη επιλογή για το ρόλο του Σκρουτζ πέρα από τον .... Σκρουτζ!
Υ.Γ.: Συνήθως παρακάτω βάζουμε το τρέιλερ της ταινίας, εδώ όμως έχουμε βάλει το πρώτο μέρος της, όπως μπορείτε να το βρείτε μεταγλωττισμένο στο YouTube, σε περίπτωση που κάποιος θέλει να το παρακολουθήσει με τα πιτσιρίκια του!
Ο κινηματογραφικός Γκιγέρμο Ντελ Τόρο επιστρέφει το Δεκέμβρη κι εμείς παίρνουμε μια πρώτη δόση με το τρέιλερ του Nightmare Alley. Δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος, που γράφτηκε το 1946, από τον Γουίλιαμ Λίντσεϊ Γκρίσαμ. Η πρώτη μεταφορά έγινε μόλις ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, με σκηνοθέτη τον Έντμουντ Γκούλντινγκ και πρωταγωνιστές τους Τάιρον Πάουερ, Έλεν Γουόκερ, Κόλιν Γκρέι. Αυτό που υποστηρίζει ο Ντελ Τόρο είναι ότι η δική του εκδοχή θα είναι πολύ πιο πιστή στο βιβλίο, του οποίου η βασική ιστορία κινείται γύρω από τον απατεώνα δήθεν πνευματιστή, Στάντον Κάρλαϊλ, και τη συνεργασία του με την ψυχολόγο Λίλιθ Ρίτερ, με σκοπό να εξαπατούν αθώα θύματα. Η Λίλιθ όμως είναι πολύ πιο διεφθαρμένη απ' ότι ο Καρλάϊλ πιστεύει.
Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βρίσκουμε τους Μπράντλεϊ Κούπερ, Κέιτ Μπλάνσετ, Ρούνεϊ Μάρα, Γουίλιαμ Νταφόε, Τόνι Κολέτ, Ρίτσαρντ Τζένκινς, Ρον Πέρλμαν και Ντέιβιντ Στράδερν! Με τέτοιο καστ και τον Ντελ Τόρο στη σκηνοθεσία νομίζω ότι ήθελε μεγάλη προσπάθεια για να πειστούμε να παρακολουθήσουμε την ταινία. Ήρθε και το εξαιρετικό τρέιλερ και κάπου εκεί τελείωσαν όλα!
Το ευτυχισμένο ζευγάρι περιμένει τον ερχομό του πρώτου μωρού του. Όλα πάνε καλά κι ένα υγιέστατο κοριτσάκι έρχεται στον κόσμο. Η ευτυχία δεν κρατάει πολύ καθώς μια μέρα μετά τη γέννηση της μικρής, η μαμά φεύγει ξαφνικά από τη ζωή. Τώρα ο μπαμπάς πρέπει μέσα από τη θλίψη για την απώλεια της αγαπημένης του, να βρει τρόπο να σταθεί στα πόδια του και να μεγαλώσει τη μοναχοκόρη του.
Ο Κέβιν Χαρτ αφήνει στην άκρη την περσόνα που μας έχει συνηθίσει στις κινηματογραφικές του εμφανίσεις και αποφασίζει να παίξει έναν ρόλο που απαιτεί λίγο περισσότερο βάθος και ικανότητες στη δραματική ερμηνεία. Μια χαρά τα καταφέρνει σε γενικές γραμμές, έχει καλή χημεία και με την μικρούλα που υποδύεται την κόρη του, οπότε μιλάμε για κάτι αξιοπρεπές σε ότι έχει να κάνει τουλάχιστον με τους ηθοποιούς. Τον Χαρτ πλαισιώνουν καλοί και έμπειροι ηθοποιοί, όπως η εξαίσια Άλφρε Γούνταρντ, η πανέμορφη ΝτιΓουάντα Γουάιζ, έμπειρος Πολ Ράιζερ και οι κωμικοί Λιλ Ρελ Χάουερι και Άντονι Κάριγκαν, που χρησιμεύουν κυρίως όταν χρειάζεται να διατηρηθεί η ισορροπία στο δράμα και την κωμωδία.
