Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαντασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαντασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15.6.26

Monster Island (2024) Mini Review

 

Monster Island (orang ikan) 2024 movie review
Περιπέτεια, Φαντασίας,Τρόμου

Διάρκεια: 83'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Σύντομο κείμενο για ένα σύντομο και συμπαθητικό φιλμ τρόμου που αναμιγνύει ιστορίες από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, άλλες πραγματικές και άλλες "όχι εξακριβωμένα πραγματικές".

 Η ταινία Monster Island ή Orang Ikan μας μεταφέρει στα 1942 και σε ένα Ιαπωνικό πλοίο στον Ειρηνικό Ωκεανό, που μεταφέρει κρατούμενους πολέμου αλλά κι έναν Ιάπωνα, τον Σάιτο, που κατηγορείται για προδοσία. Οι κρατούμενοι μεταφέρονται στην Ιαπωνία κυρίως για να εργαστούν εκεί για την Ιαπωνική Αυτοκρατορία ενώ ο Σάιτο μεταφέρεται εκεί για να εκτελεστεί. Ο  καπετάνιος του πλοίου, ως πρόσθετη τιμωρία στον προδότη Σάιτο, διατάζει να δεθεί με χειροπέδες μαζί με έναν Βρετανό αιχμάλωτο. Την ίδια στιγμή, το πλοίο δέχεται επίθεση από εχθρικό υποβρύχιο και οι δύο κρατούμενοι καταφέρνουν να ξεφύγουν και να φτάσουν σε ένα φαινομενικά ερημικό νησί. Σύντομα θα ανακαλύψουν ότι δεν είναι μόνοι στο νησί και θα πρέπει να συνεργαστούν για να επιζήσουν από το πλάσμα που κατοικεί το νησί.

 Υπάρχουν εκατοντάδες αναφορές στρατιωτών που βρέθηκαν στα νησιά Κάι της Ινδονησίας, για την εμφανίση περίεργων πλασμάτων που ξεπρόβαλλαν από τη θάλασσα. Οι στρατιώτες αναφέρονται σε αυτούς σαν Orang Ikan, που σημαίνει "άνθρωποι ψάρια". Εκεί λοιπόν βάσισε την ιστορία του ο Σιγκαπουριανός σκηνοθέτης, Μάικ Γουιλάν, για να φτιάξει μια επηρρεασμένη από δύο κυρίως είδη κινηματογραφικά είδη: το πολεμικό δράμα και τον τρόμο. Ανάμεσα στα δύο, ο Γουιλάν φαίνεται να κατέχει καλύτερα το δεύτερο. Το πλάσμα που βλέπουμε να εμφανίζεται στην οθόνη μας, θυμίζει το πλάσμα από το κλασικό Creature from the Black Lagoon, ενώ η σκηνοθετική προσέγγιση του Σιγκαπουριανού φανερώνει τις επιρροές από το Alien και τον Κυνηγό.

 Μικρή παραγωγή με τους αναμενόμενους περιορισμούς στη χρήση των ψηφιακών εφέ, καλή όμως χρήση των τοποθεσιών και των πρακτικών εφέ του τέρατος, δημιουργία ατμόσφαιρας και μια προσπαθεία εξέλιξης των χαρακτήρων και της δυναμικής που αναπτύσσεται μεταξύ τους, η οποία όμως δεν στηρίζεται ικανοποιητικά και αυτό είναι που αφαιρεί κυρίως πόντους από την ταινία. Οι ηθοποιοί ωστόσο κάνουν την προσπάθειά τους.

 Ο Γουιλάν, ο οποίος υπογράφει και το σέναριο, κάνει δύο σχόλια που έχουν ενδιαφέρον γιατί έρχονται σε πλήρη αντίθεση μεταξύ τους. Από τη μία έχουμε το θετικό σχόλιο για την ανθρωπότητα, με τους δύο πολεμικούς αντιπάλους να συμφιλιωνόνται και να συνεργάζονται για να τα βάλουν με την άγνωστη απειλή ενώ από την άλλη, λίγο πριν το φινάλε, βιώνουμαι και τη συμπάθεια για το τέρας που φαίνεται ότι η δράση του έχει να κάνει κυρίως με την προσπαθεία αυτοσυντήρησης και προστασίας του περιβάλλοντός του. Όπως κι αυτό έτσι και οι άνθρωποι στέκονται απέναντι στο άγνωστο, στο μη κατανοητό, με φόβο που γεννά εύκολα βία.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



4.6.26

Επιστροφή στα '80s: Masters of The Universe (1987) Review

 

ΟΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Φαντασίας, Περιπέτεια

Διάρκεια: 106'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Είσαι έτοιμος για Ντολφ Λούντγκρεν φέτες, να τριγυρνάει ημίγυμνος αλειμμένος με λάδι, με τρελή ξανθή χαίτη; Είσαι έτοιμος για Φρανκ Λανγκέλα σε ρόλο σαιξπηρικού Σκέλετορ με εμμονή μεγαλύτερη και από αυτή του Τέρενς Σταμπ ως Ζοντ να βάλει τον εχθρό του να γονατίσει μπροστά του; Είσαι έτοιμος να ακούσεις τον Μπιλ Κόντι να μιμείται Τζον Γουίλιαμς; Είσαι έτοιμος για '80ς δράση; Είσαι έτοιμος για την πιο ακριβή παραγωγή της Cannon; Είσαι έτοιμος για την ταινία που (μαζί με το τέταρτο Σούπερμαν) διέλυσε τη θρυλική Cannon; Ε, τότε το Masters of The Universe είναι η ταινία που σου αξίζει!

 Στη μακρινή Ετέρνια, ο σατανικός Σκέλετορ έχει αιχμαλωτίσει τη Μάγισσα του κάστρου Γκρέισκαλ για να κλέψει τη δύναμή της ενώ παράλληλα σχεδιάζει να εισβάλει στο κάστρο, χρησιμοποιώντας το Κοσμικό Κλειδί, δημιούργημα του εφευρέτη Γκουίλντορ, τον οποίο ο πολεμιστής Χι-Μαν απελευθερώνει από τα δεσμά των στρατιωτών του Σκέλετορ, με τη βοήθεια των συμπολεμιστών του, Ντάνκαν και Τήλα. Το Κοσμικό Κλειδί λειτουργεί σαν τηλεμεταφορέας, ανοίγοντας πύλες από ένα σημείο σε κάποιο άλλο. Όταν ο Χι-Μαν και οι σύντροφοι του θα βρεθούν απέναντι στον κίνδυνο της αιχμαλωσίας από τον στρατό του Σκέλετορ, θα χρησιμοποιήσουν το Κοσμικό Κλειδί και αυτό θα τους οδηγήσει στον δικό μας κόσμο. Εδώ, με τη βοήθεια δύο γήινων, θα αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις του Σκέλετορ και θα οδηγηθούν πίσω στην Ετέρνια, για την τελική μάχη καλού και κακού.

 Η ταινία που σκηνοθέτησε ο Γκάρι Γκοντάρντ μυρίζει δεκαετία ογδόντα από την κορφή ως τα νύχια και αυτό ας το εκλάβει ο καθένας όπως του πρέπει. Για τον γράφοντα, αυτό είναι θετικό, καθώς λειτουργεί η νοσταλγία για την εποχή εκείνη, το σινεμά και την ποπ κουλτούρα της περιόδου, παρότι φίλος του καρτούν, He-Man and The Masters of The Universe, δεν μπορώ να πω ότι ήμουν. Θυμάμαι ωστόσο να παίζω με αρκετές φιγούρες, τόσο του He-Man όσο και των G.I.Joes και των Χελωνών Νίντζα, δημιουργώντας έτσι άθελά μου μια διασταύρωση τριών διαφορετικών κόσμων, που πολλοί μπορεί να έχουν σκεφτεί να πραγματοποιήσουν κάποτε εκεί στο Χόλιγουντ. Πίσω στην ταινία μας όμως, την οποία θυμάμαι να πρωτοβλέπω κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έκτοτε να παίζει αρκετές φορές είτε στο βίντεο είτε σε προβολές (ψιλοπαράνομες απ' όσο μπορώ να καταλάβω σήμερα) τοπικών καναλιών στην Κέρκυρα, όπου και έμενα τότε. Σε εκείνες τις προβολές μια χαρά μου είχε φανεί η ταινία. Ο Λούντγκρεν μου φαινόταν διαφορετικός μεν από τον ήρωα του καρτούν αλλά η παρουσία του με έπειθε, ο Σκέλετορ πάντα με κέρδιζε από τη στιγμή που εμφανιζόταν στην οθόνη ενώ και η μεταφορά της πλοκής στη Γη, βοηθούσε στο να συνδεθώ περισσότερο με όσα συνέβαιναν.