Στη σκηνοθεσία βρίσκουμε τον έμπειρο σε παρόμοιας θεματικής ταινίες, Πολ Βάιτζ, ενώ το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο του Ματ Λόγκλιν, ο οποίος περιγράφει το πραγματικό γεγονός που συνέβη στη ζωή του και μετά το θάνατο της γυναίκας του, μεγάλωσε ολομόναχος την κορούλα του. Το θέμα από μόνο του είναι συγκινητικό, η ταινία ωστόσο, προς τιμή της, αποφεύγει τους μελοδραματισμούς που εύκολα μπορεί να χρησιμοποιήσει μια χολιγουντιανή παραγωγή. Κρατά μια πιο χαλαρή αφήγηση, η οποία στη μεγαλύτερη διάρκεια κλίνει περισσότερο προς τον ανάλαφρο, σχεδόν κωμικό τρόπο.
Αυτό το "χαλαρό" είναι που την κάνει εύκολη προβολή για τους περισσότερους, αυτό είναι όμως που την κάνει και εύκολα να ξεχαστεί μετά το τέλος της. Μένει η όμορφη ιστορία ενός πατέρα που πάλεψε να μεγαλώσει μόνος ένα βρέφος δύο ημερών.
Ο ηλικιωμένος Άντονι αρνείται τη βοήθεια που η κόρη του θέλει να του προσφέρει. Υποστηρίζει ότι μια χαρά τα καταφέρνει μόνος του στο διαμέρισμά του κι ότι δεν έχει ανάγκη καμίας βοήθειας. Άσε που η τελευταία κοπέλα που είχε προσληφθεί για οικιακή βοήθεια, φαίνεται να δυσκόλευε τη ζωή του, αλλάζοντας θέση στα αντικείμενα και κλέβοντας προσωπικά αντικείμενα του Άντονι. Ή μήπως όχι; Μήπως ο Άντονι κάτι δεν θυμάται καλά; Και η κόρη του; Γιατί έχει διαφορετικό πρόσωπο κάθε φορά; Γιατί το ίδιο συμβαίνει και με το σύζυγό της; Παίζει κάποιος περίεργα παιχνίδια στον ηλικιωμένο ή όλα συμβαίνουν μέσα στο μυαλό του;
Ο εκπληκτικός Άντονι Χόπκινς είναι η ψυχή της ευρηματικής ταινίας του Φλόριαν Ζέλερ. Ο Χόπκινς μας ταξιδεύει στο μπερδεμένο μυαλό του ήρωα με υποδειγματική ερμηνεία. Όσο το φιλμ προχωρά, τόσο και ο ίδιος εξελίσσει τον τρόπο που ο συνονόματός του, Άντονι, βλέπει τον κόσμο γύρω του. Όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και τα αντικείμενα μέσα στο διαμέρισμα. Πεισματάρης, αστείος, συγκινητικός, θυμωμένος, φοβισμένος και τόσο χαμένος μέσα στα παιχνίδια του μυαλού, ο Άντονι μας παίρνει μαζί του σε ένα ταξίδι που φαίνεται να καταλήγει εκεί όπου το ταξίδι όλων μας ξεκινά.
Δεν είναι αμελητέα η δουλειά του Ζέλερ, ο οποίος φτιάχνει μια ταινία που δεν θυμίζει καμία άλλη εν τέλει, παρότι η περιγραφή της μπορεί να παραπέμπει σε αρκετές άλλες δουλειές. Ο Ζέλερ παίζει με τον χώρο και τη θέση των αντικειμένων μέσα σε αυτών και προσπαθεί να μπερδέψει αρκετά και το θεατή, τόσο με την παραπάνω τακτική, όσο και με την εναλλαγή ηθοποιών στον ίδιο θεωρητικά ρόλο. Το πετυχαίνει, όμως, οριακά μπορεί να κουράσει καθώς από ένα σημείο κι έπειτα κατανοείς τι κάνει και ελπίζεις ότι θα σταματήσει λίγο πιο νωρίς αυτές τις επανεκκινήσεις.
Υπάρχει όμως ο Χόπκινς που λάμπει εδώ και από μόνος του αποτελεί έναν καλό λόγο να δεις την ταινία, καρτερώντας υπομονετικά να έρθει ένα "καλό" τέλος για τον ήρωά του. Τώρα το αν αυτό έρχεται μικρή σημασία έχει τελικά καθώς όλες οι απαντήσεις που δίνονται, ξεπερνιούνται και καλύπτονται από την λάμψη του πρωταγωνιστή.
Το παλιό αγροτικό σπίτι στέκεται στην
άκρη του επαρχιακού δρόμου, ενώ ένα
αυτοκίνητο πλησιάζει και παρκάρει
λίγα μετρά μπροστά από την κεντρική
είσοδο. Μια σταγόνα αίμα πέφτει στο
παρμπρίζ και ο οδηγός σαστισμένος
βγαίνει βιαστικά, μπαίνει στο σπίτι
και βλέπει ένα μικρό κορίτσι με το
λούτρινο αρκουδάκι του να τον κοιτά
ανέμελο.
Αλλαγή
σκηνικού και μεταφερόμαστε μερικούς
μήνες πίσω, στη μεγαλούπολη και βλέπουμε
ένα νεαρό ζευγάρι να αποχαιρετά με ένα
πάρτι την ζωή στην πόλη. Ο σύζυγος (ο
άντρας που είδαμε στην αρχή να μπαίνει
στο επαρχιακό σπίτι) είναι καθηγητής
και δέχτηκε θέση σε επαρχιακό πανεπιστήμιο.
Η σύζυγος , ταλαντούχα ζωγράφος ,
εξομολογείται σε φίλη της ότι για χάρη
του άνδρα της και τις θυσίες που έκανε
ο ίδιος για αυτήν, είναι διατεθειμένη
να αφήσει την πόλη και τη δική της καριέρα
και να ζήσει στην επαρχία, μεγαλώνοντας
την κορούλα τους( το κοριτσάκι με το
λούτρινο αρκουδάκι).
Αλλαγή
σκηνικού και βλέπουμε το αυτοκίνητο
με την οικογένεια να ταξιδεύει στην
Αμερικανική ύπαιθρο για να αρχίσει τη
νέα πια ζωή της.
Αυτές οι
πρώτε σκηνές , με την εξαιρετική φωτογραφία
τους και τις κινήσεις της κάμερας σου
αφήνουν αυτή την υποδόρεια αίσθηση
τρόμου και σε προετοιμάζουν για μια
πολύ ενδιαφέρουσα ταινία. Δυστυχώς η
συνέχεια είναι λίγο διαφορετική. Βλέπεις
μια ενδιαφέρουσα σπουδή πάνω στις
ανθρώπινες σχέσεις , την θρησκευτική
πίστη, την σχιζοφρένεια και το μεταφυσικό
αλλά όλο αυτό δεν γίνεται με την συνοχή
και τη δυναμική των πρώτων λεπτών. Δεν
χάνονται όλα εντελώς κατά τη διάρκεια
της ταινίας, επανέρχονται αρκετές φορές
τα ενδιαφέροντα στοιχεία αλλά το
σκηνοθετικό δίδυμο επιλέγει έναν πολύ
παράξενο τρόπο αφήγησης που κινείται
ανάμεσα στο «συζυγικό» δράμα, το θρίλερ
μυστηρίου, το μεταφυσικό θρίλερ και την
ταινία τρόμου, το θρησκευτικό δράμα και
την εντελώς σινεφίλ –σε μεγάλα διαστήματα-
προσέγγιση. Αποτέλεσμα αυτού, ο θεατής
να χάνεται και να μην μπορεί αν εστιάσει
απόλυτα, παρά μόνο σε ορισμένα σημεία
της ταινίας, όπως το φινάλε της ή οι
σκηνές που αρχίζει να αποκαλύπτεται το
μυστήριο γύρω από τον χαρακτήρα του
συζύγου.