 Περνώντας τα χρόνια κι έχοντας φτάσει κάπου στις αρχές της τρίτης δεκαετίας μου, δοκιμάζοντας να παρακολουθήσω ξανά την ταινία μετά από αρκετά χρόνια, ανακάλυψα ότι ναι μεν διέκρινα πλέον θεματάκια (θα τα αναφέρουμε παρακάτω) αλλά η ταινία εξακολουθούσε να έχει μια περίεργη γοητεία, η οποία θεωρώ ότι απέρρεε από τα σκηνικά και κυρίως από την παρουσία του Λανγκέλα ως Σκέλετορ, ο οποίος είναι εντυπωσιακά καλός για το φιλμ, ενώ ο Λούντγκρεν με έχανε περισσότερο.

 Σήμερα, περπατώντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου, η προβολή του Masters of The Universe, αποδείχτηκε καλύτερη εμπειρία απ' αυτό που περίμενα. Συνειδητοποίησα ότι ο Γκοντάρντ έφτιαξε μια κόμικ ταινία, που έχει δώσει μια διαφορετική εκδοχή του κόσμου του He-Man and the Masters of The Universe. Σε αυτή την επιλογή είμαι σίγουρος ότι έπαιξε ρόλο η εποχή και τα ειδικά εφέ που τότε μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αλλά υπάρχουν και επιλογές που νιώθω ότι ήταν πιο συνειδητές. Ο πρωταγωνιστής θυμίζει περισσότερο έναν βάρβαρο πολεμιστή, όπως αρχικά είχε σχεδιαστεί ο He-Man, με το alter ego του πρίγκιπα Άνταμ να απουσιάζει παντελώς εδώ. Τόσο ο σχεδιασμός του He-Man όσο και τα σκηνικά της ταινίας έχουν αναφορές στο έργο του Τζακ Κέρμπι (ο πατέρας του τρόπου σχεδιασμού των σύγχρονων κόμικς), πράγμα που σε αυτή την τελευταία προβολή μόνο υποψιάστηκα και στην πορεία έψαξα να δω αν ισχύει. Τελικά όχι μόνο ισχύει αλλά ο σκηνοθέτης είχε προσπαθήσει να προσλάβει τον Κέρμπι ως σύμβουλο σχεδιασμού κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ!

 Η ταινία δεν πήγε πολύ καλά στην εποχή της, είχε μια προβληματική παραγωγή και τελικά στους κινηματογράφους δεν κατάφερε να κερδίσει το κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Τα πιτσιρίκια της εποχής και οι φίλοι του καρτούν δεν είδαν αυτά που περίμεναν στην οθόνη, η Cannon δεν είδε αυτά που περίμενε στα ταμεία και κάπως έτσι τα σχέδια για σίκουελ ναυάγησαν και ο Σκέλετορ δεν πραγματοποίησε την απειλή ότι θα επιστρέψει, σύμφωνα με την μετά τους τίτλους τέλους σκηνή. Αυτό δεν εμπόδισε το Masters of The Universe να μετατραπεί σε ένα καλτ φιλμ, κερδίζοντας φίλους με το πέρασμα των χρόνων, ως μια διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας του Masters Of The Universe. Σίγουρα λείπει χρόνος στην Ετέρνια, σίγουρα λείπουν οι Όρκο και Μπατλκατ καθώς και αρκετοί ακόμα χαρακτήρες ωστόσο νομίζω ότι αυτό που έλειψε περισσότερο στους φίλους του He-Man είναι η σκηνή της μεταμόρφωσης. Το "I have the power" του Λούντγκρεν δεν έχει την ίδια δυναμική καθώς ο He-Man μεταμορφώνεται ξανά σε He-Man, οπότε η σκηνή που ο ήρωας κρατάει το σπαθί του ψηλά στον ουρανό φωνάζοντας την περίφημη ατάκα, υπάρχει εκεί απλώς για να υπάρξει.

 Νομίζω ότι αυτό που μπορεί να δείξει με λίγα λόγια την στάση των περισσοτέρων απέναντι στην ταινία είναι μια ατάκα που άκουσα πριν λίγες μέρες σε κάποια ρετροσπεκτίβα σε ξένο κανάλι στο YouTube. Ο άνθρωπος που ανέλυε την ταινία τελείωσε λέγοντας περίπου τα εξής: το πως βλέπουμε σήμερα το Masters of The Universe του 1987, θα εξαρτηθεί από την υποδοχή που θα έχει η νέα ταινία (η οποία κυκλοφορεί τη μέρα που γράφεται αυτό το κείμενο). Για να δούμε λοιπόν. Θα παραμείνει το φιλμ με τους Λούντγκρεν και Λανγκέλα ένα αγαπητό καλτ κλασικό ή θα θαφτεί στο Βουνό του Φιδιού και θα ξεχαστεί για πάντα;



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr



10.5.26

Kraken (2026) Mini Review

 

Περιπέτεια, Φαντασίας,Τρόμου, Θρίλερ

Διάρκεια: 100'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Οι Σκανδιναβοί χρησιμοποιούν τη μυθολογία τους και φτιάχνουν μια ταινία με το δικό τους γιγάντιο τέρας, που ζει στα σκοτεινά βάθη του ωκεανού. Οι παραλληλισμοί με τον Γκοτζίλα (τον πιο πρόσφατο, τον Αμερικανικό) είναι εμφανείς σε ολόκληρη την ταινία, με κάποιες στιγμές να θυμίζουν επικίνδυνα σκηνές από τις πρόσφατες αμερικανικές ταινίες του γιγάντιου τέρατος.

 Μια θαλάσσια βιολόγος καλείται να ερευνήσει μια σειρά από περίεργα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα σε ένα από τα βαθύτερα φιορδ της Νορβηγίας. Εκεί υπάρχει μια μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας σολομού, όπου χρησιμοποιείται μια προηγμένη μέθοδος με υπερήχους (ή κάτι τέτοιο από όσο μπορώ να θυμάμαι) για να απομακρύνουν τα παράσιτα από τα ψάρια. Οι υπέρηχοι όμως φαίνεται να ξύπνησαν κάτι που κοιμόταν αρκετά χρόνια στα βάθη του φιορδ.

 Το βασικότερο πρόβλημα με το Kraken είναι ότι περνάει αρκετά ώρα γύρω από χαρακτήρες που προσπαθεί να μας δέσει μαζί τους, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Υπάρχουν και οι απαραίτητες επιστημονικές εξηγήσεις ενδιάμεσα από τις σκηνές χαρακτήρων και κάποιες σποραδικές επιθέσεις του τέρατος, χωρίς αυτό να εμφανίζεται ποτέ και κάπως έτσι φτάνουμε στο τελευταίο μισάωρο που η δράση κορυφώνεται αλλά κι εκεί τα συναισθήματα είναι ανάμικτα. Άλλες σκηνές δουλεύουν, άλλες όχι και τόσο, είναι λίγο και τα εφέ που δεν είναι πολύ προσεγμένα...

 Γενικά το Kraken κυλάει σχετικά εύκολα αλλά για μια ταινία που ασχολείται με ένα τόσο τρομακτικό μυθολογικό τέρας, περιμένεις περισσότερα. Έχεις μεν τα περιβαλλοντικά μηνύματα που πάντα καλοδεχούμενα είναι, έχεις και κάποιες καλογυρισμένες σκηνές δράσης αλλά περιμένεις κάτι περισσότερο στη σκάλα του επικού, το οποίο δεν μπορώ να πω ότι δεν κάνει την προσπάθεια να στο δώσει αλλά φαίνεται να μην μπορεί τελικά.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι


4.12.25

Troll 2 (2025) Netflix Review


ΤΡΟΛ 2

Φαντασίας, Δράσης

Διάρκεια: 105'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Τρία χρόνια μετά το Troll μας έρχεται το Troll 2. Οι ίδιοι βασικοί συντελεστές επιστρέφουν και η διάθεση να αναπτυχθεί η κινηματογραφική μυθολογία είναι εμφανής από την αρχή. Είναι μάλιστα τέτοια η διάθεση του Νορβηγού σκηνοθέτη, Ρόαρ Ουτάου, να ασχοληθεί με την ανάπτυξη της μυθολογίας αλλά και με τους χαρακτήρες, που ξεχνά λίγο τη δράση, κάτι που υπό προϋποθέσεις δεν θα ήταν κακό αλλά εδώ λειτουργεί κατά της ταινίας.