Παρότι η
ταινία πλασάρεται ως ταινία τρόμου και
παρότι μέχρι περίπου τη μέση φαίνεται
να κινείται στα γνώριμα μοτίβα του
είδους, στο δεύτερο μισό της σχεδόν
μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο, χρησιμοποιώντας
ωστόσο το στοιχείο του στοιχειωμένου
σπιτιού για να εξυπηρετήσει την πλοκή.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορείς να
προσεγγίσεςι εκατό τοις εκατό τι είναι
αυτό το «άλλο» , οπότε ο όρος σινεφίλ
είναι κάτι που εύκολα μπορείς να βάλεις
σε μια ταινία. Οι θρησκευτικές,
μυστικιστικές, ψυχολογικές, ηθικές
προεκτάσεις που δίνει το σενάριο αλλά
και η «εικόνα» προβάλλουν παντού και
τα «στοιχειά» φαίνεται να μην υπάρχουν
ακριβώς εκεί για να σε τρομάξουν αλλά
για να σε καθοδηγήσουν, στο διάβασμα
της ταινίας.
Η Αμάντα
Σέινφριντ και ο Τζέιμς Νόρτον είναι
πάρα πολύ καλοί στους ρόλους τους. Η
Σέινφριντ «χάνεται» στην ιστορία του
σπιτιού και στον αποτυχημένο γάμο της,
ενώ ο Νόρτον ... αποκαλύπτεται σταδιακά.
Ο Φ. Μάρεϊ Έιμπραχαμ κάνει τη δουλειά
του όπως πάντα, η Ρία Σίχορν έχει ρόλο
κλειδί και όταν εμφαίζεται στην οθόνη
κλέβει τη ματιά σου, η Νατάλια Ντάιερ
και ο Άλεξ Νιούστεντερ όσο χρειάζονται
«είναι» εκεί, ενώ υπάρχει και η Κάρεν
Άλεν που σχεδόν ξεχνάς ότι υπάρχει στην
ταινία, κάθε φόρα που την βλέπεις ξανά
στην οθόνη, γιατί, όπως και με την
πλειοψηφία των μικρότερων ρόλων ,
φαίνεται οι σκηνοθετικές οδηγίες να
είναι λίγο περίεργες. Σαν να ζητήθηκε
από του ηθοποιούς να προσεγγίσουν ψυχρά
του ς χαρακτήρες.
Δύσκολη
περίπτωση ταινίας. Δεν μπορείς να την
πεις καλή, δεν μπορείς να την πεις κακή
αλλά δεν μπορείς και εύκολα να την
προτείνεις. Υπάρχει κάτι αρκετά ενδιαφέρον
σε όλο αυτό που μάλλον προσπάθησαν να
κάνουν οι Σάρι Σπρίνγκερ Μπέρμαν και
Ρόμπερτ Πουλτσίνι αλλά δύσκολο για τον
μέσο θεατή. Όχι τόσο λόγω δύσκολης
θεματικής αλλά κυρίως λόγω της συγχυσμένης
μίξης των στοιχείων που έχει η πρώτη
ύλη τους.
"Η καθαρή, γρήγορη δράση και οι εξαίρετα χορογραφημένες μάχες σώμα με σώμα δε μπορούν να μην αφήσουν ικανοποιημένο έναν άνθρωπο που αγαπάει το σινεμά αυτού του είδους. Αν ανήκετε σε αυτούς εννοείται ότι θα εκτιμήσετε περισσότερο όσα συμβαίνουν επί της οθόνης."
ΤΑΪΛΕΡ ΡΕΪΚ: Η ΦΥΓΑΔΕΥΣΗ
Σκηνοθεσία:Sam Hargrave
Σενάριο:Joe Russo
Παίζουν:Chris Hemsworth, Bryon Lerum,Ryder Lerum
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Τα αδέρφια Ρούσο μεταφέρουν στην οθόνη του Νέτφλιξ κόμικ νουβέλα που τη συγγραφή της έχει επιμεληθεί ο ένας εξ αυτών, ο Τζο, ο οποίος εδώ υπογράφει και το σενάριο. Βάζουν πρωταγωνιστή τον Θορ του κινηματογραφικού σύμπαντος της Μάρβελ, Κρις Χέμσγουορθ, δίνουν τη σκηνοθεσία σε ένα δικό τους παιδί, τον έμπειρο σταντ μαν και μόνιμο συντονιστή μαχών και χορογράφο σκηνών μάχης των τελευταίων ταινιών τους, Σαμ Χάργκρεϊβ, και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει (εν μέρει).
Βίαιη και σκληρή ταινία δράσης το Τάιλερ Ρέικ: Η Φυγάδευση. Ο Χέμσγουορθ, που υποδύεται τον Ρέικ, βρίσκεται εδώ χιλιόμετρα μακριά από τη φιγούρα του Θορ, που τον σύστησε στο ευρύ κοινό. Ο Ρέικ είναι μισθοφόρος που σκοτώνει τον έναν τύπο μετά τον άλλο, με οποιοδήποτε τρόπο μπορείς να φανταστείς. Όπλα, μαχαίρια ή με τα ίδια του τα χέρια. Κουβαλάει όμως κι ένα βαρύ ψυχολογικό τραύμα καθώς πριν μερικά χρόνια έχασε τον εξάχρονο γιο του από ανίατη ασθένεια. Δεν τη λες και ιδανική την πορεία ζωής του. Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν καλείται να βγάλει από την πρωτεύουσα του Μπαγκλαντές έναν πιτσιρικά, γιο μαφιόζου που βρίσκεται φυλακή, τον οποίο έχει απαγάγει ο προσωπικός αντίπαλος του πατέρα του. Το πρόβλημα είναι ότι ο Ρέικ έχει να αντιμετωπίσει ορδές μαφιόζων και αστυνομικών που αποκλείουν την περιοχή αλλά και τον σωματοφύλακα του μικρού που τους καταδιώκει για τους δικούς του λόγους.
Πάρα πολύ καλά τα πράγματα για τους φίλους των ταινιών δράσης εδώ πέρα. Ο Χέμσγουορθ πείθει απόλυτα στο ρόλο. Είναι μελαγχολικός, σκληρός και με συμμετοχή στις σκηνές δράσης, πράγμα που βοηθά πάντα μια ταινία τέτοιου ύφους. Το κοινό αντιδρά πιο θετικά σε μια ταινία δράσης που ο πρωταγωνιστής φαίνεται να ιδρώνει πραγματικά και να λερώνει τα χέρια του και ο πρωταγωνιστής εδώ φροντίζει να "λερωθεί" αρκετά, κρατώντας όμως και την ερμηνεία του σε αξιοπρεπές επίπεδο. Το ίδιο αξιοπρεπώς στέκεται και ο Ινδός πιτσιρικάς δίπλα στον Χέμσγουορθ και η χημεία τους, παρότι απ' το σενάριο δεν υποστηρίζεται αρκετά, δίνει έξτρα πόντους στο φινάλε.