 Τα τρολ εδώ είναι πλέον δύο. Το ένα φυλάσσεται σε μυστική τοποθεσία από τη Νορβηγική κυβέρνηση και βρίσκεται σε καταστολή εδώ και αρκετό καιρό, μέχρι που θα ξυπνήσει και θα προκαλέσει πανικό. Τότε επιστρατεύεται ένα δεύτερο, νεαρότερο τρολ, που η βασική μας ηρωίδα θα ξυπνήσει και θα ζητήσει τη βοήθειά του, ώστε να σταματήσουν την επέλαση του πρώτου τρολ, που κατευθύνεται για το Τροντχάιμ, καθώς εκεί φαίνεται να βρίσκεται κάπου κρυμμένος ο τάφος του Αγίου Όλαφ, υπεύθυνου για τον εκχριστιανισμό της Νορβηγίας και διώκτη των τρολ. Το πρώτο πλάσμα λοιπόν θέλει να καταστρέψει και το δεύτερο να προστατεύσει, στα πρότυπα των ταινιών με κάιτζου, είδος στο οποίο ανήκει προφανώς και το Troll 2.

 Να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή τα προφανή. Ο Ουτάου είναι ένας σκηνοθέτης που φαίνεται να του αρέσει ο εμπορικός Χολιγουντιανός κινηματογράφος και οι ταινίες είδους. Ακόμα κι εδώ λοιπόν υπηρετεί το είδος με αρκετή συνέπεια από μεριάς του. Μαζί με τον συν-σεναριογράφο του, Έσπεν Άουκαν, προσπαθεί να βάλει και λίγο αναζήτηση χαμένου θησαυρού άλα Ιντιάνα Τζόουνς, πετάει και τις αναφορές του για το Σταρ Τρεκ και την ποπ κουλτούρα, εκδηλώνοντας ακόμα περισσότερο την αγάπη τους για το σινεμά του Σπίλμπεργκ και γενικότερα τον αμερικανικό κινηματογράφο. Η δράση και η χρησιμοποίηση των ψηφιακών εφέ είναι επίσης είναι από τα δυνατά σημεία του Ουτάου, με αποτέλεσμα οι σκηνές με τα τρολ στην οθόνη να είναι αρκετά θεαματικές.

 Τα προβληματάκια της ταινίας βρίσκονται κυρίως στους χαρακτήρες και την επιλογή των δημιουργών να ασχοληθούν με αυτούς περισσότερο από όσο αξίζει. Δεν υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο στους χαρακτήρες, ούτε στον τρόπο προσέγγισης των ηθοποιών, ωστόσο ο Ουτάου και ο Άουκαν θέλουν να μας πείσουν ότι αξίζει να συνδεθούμε συναισθηματικά μαζί τους και δυστυχώς το εκβιάζουν λίγο αυτό το συναίσθημα, βασίζοντας ολόκληρες σεκάνς στην επίκλησή του.

 Άσχημα δεν πέρασα πάντως. Θυμάμαι να περνάω καλύτερα στο πρώτο Troll αλλά κι αυτό εδώ αποτελεί μια συμπαθητική πρόταση για τους φίλους της φαντασίας παρά τις αρκετές ατέλειες που το διακρίνουν. Τώρα αν σε κάποιον δεν άρεσε ούτε η πρώτη ταινία, δεν βρίσκω λόγο να τον κερδίσει αυτή εδώ περισσότερο.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


2.10.25

Dracula: A Love Tale (2025) Review


Dracula Review 2025
Τρόμου- Δραματική- Φαντασίας

Διάρκεια: 129'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Το περίφημο μυθιστόρημα Δράκουλας, του Μπραμ Στόκερ, ενέπνευσε αρκετές κινηματογραφικές μεταφορές, όπως θα ήταν αναμενόμενο καθώς έχουμε να κάνουμε με έργο σφραγίδα πάνω στον Γοτθικό λογοτεχνικό τρόμο. Αν θέλουμε να είμαστε όμως λίγο πιο ακριβείς θα παρατηρήσουμε ότι περισσότερο γοήτευσε τους δημιουργούς ο ίδιος ο χαρακτήρας του Δράκουλα, έχοντας ως αποτέλεσμα με το πέρασμα των χρόνων και με αποκορύφωμα τον Δράκουλα του 1992, του Κόπολα, να θεωρείται δεδομένο στις κινηματογραφικές μεταφορές κάτι που στο βιβλίο δεν υπάρχει και δεν ένιωσα ποτέ να υπονοείται. Μιλάω για την αναζήτηση της χαμένη αγάπης και για τον ερωτισμό που εκπέμπει ο ίδιος ο κόμης. Στη νέα εκδοχή της ιστορίας του Δράκουλα, ο σκηνοθέτης Λικ Μπεσόν, προς τιμήν του, κάνει ξεκάθαρες τις προθέσεις του από την αρχή και φανερώνει ότι θα διηγηθεί μια ιστορία αγάπης, μέσα από μια διαφορετικής προσέγγισης ιστορία γύρω από τον Κόμη Δράκουλα.

   Στη Ρουμανία του 15ου αιώνα, ο κόμης Βλαντ Δράκουλα ζει τον απόλυτο έρωτα με τη σύζυγό του Ελιζαμπέτα. Γύρω οι μάχες με τους Οθωμανούς μαίνονται αλλά το ζευγάρι ζει ευτυχισμένο και ερωτευμένο, βουτηγμένο στην ηδονή. Ο Κόμης όμως οφείλει να πολεμήσει και αυτό το κάνει με απόλυτο μίσος απέναντι στους Οθωμανούς, αποκεφαλίζοντας και καρφώνοντας τα κεφάλια των ηττημένων σε δόρατα γύρω από την περιοχή του. Όταν όμως η γυναίκα του θα πέσει νεκρή από τα χέρια των αντιπάλων, ο Δράκουλας απαρνιέται τον Θεό και τον αποκηρύττει, αφού αυτός δεν μπορεί να φέρει πίσω την αγαπημένη του. Τετρακόσια χρόνια μετά, ο Δράκουλα είναι πια απέθαντος καθώς ο Θεός του στέρησε το δικαίωμα του θανάτου, αναζητώντας τη μετενσάρκωση της αγαπημένης του Ελιζαμπέτας. Η αναζήτηση αυτή θα τον οδηγήσει στη νεαρή Μίνα, που ζει στο Παρίσι. Εκεί ο Δράκουλας προσπαθεί να κερδίσει την καρδιά της αλλά θα βρεθεί αντιμέτωπος με έναν Γερμανό ιερέα που αναζητά τα ίχνη του χρόνια.

 Ο Μπεσόν είναι ένας σκηνοθέτης με ιδιαίτερο ύφος αλλά νιώθω ότι για να βρεις μια πραγματικά πολύ καλή ταινία στη φιλμογραφία του πρέπει να πας αρκετά χρόνια πίσω, στη δεκαετία του 1990. Από τη δεκαετία του 2000 και μετά, έχει δώσει ενδιαφέρουσες ταινίες αλλά όχι κάτι ιδιαίτερο. Εδώ με τον Δράκουλα φαίνεται ότι ήθελε να πει κάτι παραπάνω αλλά δεν του βγήκε ή τουλάχιστον δεν κατάφερα εγώ να το νιώσω. Παρά τα κάποια όχι πολύ προσεγμένα ψηφιακά εφέ και την όχι πολύ καλή χρήση του green screen σε κάποιες σκηνές, ο Μπεσόν και ο διευθυντής φωτογραφίας του φτιάχνουν μια πολύ γοητευτική οπτικά ταινία ενώ βάζουν μπροστά έναν πολύ καλό ηθοποιό για να ενσαρκώσει τον κόμη, τον εκφραστικότατο Κέιλεμπ Λάντρι Τζόουνς. Το πρόβλημα με την ταινία βρίσκεται στην αφήγηση και στον τόνο της. Το γοτθικό και ερωτικό στοιχείο υπάρχει παράλληλα με μια τάση σάτιρας και με ένα περίεργο χιούμορ που φτάνει επικίνδυνα τα όρια της παρωδίας σε περισσότερες από μία σκηνές. Κι αν με τη σάτιρα μπορώ να κάνω πίσω και να δεχτώ αυτό που θέλει να κάνει ο Μπεσόν, εκεί που χάνομαι είναι με τον τρόπο που μπαίνει το χιούμορ σε σκηνές της ταινίας.

 Στο ερμηνευτικό κομμάτι, νιώθω ότι η πλειοψηφία των ηθοποιών αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει και ο θεατής. Μοιάζει να έχουν καθοδηγηθεί από τον Μπέσον ώστε να έχουν μια πιο κωμική / σατιρική προσέγγιση στους ρόλους τους. Ακόμα και ο συνεπής συνηθώς Κριστόφ Βαλτζ, που εδώ υποδύεται τον Γερμανό ιερέα, τον κυνηγό των βαμπίρ και του Δράκουλα, μοιάζει εδώ χαμένος.