Τι θα ήταν όμως μια ταινία δράσης, χωρίς δράση; Και τι δράση! Τι δουλειά έχει κάνει ο Χάργκρεϊβ σε αυτή την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του! Μια ταινία που θεωρώ ότι έχει μια από τις καλύτερες σκηνές δράσης της χρονιάς αν όχι την καλύτερη σκηνή δράσης της χρονιάς! Μια σκηνή καταδίωξης γυρισμένη ως ένα δεκάλεπτο μονόπλανο, που ακολουθεί τον Χέμσγουορθ σε δωμάτια, ταράτσες, δρόμους, αυτοκίνητα, σε μια μανιώδη επίδειξη τεχνικής. Παρότι φαίνονται ελαφρώς τα σημεία που επεμβαίνει το "ψηφιακό χέρι", δε μπόρεσα να μη θαυμάσω τον τρόπο που χειρίστηκε την κάμερα ο Χάργκρεϊβ.
"Άρα μιλάμε για ταινιάρα", θα μου πεις. Όχι ακριβώς κι αυτό γιατί δε μπορείς να αφήσεις απέξω κάποιες παραμέτρους. Δε μπορείς να παραβλέψεις τις αδυναμίες του σεναρίου του Τζο Ρούσο. Δε μπορείς να μην προσέξεις τους μονοδιάστατους κακούς αλλά και καλούς στην πλειοψηφία τους. Δε μπορώ να μην διακρίνω ότι η χημεία που υπάρχει ανάμεσα στον Χέμσγουορθ και τον πιτσιρικά δεν αξιοποιείται από το σενάριο στο έπακρο.
Όλα αυτά φυσικά δεν αρκούν για να χαλάσουν την γεύση που αφήνει στο τέλος η ταινία. Η καθαρή, γρήγορη δράση και οι εξαίρετα χορογραφημένες μάχες σώμα με σώμα δε μπορούν να μην αφήσουν ικανοποιημένο έναν άνθρωπο που αγαπάει το σινεμά αυτού του είδους. Αν ανήκετε σε αυτούς εννοείται ότι θα εκτιμήσετε περισσότερο όσα συμβαίνουν επί της οθόνης.
"Δεν πρέπει να περιμένεις εξηγήσεις γι αυτό που συμβαίνει στην ταινία. Αν θέλεις απαντήσεις στο φινάλε, τότε καλύτερα μην τη δεις, γιατί θα υποτιμήσεις ένα αρκετά αξιόλογο έργο μεταφυσικού και απόκοσμου τρόμου."
ΤΡΑΥΜΑΤΑ
Σκηνοθεσία:Babak Anvari
Σενάριο:Babak Anvari, Nathan Ballingrud(novel)
Παίζουν:Armie Hammer, Zazie Beetz,Karl Glusman
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Ο Μπάμπακ Ανβαρί επιστρέφει με μια ταινία απόκοσμου τρόμου, μετά το Under The Shadow, που χρησιμοποιούσε το μεταφυσικό αλλά για να πει πιο γήινα "πράγματα". Εδώ η ιστορία είναι ιδιαιτέρως επηρεασμένη από τις ιστορίες του Λάβκραφτ. Τοποθετημένη λοιπόν στον κόσμο μας αλλά η απειλή έρχεται από κάπου αλλού, έξω από αυτό το σύμπαν.
Ο Άρνι Χάμερ υποδύεται τον Γουίλ. Ο Γουίλ εργάζεται ως μπάρμαν, προσπαθώντας να βγάλει άκρη με τη ζωή του. Συζεί με την κοπέλα του αλλά μοιάζει να είναι ερωτευμένος ακόμα με την πρώην του, η οποία συχνάζει ακόμα στο μπαρ μαζί με το νέο φίλο της. Μια φασαρία ξεσπά ένα βράδυ ανάμεσα σε ένα φίλο του Γουίλ κι έναν άγνωστο σε αυτόν τύπο. Μια παρέα πιτσιρικάδων που βρίσκονται εκεί αναστατώνονται και φεύγουν βιαστικά όμως ένας από αυτούς ξεχνά το κινητό του. Ο Γουίλ το μαζεύει με σκοπό να βρει τον ιδιοκτήτη την επόμενη μέρα κι από εκεί και πέρα αρχίζει η ζωή του να αλλάζει. Περίεργα μηνύματα αρχίζουν να έρχονται κι ενώ αρχικά ο Γουίλ προσπαθεί απλώς να ειδοποιήσει ότι έχει το κινητό και περιμένει τον ιδιοκτήτη να το παραδώσει την επόμενη μέρα, η περιέργεια τον οδηγεί να ψάξει τα αρχεία του κινητού. Εκεί ανακαλύπτει φωτογραφίες και βίντεο που φαίνεται οι πιτσιρικάδες να τράβηξαν κατά τη διάρκεια μιας δολοφονίας που διέπραξαν, με μορφή ιεροτελεστίας. Κάτι το απόκοσμο φαίνεται να υπάρχει σε αυτά τα βίντεο και σιγά σιγά ο Γουίλ οδηγείται στην παράνοια καθώς ακολουθεί μια σειρά από εντελώς αλλόκοτα γεγονότα.