 Το Dracula του Λικ Μπεσόν είναι σίγουρα μια αρκετά διαφορετική εκδοχή της πασίγνωστης ιστορίας. Ο Μπεσόν διαλέγει μια αρκετά περίεργη μορφή σύνθεσης διαφορετικών ειδών, αποδίδει φόρο τιμής στη δημιουργία του Κόπολα αλλά φτιάχνει μια δική του ιστορία αγάπης, που απομακρύνεται αρκετά και από το πρωταρχικό υλικό, όπως αυτό το συναντάμε στο λογοτεχνικό έργο του Στόκερ. Ειδικά την επιλογή αλλαγής ονομασίας χαρακτήρων αλλά και τοποθεσιών δεν μπορώ να την επεξεργαστώ και να κατανοήσω τον τρόπο που βοηθά ο Μπεσόν το δικό του δημιούργημα με αυτό τον τρόπο, πέρα από το ότι το χρησιμοποιεί απλώς σαν πρόσθετη σημείωση στη δήλωση διαχωρισμού από το μυθιστόρημα. Ωστόσο θεωρώ ότι περισσότερο εκνευρίζει κάποιον που έχει διαβάσει το βιβλίο παρά κερδίζει κάτι. Αν μπορώ να δεχτώ μια αλλαγή αυτή είναι του ιερέα που θα μπορούσε να είναι ο Βαν Χέλσινγκ αλλά δεν είναι γιατί χρησιμοποιείται με διαφορετικό τρόπο στο φινάλε, συνδεδεμένο με την ιδιότητά του.

 Μια παραλλαγή λοιπόν του κλασικού μυθιστορήματος μας δίνει ο Μπεσόν. Τον απασχολεί ο Δράκουλας και η τραγικότητα του χαρακτήρα του, ο τρόπος που ζει την αιωνιότητα ο ανίκανος να πεθάνει ήρωας και το πως βλέπει την κοινωνία γύρω του μέσα σε αυτά τα τετρακόσια χρόνια της ζωής του. Εξετάζει τον ψυχισμό του, αναγνωρίζει τον ρομαντισμό του και την αιώνια πίστη του σε δύο σκοπούς: τον έρωτα για την αγαπημένη του και το θανάσιμο μίσος για τον Θεό και όσα αυτός αντιπροσωπεύει. Δυστυχώς όμως οι χαρακτήρες γύρω από τον Δράκουλα δεν δουλεύουν πολύ καλά και η αφήγηση του σκηνοθέτη ζητά από το θεατή ελαστικότητα που δύσκολα θα βρει.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


26.9.25

Y2K (2024) Review

 


Κωμωδία, Τρόμου, Φαντασίας

Διάρκεια: 91'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο Κάιλ Μούνι είναι ηθοποιός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος που έγινε γνωστός στην Αμερική μέσα από τη συμμετοχή του για σχεδόν μια δεκαετία στο Saturday Night Live. Εκεί ο Μούνι υπάρχει μπροστά από την κάμερα, υποδυόμενος διάφορους ρόλους στα σκετσάκια της κλασικής κωμικής σειράς. Ο Κάιλ όμως έδειξε στην πορεία ότι θέλει και μπορεί να κάνει περισσότερα πράγματα και πίσω από την κάμερα, ως σεναριογράφος, κυρίως μέσα από τη δουλειά του στο Brigsby Bear και τη νοσταλγική σειρά Saturday Morning All Star Hits! Αυτό που διακρίνεται και στις δύο δουλειές του είναι η νοσταλγία για τα παιδικά/ εφηβικά χρόνια του σεναριογράφου. Στα χρόνια της νιότης του μας πάει και η τελευταία δουλειά του Μούνι, το Y2K, μια κωμωδία φαντασίας που μας μεταφέρει στο τέλος της προηγούμενης χιλιετίας και στην αρχή της επόμενης, τότε που ο κόσμος είχε αναστατωθεί από το λεγόμενο "millennium bug". 

 Παραμονή πρωτοχρονιάς του 1999, ο Ιλάϊ και ο Ντάνι, δύο όχι και τόσο δημοφιλή παιδιά στο Λύκειο της πόλης τους, αποφασίζουν να το ρίξουν έξω και να παρτάρουν, με τον Ιλάι να ελπίζει ότι στο πάρτι θα βρει και το κορίτσι που έχει ερωτευτεί, την όμορφη Λόρα. Η βραδιά όμως μετατρέπεται σε μια αιματηρή κόλαση καθώς με την αλλαγή του χρόνου, τα ηλεκτρονικά συστήματα τρελαίνονται, οι μηχανές ζωντανεύουν και αποφασίζουν να κατακτήσουν τον κόσμο. Το millennium bug, ο ιός που όλοι φοβόντουσαν ότι θα φέρει την κατάρρευση στην παγκόσμια οικονομία και σε όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα, αποδεικνύεται αληθινός και πιο απειλητικός απ' ότι όλοι περίμεναν.

 Εδώ ο Κάιλ Μούνι γράφει και σκηνοθετεί και ίσως αυτό ζημιώνει το τελικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν ωραίες ιδέες στο σενάριο και δημιουργείται μια γενικότερη ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε ταινίες φαντασίας της δεκαετίας του ΄80 και του '90. Αν έχεις μεγαλώσει σε εκείνες τις εποχές, η θέαση της ταινίας γίνεται πολύ ευχάριστη καθώς ο τρόπος που χειρίζεται τη νοσταλγία ο δημιουργός της ταινίας αποδίδει αρκετά καλά και σου ξυπνάει μνήμες. Επίσης το χιούμορ γύρω από το ίντερνετ και τα τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής βρίσκει το στόχο. Κάπου όμως το χάνει λίγο με τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών ο Μούνι και παρά την καλή απόδοση των ηθοποιών, δεν έχεις το αναμενόμενο συναισθηματικό δέσιμο, το οποίο στις ταινίες του είδους που κλείνει το μάτι το Y2K ήταν βασική συστατικό.

 Ως προς τη ροή της, η ταινία τα πάει περίφημα για ένα σαραντάλεπτο αλλά στη συνέχεια φαίνεται να χάνει ενέργεια. Όλη αυτή η διάθεση που δείχνει από την αρχή ο Μούνι, κορυφώνεται τη στιγμή της επίθεσης του ιού μέσα από κωμικό σπλάτερ και δυστυχώς φαίνεται να μην μπορεί να επανέλθει στα ίδια επίπεδα από εκεί κι έπειτα ενώ εσύ σαν θεατής περιμένεις κάτι ακόμα.

 Παρ' όλα αυτά την ταινία την βρήκα διασκεδαστική, εύκολη, νοσταλγική για εμάς που σήμερα έχουμε πατήσει και περάσει τα σαράντα. Έχω την αίσθηση ότι εκεί ποντάρει ο Κάιλ Μούνι και σε ένα βαθμό καταφέρνει να κερδίσει ένα κομμάτι μας. Δυστυχώς όμως λείπουν πραγματάκια από την ταινία για να μείνει περισσότερο στο μυαλό μας μετά την προβολή της. 

 


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr



12.9.25

Sketch (2024) Review

 

ΤΕΡΑΤΟΜΟΥΝΤΖΟΥΡΕΣ

Φαντασίας, Οικογενειακή

Διάρκεια: 93'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Πως μπορεί ένα δεκάχρονο παιδί να χειριστεί την απώλεια της μαμάς και το θρήνο; Πως μπορεί να χειριστεί τα συναισθήματα του και πως άραγε μπορεί να τα εξωτερικεύσει; Πως επουλώνεται η πληγή; Πως η οικογένεια μπορεί να ανταπεξέλθει; Θέτει ερωτήματα το Sketch, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Σεθ Γουέρλι, και ο σκηνοθέτης/ σεναριογράφος τα τοποθετεί μπροστά στο θεατή μέσα από μια οριακά "Σπιλμπερικού" ύφους, οικογενειακή ταινία.

 Ο νεαρός Τζακ μένει με τον μπαμπά του και την μικρότερη αδελφή του. Η μαμά τους έχει πεθάνει λίγους μήνες πριν και η οικογένεια περνάει δύσκολα. Η αδελφή του, Άμπερ, εξωτερικεύει τη θλίψη της σκιτσάροντας τρομακτικά πλάσματα, ο μπαμπάς θέλει να πουλήσει το σπίτι και να φύγουν από εκεί ενώ αυτός που φαίνεται να τα καταφέρνει καλύτερα είναι ο Τζακ. Μια βόλτα στο δάσος, δίπλα στη λίμνη που άρεσε στη μαμά του να περπατάει, τον φέρνει μπροστά σε μια απίστευτη ανακάλυψη. Η λίμνη είναι μαγική. Το νερό της μπορεί να ζωντανέψει ή να επιδιορθώσει πράγματα και όχι μόνο. Όταν ο Τζακ πάει την Άμπερ στη λίμνη για να της δείξει τις μαγικές της ιδιότητες, το μπλοκ με τα σκίτσα της μικρής θα πέσει στη λίμνη και από την επόμενη μέρα ένα χάος ξεσπά στην πόλη, με περίεργα πλάσματα να βρίσκονται παντού και οι πολίτες σε πανικό.

 Σε μια πρώτη ανάγνωση, η ταινία του Γουέρλι με άφησε ικανοποιημένο. Εγώ όμως είμαι (ήμουν, θα έλεγε κάποιος) ένα παιδί που έχει μεγαλώσει στη δεκαετία του 1980 και του 1990. Έχω διαφορετικές προσλαμβάνουσες για το σινεμά και την τηλεόραση από ότι τα σημερινά παιδιά. Δεν είμαι σίγουρος λοιπόν ότι θα πήγαινα το οκτάχρονο παιδί μου να δει την ταινία. Δεν είμαι σίγουρος αν θα πήγαινα ούτε τον δωδεκάχρονο ανιψιό μου. Θεωρώ ότι η ταινία έχει στιγμές που είναι λίγο πιο τρομακτική από αυτό που θα έπρεπε, για αυτή την ηλικιακή ομάδα. Έχει τα στοιχεία παραμυθιού, που είχαν οι ταινίες του Σπίλμπεργκ ή γενικότερα οι παιδικές ταινίες των '80ς αλλά σε στιγμές γίνεται λίγο πιο σκοτεινά τρομακτικό από το αναμενόμενο. Είναι σαν η ταινία να μην έχει αποφασίσει εκατό τοις εκατό που θέλει να απευθυνθεί. Από την άλλη ίσως να έχει αποφασίσει ότι θέλει να απευθυνθεί στις μεγαλύτερες ηλικίες αλλά μέσα από την οπτική μιας παιδικής ταινίας, οπότε εκεί θα ήμουν οκ. Σε μια δεύτερη ανάγνωση λοιπόν, η ταινία του Γουέρλι με άφησε μπερδεμένο.

 Ως προς τα μηνύματα που περνά το σενάριο δεν έχω καμία ένσταση. Από την προσέγγιση της ψυχολόγου, στην αρχή της ταινίας, μέχρι γενικότερα την αντιμετώπιση των πρωταγωνιστών απέναντι στο θρήνο για το χαμό του αγαπημένου τους προσώπου και την τελική κατάληξη, δεν μπορώ να πω ότι η γραφή του Γουέρλι με έχασε.

 Ούτε από την πλευρά των ερμηνειών βρίσκεις ψεγάδια. Ειδικά τα πιτσιρίκια, Κιού Λόρενς και Μπιάνκα Μπελ, ήταν εξαιρετικά. Και ο Τόνι Χέιλ, στο ρόλο του μπαμπά ήταν μια χαρά, παρότι τον έχουμε συνηθίσει σε κωμικούς ρόλους.

 Το κυριότερο πρόβλημα λοιπόν με την ταινία το εντοπίζω στο ύφος της. Λείπει το "κάτι" που θα την έκανε ένα πολύ πιο μαγικό και συναισθηματικό παραμύθι ενώ ο τρόμος θεωρώ ότι είναι λίγο πιο έντονος από αυτόν που θα έπρεπε σε μια παιδική ταινία φαντασίας.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


15.5.25

The Minion (1998) Action Heroes Review

 

ΑΤΣΑΛΕΝΙΟΣ ΤΙΜΩΡΟΣ

Δράσης- Περιπέτεια- Φαντασίας- Τρόμου

Διάρκεια: 95'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Η θεωρία που ήθελε το τέλος του κόσμου να έρχεται με την έλευση της νέας χιλιετίας απασχόλησε ιδιαίτερα τον κινηματογράφο κατά τη δεκαετία του 1990. Από μετεωρίτες που θα έπεφταν στη Γη μέχρι την έλευση του Αντίχριστου, υπήρχε άφθονο υλικό για κινηματογραφικές ταινίες. Τα Αρμαγεδδών και Ολέθρια Σύγκρουση εξέταζαν-με τον δικό του τρόπο το καθένα- το ενδεχόμενο σύγκρουσης της Γης με μετεωρίτη και κυκλοφόρησαν και τα δύο το 1998. Το 1999 κυκλοφόρησε το End Of Days, με τον Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ να έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο τον Σατανά για να σώσει τον κόσμο μας. Ένα χρόνο πριν υπήρξε μία ακόμα ίδιας θεματολογίας ταινία αλλά με μικρότερο προϋπολογισμό και με έναν μικρότερης εμβέλειας ήρωα ταινιών δράσης, τον Ντολφ Λούντγκρεν (ο Ντράγκο του Ρόκι 4), να αναλαμβάνει τη σωτηρία του κόσμου αυτή τη φορά.

 Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1999 και στη Νέα Υόρκη ανακαλύπτεται κατά τις εργασίες ανασκαφής του μετρό ένας σκελετός ενός Ναϊτη ιππότη με ένα μυστηριώδες κλειδί στην κατοχή του. Η ανακάλυψη αυτή φέρνει τα πάνω κάτω καθώς η έλευση του ιππότη χρονολογείται πριν αυτής του Κολόμβου στην Αμερική και η νεαρή αρχαιολόγος που κάνει την ανακάλυψη, Κάρεν Γκούντλιφ, ονειρεύεται την απογείωση της καριέρας της. Αυτό που δεν γνωρίζει η Κάρεν είναι ότι το κλειδί που βρέθηκε μαζί με τον ιππότη, είναι αυτό που ανοίγει την πύλη που κρατά φυλακισμένο τον Αντίχριστο και που φυλάσσεται στην Ιερουσαλήμ από τους σημερινούς Ναϊτες. Το τσιράκι του Σατάνα, ένα δαιμονικό πνεύμα που έχει τη δύναμη να καταλαμβάνει οποιοδήποτε ανθρώπινο σώμα επιθυμεί, πλησιάζει στο σημείο ανασκαφής για να κάνει δικό του το κλειδί. Παράλληλα οι Ναϊτες στέλνουν τον δικό τους απεσταλμένο, τον Λούκας, να αντιμετωπίσει το πνεύμα και να φέρει το κλειδί με ασφάλεια στην Ιερουσαλήμ.

 Ο Καναδός Ζαν Μαρκ Πισέ που σκηνοθετεί εδώ είναι κυρίως γνωστός για τη δουλειά του στις διαφημίσεις. Κινηματογραφικά δεν έχει κάνει κάτι ιδιαίτερο ούτε σε ποιότητα ούτε σε ποσότητα. Αυτό που καταφέρνει στο The Minion είναι δημιουργήσει ατμόσφαιρα κατάλληλη για το είδος και να φτιάξει μια ενδιαφέρουσα για τα μάτια του θεατή ταινία. Πέρα από το οπτικό κομμάτι όμως δεν μπορείς να πεις ότι το φιλμ του Πισέ καταφέρνει πολλά και ειδικά στην καθοδήγηση των ηθοποιών και στη ροή της αφήγησης έχουμε θεματάκια. Προφανώς δεν βοηθάει και το σενάριο των Ματ Ρόου και Άβι Νέσερ, με τον δεύτερο να αποτελεί τα τελευταία χρόνια σημαντικό όνομα στην σκηνοθεσία για τον Ισραηλινό κινηματογράφο αλλά εκείνη την εποχή σκηνοθετούσε και έγραφε δεύτερες κυρίως περιπέτειες στο Χόλιγουντ, με το The Minion να μην ξεφεύγει από αυτό το πλαίσιο. 

 Ο Λούντγκρεν δεν μπορείς να πεις ότι είναι κακός. Αξιοπρεπής όπως στις περισσότερες εμφανίσεις του, χωρίς τρομερές υποκριτικές ικανότητες μεν αλλά με γνώση του τι μπορεί να κάνει και πως γράφει μπροστά στην κάμερα. Σίγουρα πιο άνετος όταν υπάρχει δράση και όπου δράση βάλε "ξυλίκι" για να μην μπερδεύεσαι.