Δεν πρέπει να περιμένεις εξηγήσεις γι αυτό που συμβαίνει στην ταινία. Αν θέλεις απαντήσεις στο φινάλε, τότε καλύτερα μην τη δεις, γιατί θα υποτιμήσεις ένα αρκετά αξιόλογο έργο μεταφυσικού και απόκοσμου τρόμου. Δεν νιώθω ότι φτάνει στο επίπεδο της προηγούμενης ταινίας του σκηνοθέτη, ίσως όμως γιατί δε μπόρεσα να την κατανοήσω όπως εκείνη την ταινία, που οι συμβολισμοί της ήταν πολύ πιο ξεκάθαροι και ανθρωπίνως κατανοητοί. Εδώ, φλερτάρει έντονα με τον κόσμο του Χ. Φ. Λάβκραφτ, τεράστιο συγγραφέα του φανταστικού, απόκοσμου (μου αρέσει αυτή η λέξη, όπως έχετε ήδη καταλάβει) τρόμου, του οποίου οι ήρωες είναι όσο πιο άνθρωποι γίνεται αλλά "αυτό" που τους κυνηγά έρχεται από έναν παντελώς μη ανθρώπινο κόσμο. Έτσι κι εδώ, ο ήρωας είναι ένας μπάρμαν στα τριάντα περίπου χρόνια του, με προβλήματα στην προσωπική του ζωή, αγωνίες στην επαγγελματική και ζει σε μια κοινωνία που και ο περίγυρός του είναι κάπως παρόμοιος.
Ο Ανβαρί γράφει το σενάριό του, με βάση τη νουβέλα του Νέιθαν Μπάλινγκριντ. Τα τραύματα (πλήγες), οι κατσαρίδες και τα τούνελ είναι τα τρία στοιχεία που ίσως πρέπει να ρίξεις την προσοχή σου αν θέλεις να ερμηνεύσεις την ταινία, αν αυτό είναι εφικτό. Οι κατσαρίδες εμφανίζονται παντού, ενώ τα τραύματα στο ανθρώπινο σώμα φαίνεται να λειτουργούν σαν πύλες για κάποιον άλλο κόσμο.
Σκοτάδι, πεσιμισμός, σχετικά αργοί ρυθμοί αλλά έντονη ατμόσφαιρα τρόμου, την οποία ο Ανβαρί στήνει με προσοχή. Υπάρχει ένας διάχυτος τρόμος στην ταινία, που μου θύμισε αρκετά την Ιαπωνική εκδοχή του The Ring. Χωρίς να έχεις δει τίποτα ιδιαίτερα τρομακτικό, νιώθεις μια μόνιμη ενόχληση, μια συνεχής ανατριχίλα.
Δεν θέλω να γράψω άλλα για την ταινία, γιατί καλό είναι να την δείτε χωρίς να ξέρετε πολλά. Θυμηθείτε μόνο ότι είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ που μεταπηδά στο μεταφυσικό τρόμο και δεν θα σας εξηγήσει ποτέ τι συνέβη. Αν είστε διατεθειμένοι να το δεχτείτε, αξίζει τη διαδρομή.