 Όχι από τις καλές στιγμές για αυτόν τον ήρωα ταινιών δράσης. Το The Minion προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη φημολογία της επερχόμενης καταστροφής του κόσμου αλλά όπως και αυτή η φημολογία έτσι και αυτό πέρασε και ξεχάστηκε αμέσως. Ούτε στην εποχή του πήγε καλά εισπρακτικά, ούτε προφανώς δέχτηκε καλές κριτικές αλλά ούτε είχε το κατάλληλο υλικό ώστε να αποκτήσει μια πιο καλτ φήμη στα επόμενα χρόνια.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



24.2.25

Bleeders [aka Hemoglobin] (1997) Review

 

ΟΡΓΗ ΘΕΟΥ

Τρόμου, Φαντασίας

Διάρκεια: 127'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Ένα ζευγάρι Γαλλο-Καναδών ταξιδεύει σε μικρό νησάκι του Καναδά αναζητώντας συγγενείς του ανδρός. Ο σύζυγος πάσχει από μια σπάνια κληρονομική πάθηση του αίματος κι ελπίζει να βρει απαντήσεις σχετικά με την καταγωγή του, καθώς γνωρίζει ότι είναι υιοθετημένος από παλιά αρχοντική οικογένεια του νησιού. Στο νησί θα βρει όντως κάποιους συγγενείς του όμως δεν είναι ακριβώς αυτό που είχε φανταστεί αλλά εδώ που τα λέμε τους συγγενείς δεν τους διαλέγουμε. Απλώς δεν έχουμε όλοι την τύχη οι συγγενείς μας να είναι πλάσματα που ζουν στο υπέδαφος και τρέφονται με νεκρές σάρκες.

 Πίσω στο 1997, ο Πίτερ Σβάτεκ αναλαμβάνει τη μεταφορά στην οθόνη, του σεναρίου που φέρει τις υπογραφές των Νταν Ο'Μπάνον, Ρόλαντ Σάσετ και Τσαρλς Αντέρ. Οι Ο'Μπάνον και Σάσετ είναι ήδη επιτυχημένοι σεναριογράφοι με σήμα κατατεθέν τη συνεργασία τους στο Alien και το Total Recall, ενώ ο Ο'Μπάνον υπογράφει κι άλλα χαρακτηριστικά φιλμ της δεκαετίας του 1980 όπως τα Dead and Buried, The Return Of The Living Dead (και σκηνοθεσία εδώ), Lifeforce και το Blue Thunder ενώ το 1992 γράφει και σκηνοθετεί το The Resurrected, μια από τις πιο επιτυχημένες μεταφορές έργου του Χ. Φ. Λάβκραφτ στον κινηματογράφο. Το σενάριο του Bleeders υπήρχε στο συρτάρι του Ο'Μπάνον αρκετό καιρό και πρόκειται για μια ελεύθερη διασκευή του διηγήματος του Χ. Φ. Λάβκραφτ, The Lurking fear (O Φόβος Ενεδρεύει).

 Αν κάτι καταφέρνει πολύ καλά η ταινία του Σβάτεκ αυτό είναι η μεταφορά της ατμόσφαιρας των ιστοριών του Λάβκραφτ. Όταν παρακολουθούσα την ταινία δεν είχα ψάξει πληροφορίες και ο Λάβκραφτ ήρθε πολύ γρήγορα στη σκέψη μου. Το γεμάτο υγρασία μέρος, η καταχνιά, η αναφορά στην αιμομιξία και τα πλάσματα που ζουν στο έδαφος δεν αφήνουν περιθώρια ώστε να μην συνδέσεις αυτό που βλέπεις με έργα του διάσημου συγγραφέα.

 Ο πιο αναγνωρίσιμος ηθοποιός εδώ είναι φυσικά ο Ρούντγκερ Χάουερ και ο καλύτερος ερμηνευτικά σε μια ταινία που δεν μπορεί να παινευτεί για τις ερμηνείες της ενώ και ο Ρόι Ντιπουί που υποδύεται τον άνδρα που αναζητά θεραπεία δεν είναι κακός. Γενικά όμως στις ερμηνείες πάσχει το φιλμ αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται στο κακό μοντάζ και στο ψαλίδι που φαίνεται να έχει πέσει άτσαλα ώστε να μαζευτεί η διάρκεια της ταινίας. Έτσι λοιπόν χάνεται η συνοχή στο έργο του Σβάτεκ.

 Στους φίλους του Λάβκραφτ προτείνεται πάντως το Bleeders γιατί πραγματικά η ατμόσφαιρα είναι αρκετά επιτυχημένη. Δυστυχώς όμως δεν αρκεί μόνο η "Λαβκραφτιανή" ατμόσφαιρα για να έχουμε μια συνολικά καλή ταινία.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι


28.11.24

Psycho Goreman (2020) Mini Review

 

Κωμωδία,Τρόμου,Φαντασίας
Διάρκεια: 95'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Είσαι πιτσιρικάς και ανακαλύπτεις στην αυλή σου ένα μαγικό πετράδι που σου δίνει τη δύναμη να ελέγχεις μια μοχθηρή οντότητα προορισμένη να καταστρέψει το σύμπαν. Τι κάνεις; Λογικά το πετάς και τρέχεις φοβισμένος να κλειστείς στο σπίτι σου. Η Μίμι όμως, η πρωταγωνίστρια του Psycho Goreman, δεν είναι το συνηθισμένο πιτσιρίκι. Κρατάει λοιπόν το πετράδι που βρήκε μαζί με τον αδερφό της και φροντίζει να δώσει μαθήματα στον σκοτεινό άρχοντα που έφτασε από ένα μακρινό γαλαξία στη Γη κάνοντάς τον υπηρέτη της.

 Ωδή στα '80ς και τα ΄90ς αποτελεί η ταινία του ταλαντούχου και ιδιαίτερου κινηματογραφιστή που ακούει στο όνομα Στίβεν Κοστάνσκι. Με φανερή αγάπη για τις δεκαετίες αυτές και την ποπ κουλτούρα που δημιουργήθηκε τότε, ο Κοστάνσκι φτιάχνει μια b movie με πολύ μεράκι. Η ταινία του είναι γεμάτη αναφορές από τον Ιαπωνικό κινηματογράφο των καϊτζού μέχρι τους Πάουερ Ρέιντζερς, τα Τράνσφορμερς αλλά και το σινεμά του Γουές Κρέιβεν, του Σπίλμπεργκ και γενικότερα το σινεμά τρόμου των '80ς. Όλα αυτά τα ενσωματώνει σε μια περίεργη ιστορία φιλίας και ενηλικίωσης που μπορεί να είναι αστεία και διασκεδαστική, μπορεί να έχει αρκετό gore αλλά κρύβει κι έναν έντονο συναισθηματισμό, ο οποίος φανερώνεται είτε με την εξέλιξη του σεναρίου είτε με τα διάφορα πλάσματα που δημιουργήθηκαν με πρακτικό τρόπο, δείγμα της αγάπης του σκηνοθέτη για τις περασμένες δεκαετίες όπου τα ψηφιακά εφέ δεν είχαν κατακλύσει ακόμα τις οθόνες μας.

 Το Psycho Goreman είναι μια ταινία απόδειξη του τι μπορεί να πετύχει κανείς με μικρό προϋπολογισμό αλλά με αρκετό ταλέντο και αγάπη για το υλικό του. Δεν έχει μεγάλη σημασία να μιλήσει κανείς εδώ για ερμηνείες και βαθύτερη ανάλυση των χαρακτήρων, παρότι ομολογουμένως ακόμα και η απόδοση των χαρακτήρων φαίνεται να έχει μελετηθεί μια χαρά από τον Κοστάνσκι. Ιδιαίτερα η Μίμι, ο μπαμπάς της και ο Psycho Goreman είναι τρεις χαρακτήρες που διανύουν ένα δρόμο εξέλιξης του χαρακτήρα τους, που είναι σημαντικός για την ταινία.

 Διασκεδαστικό, νοσταλγικό αλλά και προκλητικό ανά διαστήματα, το Psycho Goreman είναι μια ενδιαφέρουσα πρόταση για τους προ τριακονταετίας πιτσιρικάδες, για αυτούς που τα ράφια του βίντεο κλαμπ και η αναζήτηση της επόμενης ταινίας που θα παρακολουθήσουν ήταν το απόλυτα μαγικό μέρος. Πολλές φορές πιο μαγικό και από την ταινία που τελικά μετά από ώρες κατέληγαν να επιλέξουν.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι


31.10.24

Loups-Garous (2024) Netflix Review

 

ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΙ

LOUPS-GAROUS
Φαντασίας, Περιπέτεια, Κωμωδία
Διάρκεια: 94'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Στο Μεσαίωνα μεταφέρεται μια οικογένεια Γάλλων ενώ παίζει ένα παλιό επιτραπέζιο παιχνίδι με θέμα τους λυκανθρώπους. Ο μπαμπάς, η μαμά, τα τρία παιδιά τους και ο παππούς κατά τη μεταφορά τους ανακαλύπτουν ότι έχουν ο καθένας διαφορετικές μαγικές δυνάμεις, τις οποίες πρέπει να αξιοποιήσουν ώστε να βρουν τέσσερις λυκανθρώπους, για να καταφέρουν να επιστρέψουν στην εποχή τους. Το παιχνίδι γίνεται πραγματικότητα για την οικογένεια αλλά μαζί και ο κίνδυνος, τόσο των μυθικών πλασμάτων όσο και της περίεργης εποχής στην οποία έχουν βρεθεί.

 Το Loups-Garous είναι συμπαθητικό μείγμα Jumanji και Dungeons and Dragons. Η ιδέα για την ταινία προέρχεται ούτως ή άλλως από ένα πολύ γνωστό βραβευμένο επιτραπέζιο παιχνίδι ( Les Loups-garous de Thiercelieux ) , δημιούργημα των Φιλίπ Ντε Παλιέρ και Ερβέ Μαρλύ, με τον δεύτερο να φαίνεται ότι εδώ εκτελεί και χρέη συν-σεναριογράφου, μαζί με τον σκηνοθέτη, Φρανσουά Ουζάν.

 Ο Ουζάν συνεργάζεται γενικά με το Νέτφλιξ το τελευταίο διάστημα με καλύτερη στιγμή του το Lupin, του οποίου υπογράφει το σενάριο. Σκηνοθετικά δεν έχει να επιδείξει ούτε μεγάλο αλλά ούτε σημαντικό έργο. Μια μεγάλου μήκους ταινία (γυρισμένη στην Ελλάδα), μια μικρής διάρκειας και μερικά επεισόδια τηλεοπτικών σειρών συμπληρώνουν τις σκηνοθετικές του δουλειές, σε αντίθεση με τη δουλειά ως σεναριογράφος που ξεκινά από το 2008 και φτάνει μέχρι σήμερα και που φαίνεται να τα πηγαίνει καλύτερα. Οι δουλειά του στο Loups-Garous δεν είναι κακή. Δεν ξεφεύγει βέβαια της τηλεοπτικής αισθητικής αλλά μιλάμε για παραγωγή του Νέτφλιξ οπότε αυτό ίσως και να μην πλέον άξιο σχολιασμού. Ο Ουζάν λοιπόν καταφέρνει να φτιάξει μια ταινία που απευθύνεται σχεδόν σε όλη την οικογένεια (ίσως όχι σε παιδιά κάτω των επτά χρονών) με ελάχιστη βία, με χιούμορ, με συμπαθητικά ειδικά εφέ (ψηφιακά και πρακτικά) και αξιοπρεπείς ερμηνείες από καλούς ηθοποιούς. Η δράση μπορεί κάπου να χωλαίνει αλλά δεν κοστίζει ιδιαίτερα αυτό στο τελικό αποτέλεσμα ενώ και το χιούμορ μπορεί να φανεί κάπως περίεργο μερικές φορές σε κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος με τον τρόπο των Γάλλων, που ενώ έχουν ένα "δικό" τους χιούμορ, πολλές φορές προσπαθούν να μιμηθούν το Αμερικανικό και "το χάνουν". Νομίζω ότι αποκορύφωμα του περίεργου χιούμορ είναι η σκηνή με τη Μόνα Λίζα στο φινάλε της ταινίας.

 Υπάρχει ένα γλυκό μήνυμα για τη δύναμη της οικογένειας, τους δεσμούς μεταξύ των μελών, το οποίο εκφράζεται κυρίως μέσα από τον Ζαν Ρενό, που υποδύεται τον παππού, που βρίσκεται στα πρώτα στάδια της γεροντικής άνοιας αλλά όσο βρίσκεται μέσα στο παιχνίδι είναι υγιέστατος. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να γράψει τις αναμνήσεις του και να τις δώσει χειρόγραφα στο γιο του, μαζί με ένα όμορφο, συγκινητικό μήνυμα.

 Προσφέρεται για οικογενειακή προβολή το Loups - Garous ένα Σαββατοκύριακο στο σπίτι ή ακόμα και αργότερα, τις ημέρες των Χριστουγεννιάτικων διακοπών. Δεν είναι κάτι πρωτότυπο, δεν είναι κάτι που δεν ξέρεις πως θα εξελιχθεί αλλά για μια τηλεοπτική προβολή είναι μια χαρά. Τώρα αν το συγκρίνεις με το Jumanji (το παλιό, με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς) ή την πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά του Dungeons and Dragons, τότε θα ηττηθεί σχετικά εύκολα.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι


27.10.24

Carved (2024) Review

 

Τρόμου, Κωμωδία, Φαντασίας
Διάρκεια: 88'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Σε προηγούμενη ανάρτηση είχαμε ασχοληθεί με το Mr. Crocket, μια παραγωγή του Hulu στα πλαίσια του Χάλογουιν, που μαζί με άλλες ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους,  προβάλει η πλατφόρμα μέσα από την ενότητα του Huluween. Η δεύτερη μεγάλου μήκους παραγωγή έχει την ονομασία Carved και είναι στην ουσία η μεγάλου μήκους εκδοχή μιας ομότιτλης μικρού μήκους ταινία που πρόβαλε το Hulu πίσω στο 2018. Το τρέιλερ άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτό που θα δούμε να είναι κάτι αρκετά διασκεδαστικό άλλα όπως είναι γνωστό δεν μπορείς να βασιστείς ποτέ σε ένα τρέιλερ.

 Το Carved μας μεταφέρει πίσω στο 1993 και σε ένα μικρό χωριό της Αμερικής, όπου οι κάτοικοι ετοιμάζονται για το μεγάλο φεστιβάλ του Χάλογουιν, με αναπαραστάσεις παλιότερων εποχών της γιορτής αλλά και αρκετά άλλα δρώμενα, όπως ο διαγωνισμός σκαλίσματος κολοκύθας. Αυτό που μαθαίνουμε από την αρχή της ταινίας είναι ότι μερικά χρόνια πριν, στο χωριό είχε συμβεί ένας εκτροχιασμός μιας αμαξοστοιχίας που μετέφερε ραδιενεργά απόβλητα. Η καταστροφή ήταν μεγάλη για το μέρος οπότε αυτό το φεστιβάλ φαίνεται σαν μια ευκαιρία αποκατάστασης του ονόματος του χωριού. Απ' ότι φαίνεται όμως τα ραδιενεργά απόβλητα επηρέασαν μια ... κολοκύθα, η οποία είναι αποφασισμένη να εκδικηθεί για όλα τα δείνα που πέρασαν και περνούν τα αδέλφια όλα αυτά τα χρόνια. Ο διαγωνισμός σκαλίσματος κολοκύθας θα έχει διαφορετικό νικητή αυτή τη χρονιά.

 Εδώ υπάρχει έδαφος για ένα υπέροχο b-movie αλλά δυστυχώς παίρνουμε μόνο μικρές στιγμές απόλαυσης. Αδιάφοροι χαρακτήρες που θέλουν να παρακολουθήσουμε για κάποιο λόγο τα προσωπικά τους κι ένα χιούμορ που δεν βρίσκει πάντα στόχο κάνουν την ταινία να έχει αρκετά διαστήματα υποτονικά. Έχει ενδιαφέρον πάντα το θέμα της εκδίκησης τη φύσης και είναι έξυπνη η αντιστροφή των ρόλων αλλά το έχουμε δει το έργο κι άλλες φορές και πιο επιτυχημένα. Ο ίδιος σκηνοθέτης, ο Τζάστιν Χάρντινγκ, το έκανε καλύτερα με το μικρής διάρκειας Carved, το οποίο είναι πολύ πιο έξυπνα στημένο, χωρίς να μπλέκει ραδιενέργειες και προσωπικά δράματα αλλά λέγοντας μια ιστορία φαντασίας και τρόμου μέσα σε πέντε λεπτά, χρησιμοποιώντας πάρα πολύ έξυπνα τις εικόνες του.

 Αν για κάποιο λόγο θα έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στις δύο ταινίες του Huluween, που μπορούμε να βρούμε στο Disney+, νομίζω ότι θα επέλεγα το Carved, γιατί παρά τα ελαττώματά του, δημιουργεί μια σχετικά καλή ατμόσφαιρα, έχει μερικά ενδιαφέροντα εφέ και το πάει λίγο περισσότερο στα άκρα. Θα προτιμούσα να αποφεύγαμε εξηγήσεις περί ραδιενεργών αποβλήτων και να ήταν η εξήγηση εντελώς μεταφυσική, χωρίς στην ουσία να χρειαστεί να υπάρχει εξήγηση καθώς-ας το συνειδητοποιήσουμε- μιλάμε για μια φονική κολοκύθα. 


 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

 

 

 

18.10.24

Mr. Crocket (2024) Mini Review

 

Τρόμου, Φαντασίας
Διάρκεια: 88'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο Οκτώβρης μπήκε για τα καλά και ως είθισται οι διάφορες πλατφόρμες ροής αρχίζουν να μας βομβαρδίζουν με ταινίες τρόμου καθώς πλησιάζουμε στη γιορτή του Χάλογουιν. Μια από τις παραγωγές που επέλεξε να κάνει το Hulu αυτή τη χρονιά, είναι το Mr Crocket, του Μπράντον Έσπαϊ.

 Τοποθετημένο στη δεκαετία του 1990, το Mr Crocket, μας διηγείται την ιστορία ενός αποτυχημένου παρουσιαστή τηλεοπτικών παιδικών εκπομπών, που μετά το θάνατό του, συνεχίζει να υπάρχει ως μια σατανική οντότητα που απαγάγει παιδιά από κακοποιητικούς γονείς ή γονείς που ο ίδιος θεωρεί ότι δεν προστατεύουν τα παιδιά τους όπως θα έπρεπε. Ο κακός γονέας βασανίζεται μέχρι θανάτου και το παιδί ζει για πάντα στον χαρούμενο τηλεοπτικό κόσμο του Mr Crocket. Όλα ξεκινούν με μια βιντεοκασέτα που βρίσκεται με μυστηριώδη τρόπο έξω από το σπίτι του εκάστοτε παιδιού. Το παιδί παρακολουθεί την εκπομπή και άθελά του καλεί τον Mr Crocket, μέσω ενός αθώου τραγουδιού, σήμα κατατεθέν της εκπομπής. Μετά το θάνατο του άνδρα της, η Σάμερ βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο και συναντά δυσκολίες στην ανατροφή του παιδιού της, που τροφοδοτούν αρκετές εντάσεις στην καθημερινότητά τους. Η μυστηριώδης βιντεοκασέτα βρίσκεται εκεί και φαίνεται να ηρεμεί αρκετά το παιδί όταν το παρακολουθεί, όμως όταν ο γιος της θα εξαφανιστεί, η Σάμερ θα έρθει αντιμέτωπη με τον σατανικό Mr. Crocket και θα προσπαθήσει να βρει τρόπο να ελευθερώσει τον γιο της.

 Η ταινία του Έσπαϊ επιχειρεί να μας μεταφέρει στη δεκαετία του '80 και του '90 και να αποτίσει φόρο τιμής σε δημιουργίες της εποχής και ιδιαίτερα στο A Nightmare On Elm Street. Ο κύριος Κρόκετ θυμίζει ως προς τον τρόπο που δρα τον Φρέντι Κρούγκερ και γενικότερα το στήσιμο της ταινίας παραπέμπει στην κλασική ταινία του Γουές Κρέιβεν. Το γράψιμο όμως εδώ είναι φτωχό και πέρα από τα συμπαθητικά πρακτικά εφέ και τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, που στηρίζει η καλή ερμηνεία του Έλβις Νολάσκο, δεν υπάρχουν πολλά πράγματα να δεις.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

 

16.5.24

Godzilla X Kong: The New Empire (2024) Review


ΓΚΟΤΖΙΛΑ x ΚΟΝΓΚ:

Η ΝΕΑ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ


 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Η δεύτερη συνάντηση του Κονγκ με τον Γκοντζίλα στο κινηματογραφικό σύμπαν τεράτων της Legendary και της Warner Bros, ακολουθεί τη συνταγή της προηγούμενης ταινίας και το πάει ένα βήμα παραπέρα δείχνοντας ξεκάθαρα τις προθέσεις της. Αντιμετωπίζει λοιπόν από την αρχή το υλικό της ως κινηματογραφικό προϊόν που σκοπό έχει να γίνει αρεστό κυρίως στις μικρότερες ηλικίες και να πουλήσει παιχνίδια. Μας παραδίδει όμως κάτι το οποίο είναι τουλάχιστον αρκούντως διασκεδαστικό; Μια b-movie με προϋπολογισμό μπλοκμπάστερ; Έτσι κι έτσι, θα έλεγα...

 Η ιστορία συνεχίζεται περίπου από εκεί που την αφήσαμε στην προηγούμενη ταινία. Ο Κονγκ ζει στη Κοίλη Γη, ο Γκοτζίλα περιφέρεται έξω και τα βάζει ανά διαστήματα με άλλους τιτάνες, καταστρέφοντας διάφορες πόλεις του κόσμου. Ο Κονγκ ωστόσο, ως πιο συναισθηματικός τύπος, νιώθει μοναξιά και η έκπληξή του θα είναι τεράστια όταν θα ανακαλύψει ότι υπάρχει ένα σημείο της Κοίλης Γης όπου ζει μια φυλή παρόμοιων πιθηκοειδών με αυτόν. Εκεί όμως βασιλεύει ο Σκαρ Κινγκ, ένας τερατώδης πίθηκος που έχει κρατά σκλαβωμένους τους υπόλοιπους της φυλής, έχοντας στην υποταγή έναν πανίσχυρο αρχαίο Τιτάνα. Το πλάνο του Σκαρ Κινγκ είναι να βγει στην επιφάνεια και να κάνει κουμάντο. Ο Κονγκ πρέπει να τον σταματήσει αλλά δεν μπορεί μόνος του. Πρέπει λοιπόν να βρει τρόπο να φέρει τον Γκοντζίλα στην Κοίλη Γη. Σε όλη αυτή την περιπέτεια θα βοηθήσουν προφανώς οι άνθρωποι της M.O.N.A.R.C.H. αλλά και μια αρχαία φυλή ανθρώπων που ζει σε ένα μυστικό μέχρι τώρα μέρος της Κοίλης Γης.

 Χαμούλης γενικά στην ταινία του Άνταμ Γουίνγκαρντ. Θεριά πλακώνονται, άνθρωποι περιφέρονται πιστεύοντας ότι παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, αρχαία μνημεία καταστρέφονται και ξανά μανά απ' την αρχή. Ο Γουίνγκαρντ είναι πολύ ξεκάθαρος απέναντι στον θεατή. Φτιάχνει ένα καρτούν! Δίνει  χρώματα στην εικόνα του, που παραπέμπουν στα κινούμενα σχέδια που βλέπαμε σαν πιτσιρικάδες τη δεκαετία του 1980 και δεν δίνει δεκάρα για την αληθοφάνεια όσων διαδραματίζονται στην οθόνη. Τι θέλει το κοινό; Τέρατα να πλακώνονται! Αυτό του δίνει. Δεν έχει καμία διάθεση σοβαροφάνειας, καμία διάθεση να φτιάξει ένα έπος τεράτων. Αφήνει λοιπόν στην άκρη την πιο προσγειωμένη προσέγγιση του Γκάρεθ Έντουαρντς στην πρώτη ταινία του Γκοντζίλα, πίσω στο 2014, ξεφεύγει και από το πιο επικό και μυθικό ύφος που έδωσε ο Μάικλ Ντόερτι στο King Of Monsters και πάει φουλ στο καρτουνίστικο ύφος και στον χαβαλέ και σε όποιον αρέσει.

 Προσωπικά με βρίσκει αδιάφορο πια το Monsterverse. Θεωρώ ότι το πιο ενδιαφέρον φιλμ αλλά και το πιο κοντινό σε αυτό που αντιπροσωπεύουν οι ταινίες με τα kaiju, το έδωσε ο Ντοέρτι. Κατανοώ τους λόγους που κάποιος θα διασκεδάσει και με το Godzilla Vs Kong αλλά και με αυτή εδώ την ταινία. Αυτή όμως η απόλυτη μετατροπή των κινηματογραφικών ταινιών αυτού του είδους σε προϊόντα προώθησης παιχνιδιών και άλλων εμπορευμάτων, από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η παραγωγή τους μέχρι που θα φτάσουν στις κινηματογραφικές οθόνες, με ενοχλεί πλέον. Φαίνεται ότι ο σκοπός πια είναι μόνο αυτός και η ικανοποίηση της μεγάλης μερίδας των φανατικών φίλων, είτε των kaiju, είτε των κόμικς, είτε των βιντεοπαιχνιδιών, ανάλογα με την ταινία κάθε φορά. Μοιάζει δυστυχώς να χάνεται πια τελείως η έννοια της κινηματογραφικής ταινίας, η οποία τείνει να μετατραπεί σε ένα μεγάλο, πανάκριβο διαφημιστικό, μαζί με την "σιριαλ-οποίηση" που έχει επέλθει ήδη λόγω της επιτυχίας της Μάρβελ.

 Τέλος πάντων! Αρκετοί προβληματισμοί με αφορμή το Godzilla X Kong, που στο κάτω κάτω μπορεί να μην φταίει αυτό για την κατάσταση και να μην είναι και ότι χειρότερο έχουμε δει στο είδος αλλά μάλλον τα έχω μαζεμένα αρκετό καιρό και βγήκαν. Πάμε παρακάτω...


 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr