Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα adventure. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα adventure. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.6.26

Επιστροφή στα '80s: Masters of The Universe (1987) Review

 

ΟΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Φαντασίας, Περιπέτεια

Διάρκεια: 106'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Είσαι έτοιμος για Ντολφ Λούντγκρεν φέτες, να τριγυρνάει ημίγυμνος αλειμμένος με λάδι, με τρελή ξανθή χαίτη; Είσαι έτοιμος για Φρανκ Λανγκέλα σε ρόλο σαιξπηρικού Σκέλετορ με εμμονή μεγαλύτερη και από αυτή του Τέρενς Σταμπ ως Ζοντ να βάλει τον εχθρό του να γονατίσει μπροστά του; Είσαι έτοιμος να ακούσεις τον Μπιλ Κόντι να μιμείται Τζον Γουίλιαμς; Είσαι έτοιμος για '80ς δράση; Είσαι έτοιμος για την πιο ακριβή παραγωγή της Cannon; Είσαι έτοιμος για την ταινία που (μαζί με το τέταρτο Σούπερμαν) διέλυσε τη θρυλική Cannon; Ε, τότε το Masters of The Universe είναι η ταινία που σου αξίζει!

 Στη μακρινή Ετέρνια, ο σατανικός Σκέλετορ έχει αιχμαλωτίσει τη Μάγισσα του κάστρου Γκρέισκαλ για να κλέψει τη δύναμή της ενώ παράλληλα σχεδιάζει να εισβάλει στο κάστρο, χρησιμοποιώντας το Κοσμικό Κλειδί, δημιούργημα του εφευρέτη Γκουίλντορ, τον οποίο ο πολεμιστής Χι-Μαν απελευθερώνει από τα δεσμά των στρατιωτών του Σκέλετορ, με τη βοήθεια των συμπολεμιστών του, Ντάνκαν και Τήλα. Το Κοσμικό Κλειδί λειτουργεί σαν τηλεμεταφορέας, ανοίγοντας πύλες από ένα σημείο σε κάποιο άλλο. Όταν ο Χι-Μαν και οι σύντροφοι του θα βρεθούν απέναντι στον κίνδυνο της αιχμαλωσίας από τον στρατό του Σκέλετορ, θα χρησιμοποιήσουν το Κοσμικό Κλειδί και αυτό θα τους οδηγήσει στον δικό μας κόσμο. Εδώ, με τη βοήθεια δύο γήινων, θα αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις του Σκέλετορ και θα οδηγηθούν πίσω στην Ετέρνια, για την τελική μάχη καλού και κακού.

 Η ταινία που σκηνοθέτησε ο Γκάρι Γκοντάρντ μυρίζει δεκαετία ογδόντα από την κορφή ως τα νύχια και αυτό ας το εκλάβει ο καθένας όπως του πρέπει. Για τον γράφοντα, αυτό είναι θετικό, καθώς λειτουργεί η νοσταλγία για την εποχή εκείνη, το σινεμά και την ποπ κουλτούρα της περιόδου, παρότι φίλος του καρτούν, He-Man and The Masters of The Universe, δεν μπορώ να πω ότι ήμουν. Θυμάμαι ωστόσο να παίζω με αρκετές φιγούρες, τόσο του He-Man όσο και των G.I.Joes και των Χελωνών Νίντζα, δημιουργώντας έτσι άθελά μου μια διασταύρωση τριών διαφορετικών κόσμων, που πολλοί μπορεί να έχουν σκεφτεί να πραγματοποιήσουν κάποτε εκεί στο Χόλιγουντ. Πίσω στην ταινία μας όμως, την οποία θυμάμαι να πρωτοβλέπω κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έκτοτε να παίζει αρκετές φορές είτε στο βίντεο είτε σε προβολές (ψιλοπαράνομες απ' όσο μπορώ να καταλάβω σήμερα) τοπικών καναλιών στην Κέρκυρα, όπου και έμενα τότε. Σε εκείνες τις προβολές μια χαρά μου είχε φανεί η ταινία. Ο Λούντγκρεν μου φαινόταν διαφορετικός μεν από τον ήρωα του καρτούν αλλά η παρουσία του με έπειθε, ο Σκέλετορ πάντα με κέρδιζε από τη στιγμή που εμφανιζόταν στην οθόνη ενώ και η μεταφορά της πλοκής στη Γη, βοηθούσε στο να συνδεθώ περισσότερο με όσα συνέβαιναν.

 Περνώντας τα χρόνια κι έχοντας φτάσει κάπου στις αρχές της τρίτης δεκαετίας μου, δοκιμάζοντας να παρακολουθήσω ξανά την ταινία μετά από αρκετά χρόνια, ανακάλυψα ότι ναι μεν διέκρινα πλέον θεματάκια (θα τα αναφέρουμε παρακάτω) αλλά η ταινία εξακολουθούσε να έχει μια περίεργη γοητεία, η οποία θεωρώ ότι απέρρεε από τα σκηνικά και κυρίως από την παρουσία του Λανγκέλα ως Σκέλετορ, ο οποίος είναι εντυπωσιακά καλός για το φιλμ, ενώ ο Λούντγκρεν με έχανε περισσότερο.

 Σήμερα, περπατώντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου, η προβολή του Masters of The Universe, αποδείχτηκε καλύτερη εμπειρία απ' αυτό που περίμενα. Συνειδητοποίησα ότι ο Γκοντάρντ έφτιαξε μια κόμικ ταινία, που έχει δώσει μια διαφορετική εκδοχή του κόσμου του He-Man and the Masters of The Universe. Σε αυτή την επιλογή είμαι σίγουρος ότι έπαιξε ρόλο η εποχή και τα ειδικά εφέ που τότε μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αλλά υπάρχουν και επιλογές που νιώθω ότι ήταν πιο συνειδητές. Ο πρωταγωνιστής θυμίζει περισσότερο έναν βάρβαρο πολεμιστή, όπως αρχικά είχε σχεδιαστεί ο He-Man, με το alter ego του πρίγκιπα Άνταμ να απουσιάζει παντελώς εδώ. Τόσο ο σχεδιασμός του He-Man όσο και τα σκηνικά της ταινίας έχουν αναφορές στο έργο του Τζακ Κέρμπι (ο πατέρας του τρόπου σχεδιασμού των σύγχρονων κόμικς), πράγμα που σε αυτή την τελευταία προβολή μόνο υποψιάστηκα και στην πορεία έψαξα να δω αν ισχύει. Τελικά όχι μόνο ισχύει αλλά ο σκηνοθέτης είχε προσπαθήσει να προσλάβει τον Κέρμπι ως σύμβουλο σχεδιασμού κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ!

 Η ταινία δεν πήγε πολύ καλά στην εποχή της, είχε μια προβληματική παραγωγή και τελικά στους κινηματογράφους δεν κατάφερε να κερδίσει το κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Τα πιτσιρίκια της εποχής και οι φίλοι του καρτούν δεν είδαν αυτά που περίμεναν στην οθόνη, η Cannon δεν είδε αυτά που περίμενε στα ταμεία και κάπως έτσι τα σχέδια για σίκουελ ναυάγησαν και ο Σκέλετορ δεν πραγματοποίησε την απειλή ότι θα επιστρέψει, σύμφωνα με την μετά τους τίτλους τέλους σκηνή. Αυτό δεν εμπόδισε το Masters of The Universe να μετατραπεί σε ένα καλτ φιλμ, κερδίζοντας φίλους με το πέρασμα των χρόνων, ως μια διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας του Masters Of The Universe. Σίγουρα λείπει χρόνος στην Ετέρνια, σίγουρα λείπουν οι Όρκο και Μπατλκατ καθώς και αρκετοί ακόμα χαρακτήρες ωστόσο νομίζω ότι αυτό που έλειψε περισσότερο στους φίλους του He-Man είναι η σκηνή της μεταμόρφωσης. Το "I have the power" του Λούντγκρεν δεν έχει την ίδια δυναμική καθώς ο He-Man μεταμορφώνεται ξανά σε He-Man, οπότε η σκηνή που ο ήρωας κρατάει το σπαθί του ψηλά στον ουρανό φωνάζοντας την περίφημη ατάκα, υπάρχει εκεί απλώς για να υπάρξει.

 Νομίζω ότι αυτό που μπορεί να δείξει με λίγα λόγια την στάση των περισσοτέρων απέναντι στην ταινία είναι μια ατάκα που άκουσα πριν λίγες μέρες σε κάποια ρετροσπεκτίβα σε ξένο κανάλι στο YouTube. Ο άνθρωπος που ανέλυε την ταινία τελείωσε λέγοντας περίπου τα εξής: το πως βλέπουμε σήμερα το Masters of The Universe του 1987, θα εξαρτηθεί από την υποδοχή που θα έχει η νέα ταινία (η οποία κυκλοφορεί τη μέρα που γράφεται αυτό το κείμενο). Για να δούμε λοιπόν. Θα παραμείνει το φιλμ με τους Λούντγκρεν και Λανγκέλα ένα αγαπητό καλτ κλασικό ή θα θαφτεί στο Βουνό του Φιδιού και θα ξεχαστεί για πάντα;



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr



12.5.26

The Yeti (2026) Mini Review

 

The Yeti Movie Review
Περιπέτεια, Φαντασίας,Τρόμου

Διάρκεια: 93'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Τα έχουμε πει ξανά. Δεν μπορώ να αντισταθώ σε "μπιμουβιές" με τέρατα. Δείξε μου στο τρέιλερ λίγη ατμόσφαιρα, δείξε μου χιονισμένα τοπία, τοποθέτησε την πλοκή της ταινίας σου χρονολογικά πριν το 1950, δώσε μου και πρακτικά εφέ κι εγώ είμαι εκεί. Το The Yeti τσέκαρε όλα αυτά τα κουτάκια και εννοείται ότι ήμουν ο εύκολος στόχος για τη συγκεκριμένη ταινία.

 Ο Μέριελ Σάντεϊ , πετρελαιάς Τεξανός εξαφανίζεται στην Αλάσκα, όπου βρίσκεται μαζί με τον τυχοδιώκτη Χόλις Μπάνιστερ. Οι δυο τους μαθαίνουμε ότι αναζητούσαν ένα σπάνιο πλάσμα αλλά η περιπέτειά τους δεν έχει ευτυχής κατάληξη καθώς έχουν να δώσουν πολύ καιρό σημεία ζωής. Ο γιος του Σάντεϊ οργανώνει ομάδα διάσωσης, που αποτελείται από μερικούς εκκεντρικούς τύπους αλλά και την χαρτογράφο/ ερευνήτρια, Έλι Μπάντισερ, κόρη του Χόλις. Φθάνουν στην Αλάσκα και σύντομα βρίσκονται κυνηγημένοι από το μυθικό Γέτι, μετατρέποντας την αποστολή διάσωσης σε προσπάθεια επιβίωσης.

 Τα καλά στοιχεία του The Yeti είναι σίγουρα η δημιουργία ατμόσφαιρας, η προσπάθεια ανάδειξης των χαρακτήρων και τα πρακτικά εφέ, τόσο για τη δημιουργία του πλάσματος όσο και για την απεικόνιση των αιματηρών επιθέσεών του. Υπάρχουν όμως και αρνητικά που χαλάνε λιγάκι την εμπειρία της προβολής. Το περίεργο είναι ότι μερικά θετικά στοιχεία μετατρέπονται σύντομα σε αρνητικά. Η ατμόσφαιρα και η σκοτεινή φωτογραφία φανερώνει σύντομα ότι χρησιμοποιείται επιτηδευμένα για να καλύψει το λιγοστό μπάτζετ ενώ οι χαρακτήρες έχουν στιγμές μεν που παρουσιάζουν ενδιαφέρον αλλά γενικά το γράψιμο και οι ερμηνείες δεν βοηθάνε.

 Με λίγα λόγια, φθάνουμε στην κλασική κατάληξη κειμένων που αφορούν παρόμοιες ταινίες είδους. Όταν εμφανίζεται το τέρας και έχουμε αιματηρές επιθέσεις, τότε η ταινία είναι διασκεδαστική. Όταν όμως ασχολούμαστε με τους χαρακτήρες και την αναζήτησή τους, τότε η ώρα δεν περνά το ίδιο εύκολα. Στους φίλους των creature feature πάντως μπορεί να προταθεί με μεγαλύτερη ευκολία.


Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



4.12.25

Troll 2 (2025) Netflix Review


ΤΡΟΛ 2

Φαντασίας, Δράσης

Διάρκεια: 105'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Τρία χρόνια μετά το Troll μας έρχεται το Troll 2. Οι ίδιοι βασικοί συντελεστές επιστρέφουν και η διάθεση να αναπτυχθεί η κινηματογραφική μυθολογία είναι εμφανής από την αρχή. Είναι μάλιστα τέτοια η διάθεση του Νορβηγού σκηνοθέτη, Ρόαρ Ουτάου, να ασχοληθεί με την ανάπτυξη της μυθολογίας αλλά και με τους χαρακτήρες, που ξεχνά λίγο τη δράση, κάτι που υπό προϋποθέσεις δεν θα ήταν κακό αλλά εδώ λειτουργεί κατά της ταινίας.

 Τα τρολ εδώ είναι πλέον δύο. Το ένα φυλάσσεται σε μυστική τοποθεσία από τη Νορβηγική κυβέρνηση και βρίσκεται σε καταστολή εδώ και αρκετό καιρό, μέχρι που θα ξυπνήσει και θα προκαλέσει πανικό. Τότε επιστρατεύεται ένα δεύτερο, νεαρότερο τρολ, που η βασική μας ηρωίδα θα ξυπνήσει και θα ζητήσει τη βοήθειά του, ώστε να σταματήσουν την επέλαση του πρώτου τρολ, που κατευθύνεται για το Τροντχάιμ, καθώς εκεί φαίνεται να βρίσκεται κάπου κρυμμένος ο τάφος του Αγίου Όλαφ, υπεύθυνου για τον εκχριστιανισμό της Νορβηγίας και διώκτη των τρολ. Το πρώτο πλάσμα λοιπόν θέλει να καταστρέψει και το δεύτερο να προστατεύσει, στα πρότυπα των ταινιών με κάιτζου, είδος στο οποίο ανήκει προφανώς και το Troll 2.

 Να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή τα προφανή. Ο Ουτάου είναι ένας σκηνοθέτης που φαίνεται να του αρέσει ο εμπορικός Χολιγουντιανός κινηματογράφος και οι ταινίες είδους. Ακόμα κι εδώ λοιπόν υπηρετεί το είδος με αρκετή συνέπεια από μεριάς του. Μαζί με τον συν-σεναριογράφο του, Έσπεν Άουκαν, προσπαθεί να βάλει και λίγο αναζήτηση χαμένου θησαυρού άλα Ιντιάνα Τζόουνς, πετάει και τις αναφορές του για το Σταρ Τρεκ και την ποπ κουλτούρα, εκδηλώνοντας ακόμα περισσότερο την αγάπη τους για το σινεμά του Σπίλμπεργκ και γενικότερα τον αμερικανικό κινηματογράφο. Η δράση και η χρησιμοποίηση των ψηφιακών εφέ είναι επίσης είναι από τα δυνατά σημεία του Ουτάου, με αποτέλεσμα οι σκηνές με τα τρολ στην οθόνη να είναι αρκετά θεαματικές.

 Τα προβληματάκια της ταινίας βρίσκονται κυρίως στους χαρακτήρες και την επιλογή των δημιουργών να ασχοληθούν με αυτούς περισσότερο από όσο αξίζει. Δεν υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο στους χαρακτήρες, ούτε στον τρόπο προσέγγισης των ηθοποιών, ωστόσο ο Ουτάου και ο Άουκαν θέλουν να μας πείσουν ότι αξίζει να συνδεθούμε συναισθηματικά μαζί τους και δυστυχώς το εκβιάζουν λίγο αυτό το συναίσθημα, βασίζοντας ολόκληρες σεκάνς στην επίκλησή του.

 Άσχημα δεν πέρασα πάντως. Θυμάμαι να περνάω καλύτερα στο πρώτο Troll αλλά κι αυτό εδώ αποτελεί μια συμπαθητική πρόταση για τους φίλους της φαντασίας παρά τις αρκετές ατέλειες που το διακρίνουν. Τώρα αν σε κάποιον δεν άρεσε ούτε η πρώτη ταινία, δεν βρίσκω λόγο να τον κερδίσει αυτή εδώ περισσότερο.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


3.10.25

Ice Road: Vengeance (2025) Mini Review

 

Δράσης- Περιπέτεια

Διάρκεια: 112'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Τέσσερα χρόνια μετά το The Ice Road έρχεται η συνέχειά του, το Ice Road : Vengeance. Ο Νίσον υποδύεται ξανά τον Μάικ ΜακΚαν, τον οδηγού φορτηγού που έκανε μαζί με τον αδερφό του το ριψοκίνδυνο ταξίδι πάνω από τις λίμνες του Καναδά. Ο αδερφός του, Γκέρτι, έχασε τη ζωή του στο τέλος της προηγούμενη ταινίας κι εδώ ο Μάικ ταξιδεύει στο Νεπάλ για να σκορπίσει τις στάχτες του αδερφού του στο Έβερεστ, σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία του. Μαζί με την οδηγό του στην ορεινή διαδρομή, μία Κινέζα που ονομάζεται Ντάνι, θα πάρουν το λεωφορείο που τους οδηγεί στους πρόποδες του Έβερεστ. Στο ίδιο λεωφορείο όμως επιβαίνει κι ένας νεαρός από μια σημαντική οικογένεια της περιοχής, που αντιστέκεται στη δημιουργία ενός φράγματος που θα κοστίσει τις δουλειές των κατοίκων ενός μικρού χωριού. Η εταιρεία που θέλει να φτιάξει το φράγμα έχει αναθέσει σε μισθοφόρους να απαγάγουν το νεαρό ώστε να κάμψουν την αντίσταση του πατέρα του. Κάπου όμως μπλέκεται ο φίλος μας ο Μάικ, που μαζί με τη Ντάνι θα κάνουν δύσκολη τη δουλειά των απαγωγέων.
  
 Δεν ξέρω ποιος ζήτησε σίκουελ του The Ice Road, το γεγονός πάντως είναι το πήραμε και δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα των σίκουελ. Ο Τζόναθαν Χένσλεϊ σκηνοθετεί και γράφει το σενάριο και σε αυτή την ταινία και εκτός από τον Νίσον, επιστρέφει σε πολύ πιο σύντομη εμφάνιση, σε κάποια flashback, ο Μάρκους Τόμας, που υποδύεται τον αδερφό του, Γκέρτι.
  
 Χειρότερα τα πράγματα γενικά εδώ. Οι ερμηνείες, η δράση, τα εφέ, ψηφιακά και πρακτικά, όλα είναι ένα αρκετά σκαλοπάτια κάτω από την προηγούμενη ταινία. Ίσως μία, το πολύ δύο θα μπορούσα να πω οριακά, συμπαθητικά γυρισμένες σκηνές δράσης αλλά συνολικά η ταινία είναι μια ανέμπνευστη παραγωγή χαμηλού προϋπολογισμού, που έχει την τύχη να έχει τον Νίσον εκεί και να κάνει ίσως λίγα παραπάνω έσοδα από αυτά που θα έκανε με άλλον πρωταγωνιστή, βάζοντας δίπλα του και την Μπινγκμπινγκ Φαν, μεγάλη σταρ στην Κίνα, ελπίζοντας να τσιμπήσουν και από αυτή αγορά μερικά έσοδα.




Εξωτερικοί Σύνδεσμοι




2.10.25

The Ice Road (2021) Mini Review

 

ΔΡΟΜΟΣ ΑΠΟ ΠΑΓΟ

The Ice Road 2021 Review
Δράσης- Περιπέτεια

Διάρκεια: 109'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο Λίαμ Νίσον είναι σαν να μην έχει παίξει τίποτα άλλο στη στη μετά Taken εποχή του πέρα από ταινίες δράσης. Από το 2008 και μετά, ο εξαιρετικά συμπαθής και πάρα πολύ καλός ηθοποιός, Λίαμ, έχει γεμίσει τη φιλμογραφία του με ταινίες δράσης και τυποποιήθηκε στο ρόλο του μεγαλύτερης ηλικίας ήρωα ταινιών δράσης. Η αλήθεια είναι ότι μια χαρά το υποστηρίζει και του πάει αλλά οι επιλογές σεναρίου δεν είναι πάντα και οι καλύτερες και αν κάτι κάνει ακόμα και τις χειρότερες από αυτές ταινίες να βλέπονται, αυτό δεν είναι άλλο από την επιβλητική παρουσία του Ιρλανδού, χωρίς απαραίτητα να είναι κι αυτός πάντα εκατό τοις εκατό εκεί.

 Το 2021 μας έρχεται το The Ice Road. Εκεί ο Λίαμ είναι φορτηγατζής και παίρνει δουλειές μαζί με τον μηχανικό αδερφό του. Ο αδερφός είναι βετεράνος του Αμερικανικού στρατού, εξαιρετικός μηχανικός αλλά πάσχει από αφασία, η οποία προκλήθηκε μετά τον πόλεμο του Κόλπου. Αυτό το ζήτημα προκαλεί θέματα στις δουλειές που αναλαμβάνουν με αποτέλεσμα να μην μπορούν να παραμείνουν για καιρό κάπου. Μια μεγάλη ευκαιρία προκύπτει όταν τους προτείνεται μια δουλειά επικίνδυνη μεν αλλά προσοδοφόρα δε. Πρέπει να μεταφέρουν μια τεράστια κεφαλή στον Καναδά, που θα βοηθήσει στον απεγκλωβισμό είκοσι έξι μεταλλωρύχων που βρίσκονται παγιδευμένοι εκεί. Το επικίνδυνο της υπόθεσης έγκειται στο ότι η παράδοση πρέπει να γίνει πολύ γρήγορα και ο μόνος τρόπος για να φτάσουν εγκαίρως είναι δια μέσου μιας επικίνδυνης παγωμένης διαδρομής, όπου το ογδόντα τοις εκατό αυτής περνάει πάνω από παγωμένες λίμνες. Υπάρχει όμως κι άλλος κίνδυνος σε όλη αυτή τη διαδρομή.

 Το The Ice Road είναι μια από τις αδιάφορες περιπέτειες που πρωταγωνίστησε ο Νίσον. Ενδιαφέρον το θέμα, συμπαθητικός σχετικά ο πρωταγωνιστής και οι ηθοποιοί τριγύρω του αλλά αδύναμη και ανέμπνευστη γενικά η περιπέτεια που σκηνοθετεί και γράφει ο Τζόναθαν Χένσλεϊ, του οποίου το όνομα έσπαγα το κεφάλι μου να θυμηθώ που είχα ξαναδεί και με τη βοήθεια του διαδικτύου τα κατάφερα. Ο Χένσλεϊ ήταν ο σκηνοθέτης του -όχι κακού- The Punisher, με τον Τόμας Τζέιν. Καλύτερα όμως τα κατάφερνε συνήθως ο Χένσλεϊ στη συγγραφή σεναρίων και τον συναντάμε πίσω από σενάρια όπως τα Die Hard With a Vengeance, Jumanji, Armaggedon, The Saint και την τηλεοπτική σειρά The Young Indiana Jones Adventures. Εδώ ούτε το σενάριό του όμως λέει κάτι ιδιαίτερο και το τελικό αποτέλεσμα έχει απλώς μερικές καλογυρισμένες σκηνές δράσης που βοηθούν- μαζί με το καλό επιτελείο ηθοποιών- να περάσει σχετικά ανώδυνα η ώρα σου σε μια οικιακή προβολή.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


29.9.25

Anaconda (1997) Review

ΑΝΑΚΟΝΤΑ

ANACONDA REVIEW
Δράσης- Τρόμου- Περιπέτεια

Διάρκεια: 89'

 


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Έχουν περάσει μόλις δέκα με δέκα πέντε λεπτά από τους τίτλους αρχής του Ανακόντα και ήδη συνειδητοποιώ ότι μάλλον δεν θυμάμαι αρκετά πράγματα από την εποχή που πρωτοείδα την ταινία. Πάνε μάλιστα τόσα χρόνια ακόμα και από τη δεύτερη προβολή της που είναι σαν να βλέπω την ταινία πρώτη φορά. Θυμάμαι βέβαια ότι την πρώτη φορά που είχα δει το Ανακόντα δεν είχα τρελαθεί, όπως άλλοι συνομήλικοί μου, αλλά τα χρόνια πέρασαν, το γούστο χειροτέρεψε, τα στάνταρ έπεσαν και ευθαρσώς βγαίνω μπροστά και φωνάζω: "Μην πυροβολείτε το Ανακόντα!" (Την ταινία Ανακόντα... Αν δείτε αληθινό ανακόντα και κρατάτε κάποιου είδους όπλο νομίζω ότι εννοείται ότι πρέπει να το χρησιμοποιήσετε εναντίον του...).

  Η ταινία μας μεταφέρει στον Αμαζόνιο εκεί όπου η Τέρι Φλόρες θα σκηνοθετήσει το πρώτο της ντοκιμαντέρ, μετά από πρόσκληση του ανθρωπολόγου Στίβεν Κέιλ. Το επιτελείο που έχει μαζί της η Φλόρες αποτελείται από τον Ντάνι Ριτς, εικονολήπτη, τον Γκάρι Ντίξον, ηχολήπτη, την Ντενίζ Κάλπεργκ, υπεύθυνη παραγωγής, τον ηθοποιό Γουόρεν Γουέστριτζ, αφηγητή/ παρουσιαστή, τον Ματέο, καπετάνιο του σκάφους, και φυσικά τον ίδιο τον Κέιλ. Ο Κέιλ, με το ντοκιμαντέρ αυτό, αναζητά τα ίχνη της χαμένης φυλής των Σιρισάμα. Στην πορεία θα πέσουν πάνω στον Πολ Σερόν, έναν κυνηγό φιδιών, ο οποίος ζητά τη βοήθειά τους καθώς η βάρκα του έχει καταστραφεί. Ο Σερόν προσφέρεται να τους βοηθήσει να βρουν τη φυλή των Σιρισάμα αλλά σύντομα φαίνεται ότι έχει άλλες βλέψεις και αυτές δεν είναι άλλες από την αναζήτηση ενός τεράστιου φιδιού ανακόντα που θεάθηκε στην περιοχή πρόσφατα.

 Θα ξεκινήσω με το πιο απολαυστικό "πράγμα" στο Ανακόντα και αυτό δεν είναι άλλο από τον Γιον Βόιτ. Ο Γιον Βόιτ είναι εξαιρετικός ηθοποιός κι εδώ φαίνεται να το ευχαριστιέται αφάνταστα. Παίζει στο όρια της υπερβολής αλλά ερμηνευτικά δεν τα ξεπερνάει ποτέ και φτιάχνει έναν χαρακτήρα που από τη μία σίγουρα δεν θα ήθελες να υπάρχει δίπλα σου, από την άλλη θέλεις να υπάρχει συνέχεια στην οθόνη, γιατί αν δεν υπάρχει αυτός χάνεται αρκετά το ενδιαφέρον, καθώς καλούς ηθοποιούς έχεις αλλά σε δεύτερους ρόλους. Έχεις Όουεν Ουίλσον στον τρίτο του μόλις ρόλο, έχεις Έρικ Στολτζ αλλά χάνεται μετά το πρώτο μισάωρο, έχεις Τζόναθαν Χάιντ σε λίγες αλλά καλές ατάκες. Έχεις επίσης Τζένιφερ Λόπεζ, αδιάφορη σχετικά αλλά από εδώ και μετά γίνεται μεγάλη σταρ, έχεις Άις Κιουμπ, που είναι ο Άις Κιουμπ.

 Τη σκηνοθεσία του Ανακόντα ανέλαβε ο Περουβιανός, Λούις Λιόσα, ο οποίος σκηνοθέτησε δύο ακόμα γνωστές αλλά όχι εκατό τοις εκατό επιτυχημένες χολιγουντιανές παραγωγές της δεκαετίας του 1990 (Sniper, The Specialist) και μετά ασχολήθηκε περισσότερο με την παραγωγή σειρών και ταινιών στη Νότια Αμερική. Δεν έχει κάνει άσχημη δουλειά εδώ ο Λιόσα καθώς χρησιμοποίησε το υλικό του με τρόπο που παραπέμπει στις ταινίες με τέρατα της δεκαετίας του 1950. Υπάρχει αυτή η "μυρωδιά" της b-movie σε ολόκληρη την ταινία που σώζει αρκετά τις ατέλειές της. Από τα όχι προσεγμένα ψηφιακά εφέ, τα κάπως ατελή πρακτικά εφέ, τις εκτός στόχου ανά διαστήματα ερμηνείες, υπάρχουν αρκετά πραγματάκια που φωνάζουν b-movie. Ωστόσο σε ότι έχει να κάνει με τη ροή της ταινίας, με τη δράση της και με την κινηματογράφηση της φύσης, ο Λιόσα και οι συνεργάτες του δεν τα έχουν πάει καθόλου άσχημα.

 Έχοντας περάσει πια σχεδόν τριάντα χρόνια από την χρονιά προβολής του Ανακόντα, μπορείς να το δεις με άλλη ματιά. Μπορείς να διακρίνεις πια με μεγαλύτερη ευκολία τη χαλαρή διάθεση που προσεγγίζεται το υλικό και βλέπεις ότι μπορεί ακόμα και σήμερα να σε διασκεδάσει. Κάποιες στιγμές χάρη στον τεράστιο Γιον Βόιτ, άλλες χάρη στην καλή δράση του, άλλες χάρη στην ατμόσφαιρα, άλλες πάλι χάρη στις υπερβολές του. Όλα τα υλικά βοηθούν να βγει ένα μείγμα που μπορεί να μην το λες απαραίτητα καλή ταινία αλλά μια ταινία απολύτως διασκεδαστική.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr



8.5.25

The Order (2001) Action Heroes Review

 

Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

Δράσης- Περιπέτεια- Κωμωδία

Διάρκεια: 89'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Το έτος είναι το 2001 και ο αγαπητός Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ δεν βρίσκεται στην καλύτερη φάση της καριέρας του. Η τελευταία πραγματικά μεγάλη κινηματογραφική του επιτυχία βρίσκεται πίσω στο 1994 και το Timecop. Από εκεί και μετά ακολουθεί μια σταδιακή πτώση στα ταμεία των κινηματογράφων σε ότι αφορά τις ταινίες του Βέλγου. Ο ίδιος χάνεται στις καταχρήσεις και η προσωπική του ζωή διαλύεται, με αποτέλεσμα όλο αυτό να έχει αντίκτυπο και στην καριέρα του, με μερικές επιλογές ταινιών που θα τον ρίξουν τόσο χαμηλά που δεν θα καταφέρει να επανέλθει ποτέ στα στάνταρ που είχε θέσει στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Όχι μόνο δεν θα καταφέρει να επανέλθει αλλά από το 2005 θα υπάρξουν και αρκετές ταινίες του που θα κυκλοφορήσουν κατευθείαν στην αγορά του DVD ενώ ακόμα κι αυτές που θα πάρουν διανομή σε αίθουσες σε κάποιες γωνιές του πλανήτη, θα είναι αρκετά μικρές παραγωγές.

 Το The Order έρχεται την περίοδο της παρακμής του Βαν Νταμ, μετά τις απανωτές αποτυχίες των Universal Soldier: The Return, Desert Heat, και The Replicant, για να μπει κι αυτό σε αυτή λίστα καθώς κόστισε δώδεκα εκατομμύρια δολάρια και φαίνεται να μην έφερε ούτε ένα εκατομμύριο. Είναι όμως τόσο κακή ταινία άραγε μια ταινία που έχει στο καστ της εκτός από τον Βαν Νταμ, τον Τσάρλτον Ίστον (για πολύ λίγο είναι η αλήθεια), τον Μπεν Κρος και τον τιτάνα Μπράϊαν Τόμσον;

 Η πλοκή μας είναι σχετικά απλή. Ο Βαν Νταμ υποδύεται τον Ρούντι Κάφμαϊερ, έναν χαλαρό τυπάκο, τυχοδιώκτη, που ζει όμως φίνα ζωή κλέβοντας πολύτιμα ιστορικά αντικείμενα για λογαριασμό πελατών κερδίζοντας μεγάλα ποσά. Ο πατέρας του, Όσκαρ, είναι αρχαιολόγος και η τελευταία του ανακάλυψη είναι το χειρόγραφο του τελευταίου κρυφού κειμένου του Τάγματος, μιας θρησκευτικής αίρεσης που δημιουργήθηκε από έναν Σταυροφόρο, ο οποίος έζησε τη φρίκη της Πρώτης Σταυροφορίας στην Ιερουσαλήμ και δημιούργησε το Τάγμα, ως μια αδελφότητα που ενώνει τις τρεις μεγάλες θρησκείες του Χριστιανισμού, του Μουσουλμανισμού και του Ιουδαϊσμού. Μελετώντας το χαμένο χειρόγραφο, ο Όσκαρ ανακαλύπτει κάποιο τρομερό μυστικό και ταξιδεύει για αυτό το λόγο στο Ισραήλ και την Ιερουσαλήμ, όπου και θα χαθούν τα ίχνη του. Ο Ρούντι ταξιδεύει στο Ισραήλ αναζητώντας τον πατέρα του και σύντομα θα βρεθεί κι αυτός μπλεγμένος και κυνηγημένος από την αστυνομία αλλά και τα μέλη του Τάγματος, το οποίο βρίσκεται σε αναταραχή καθώς έχει μόλις δολοφονηθεί ο ηγέτης του και έχει αναλάβει πλέον ο όχι και τόσο "καθαρός" διάδοχος του.

 Στη σκηνοθεσία του The Order βρίσκουμε τον Σέλντον Λέτικ, ο οποίος συνεργάστηκε πρώτη φορά με τον Βαν Νταμ πίσω στο 1988 και την ταινία που έκανε αστέρι τον Βέλγο, το Bloodsport, αλλά εκεί είχε μόνο χρέη σεναριογράφου. Την πρώτη και δεύτερη σκηνοθετική του δουλειά θα πάρει ο Λέτικ σε ταινίες του Βαν Νταμ και πάλι, τα Lionheart και Double Impact, εισπρακτικές επιτυχίες και τα δύο, ενώ το 1988 συνεργάζεται με τον Σταλόνε στο σενάριο του τρίτου Ράμπο ενώ το 1993 σκηνοθετεί μια ακόμα καλή ταινία πολεμικών τεχνών, το Only The Strong, αναδεικνύοντας έναν ακόμα καλό ηθοποιό του είδους, τον Μαρκ Ντακάσκος. Γενικά ο Λέτικ δεν έχει άσχημη οπτική σε ότι αφορά τη δράση και αυτό το δείχνει και στο The Order. Στήνει αρκετά καλές σκηνές μονομαχιών σώμα με σώμα αλλά και ένα ωραίο και χιουμοριστικό κυνηγητό ενώ γενικά φανερώνει διάθεση να κρατήσει ανάλαφρο τόνο στην ταινία, επιθυμώντας να κάνει τον Ρούντι έναν "Ιντιάνα Τζόουνς" για τον Βέλγο, στοχεύοντας και σε άλλες ταινίες με πρωταγωνιστή τον ίδιο χαρακτήρα, κάτι που προφανώς δεν έγινε ποτέ.

 Το σενάριο υπογράφει ο Βαν Νταμ και ο Λες Γουέλντον, ο οποίος μας έχει δώσει και άλλα αριστουργήματα όπως τα Raging Sharks, Shark in Venice και τα Today You Die και Mercenary for Justice με τον ογκόλιθο Στίβεν Σιγκάλ. Προφανώς το αδύναμο κομμάτι της ταινίας είναι το σενάριο. Ούτε ο Ζαν Κλοντ, ούτε ο Γουέλντον έχουν δώσει ποτέ τρομερά δείγματα γραφής, οπότε δεν θα έπρεπε να περιμένουμε κάτι κι εδώ.

 Το φιλμ σώζεται (όσο σώζεται) από τον γρήγορο ρυθμό που επιλέγει να δώσει ο Λέτικ, από τον κεφάτο Βαν Νταμ και από τα περάσματα καλών ηθοποιών σε μικρούς ωστόσο ρόλους. Μικρότερη εμφάνιση απ' όλους κάνει ο Ίστον, ο οποίος δύο ταινίες μετά θα αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Εδώ ξεπετάει τη δουλειά στα γρήγορα, λέει μερικές ατάκες, μπινελικώνει ένα νεαρό οδηγό και πεθαίνει άδοξα (ουπς, σπόϊλερ) λίγα λεπτά μετά την εμφάνισή του στην οθόνη. Ο Μπεν Κρος υποδύεται έναν ντόπιο αστυνομικό διευθυντή στην Ιερουσαλήμ, με εμπλοκή στην εξέλιξη της ταινίας ενώ ο Μπράιαν Τόμσον παίζει τον αρχικακό της υπόθεσης, ο οποίος θα μπορούσε να έχει λίγο παραπάνω χρόνο συμμετοχής.

 Από την οθόνη παρελαύνουν και άλλες γνωστές φάτσες, ηθοποιοί/σταντμεν που έχουμε συναντήσει σε του Βέλγου. Ο Αμπντέλ Κισί και ο Πίτερ Μαλότα είναι αυτοί που θα αναγνωρίσετε ίσως εύκολα οι μυημένοι στη φιλμογραφία του Βαν Νταμ και φυσικά πρωταγωνιστούν και οι δύο σε σκηνές μάχης μαζί του.

 Ναι, το The Order δεν είναι από τις καλές ταινίες του Ζαν Κλοντ αλλά έχει τις στιγμές της και βλέπεται εύκολα. Η σοβαροφάνεια του τρίτου μέρους κοστίζει αρκετά στην όλη εικόνα της ταινίας που μέχρι και τα μισά κρατούσε μια πιο ανάλαφρη αφήγηση. Στην εποχή της πάντως δεν βοήθησε καθόλου την ανακοπή της πτωτικής πορείας που είχαν οι ταινίες με τον Βέλγο στα ταμεία. Στην Αμερική μάλιστα κυκλοφόρησε κατευθείαν σε DVD, οπότε ότι κατάφερε το κατάφερε εκτός Η.Π.Α. και όπως είπαμε και παραπάνω, κατάφερε ελάχιστα. Αν και μεταξύ μας, το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι από την ταινία λείπουν δύο στάνταρ που χαρακτηρίζουν τα φιλμ του Ζαν Κλοντ: 1. Δεν τον βλέπουμε να κάνει τα κλασικά ανοίγματά του, 2. δεν δείχνει τα γυμνά οπίσθιά του σε καμία σκηνή της ταινίας. Με αυτό το εξαιρετικά ποιοτικό και εύστοχο σχόλιο θα κλείσω αυτό το κείμενο.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι



31.10.24

Loups-Garous (2024) Netflix Review

 

ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΙ

LOUPS-GAROUS
Φαντασίας, Περιπέτεια, Κωμωδία
Διάρκεια: 94'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Στο Μεσαίωνα μεταφέρεται μια οικογένεια Γάλλων ενώ παίζει ένα παλιό επιτραπέζιο παιχνίδι με θέμα τους λυκανθρώπους. Ο μπαμπάς, η μαμά, τα τρία παιδιά τους και ο παππούς κατά τη μεταφορά τους ανακαλύπτουν ότι έχουν ο καθένας διαφορετικές μαγικές δυνάμεις, τις οποίες πρέπει να αξιοποιήσουν ώστε να βρουν τέσσερις λυκανθρώπους, για να καταφέρουν να επιστρέψουν στην εποχή τους. Το παιχνίδι γίνεται πραγματικότητα για την οικογένεια αλλά μαζί και ο κίνδυνος, τόσο των μυθικών πλασμάτων όσο και της περίεργης εποχής στην οποία έχουν βρεθεί.

 Το Loups-Garous είναι συμπαθητικό μείγμα Jumanji και Dungeons and Dragons. Η ιδέα για την ταινία προέρχεται ούτως ή άλλως από ένα πολύ γνωστό βραβευμένο επιτραπέζιο παιχνίδι ( Les Loups-garous de Thiercelieux ) , δημιούργημα των Φιλίπ Ντε Παλιέρ και Ερβέ Μαρλύ, με τον δεύτερο να φαίνεται ότι εδώ εκτελεί και χρέη συν-σεναριογράφου, μαζί με τον σκηνοθέτη, Φρανσουά Ουζάν.

 Ο Ουζάν συνεργάζεται γενικά με το Νέτφλιξ το τελευταίο διάστημα με καλύτερη στιγμή του το Lupin, του οποίου υπογράφει το σενάριο. Σκηνοθετικά δεν έχει να επιδείξει ούτε μεγάλο αλλά ούτε σημαντικό έργο. Μια μεγάλου μήκους ταινία (γυρισμένη στην Ελλάδα), μια μικρής διάρκειας και μερικά επεισόδια τηλεοπτικών σειρών συμπληρώνουν τις σκηνοθετικές του δουλειές, σε αντίθεση με τη δουλειά ως σεναριογράφος που ξεκινά από το 2008 και φτάνει μέχρι σήμερα και που φαίνεται να τα πηγαίνει καλύτερα. Οι δουλειά του στο Loups-Garous δεν είναι κακή. Δεν ξεφεύγει βέβαια της τηλεοπτικής αισθητικής αλλά μιλάμε για παραγωγή του Νέτφλιξ οπότε αυτό ίσως και να μην πλέον άξιο σχολιασμού. Ο Ουζάν λοιπόν καταφέρνει να φτιάξει μια ταινία που απευθύνεται σχεδόν σε όλη την οικογένεια (ίσως όχι σε παιδιά κάτω των επτά χρονών) με ελάχιστη βία, με χιούμορ, με συμπαθητικά ειδικά εφέ (ψηφιακά και πρακτικά) και αξιοπρεπείς ερμηνείες από καλούς ηθοποιούς. Η δράση μπορεί κάπου να χωλαίνει αλλά δεν κοστίζει ιδιαίτερα αυτό στο τελικό αποτέλεσμα ενώ και το χιούμορ μπορεί να φανεί κάπως περίεργο μερικές φορές σε κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος με τον τρόπο των Γάλλων, που ενώ έχουν ένα "δικό" τους χιούμορ, πολλές φορές προσπαθούν να μιμηθούν το Αμερικανικό και "το χάνουν". Νομίζω ότι αποκορύφωμα του περίεργου χιούμορ είναι η σκηνή με τη Μόνα Λίζα στο φινάλε της ταινίας.

 Υπάρχει ένα γλυκό μήνυμα για τη δύναμη της οικογένειας, τους δεσμούς μεταξύ των μελών, το οποίο εκφράζεται κυρίως μέσα από τον Ζαν Ρενό, που υποδύεται τον παππού, που βρίσκεται στα πρώτα στάδια της γεροντικής άνοιας αλλά όσο βρίσκεται μέσα στο παιχνίδι είναι υγιέστατος. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να γράψει τις αναμνήσεις του και να τις δώσει χειρόγραφα στο γιο του, μαζί με ένα όμορφο, συγκινητικό μήνυμα.

 Προσφέρεται για οικογενειακή προβολή το Loups - Garous ένα Σαββατοκύριακο στο σπίτι ή ακόμα και αργότερα, τις ημέρες των Χριστουγεννιάτικων διακοπών. Δεν είναι κάτι πρωτότυπο, δεν είναι κάτι που δεν ξέρεις πως θα εξελιχθεί αλλά για μια τηλεοπτική προβολή είναι μια χαρά. Τώρα αν το συγκρίνεις με το Jumanji (το παλιό, με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς) ή την πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά του Dungeons and Dragons, τότε θα ηττηθεί σχετικά εύκολα.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι


2.10.24

Twisters (2024) MiniReview

 

Δράσης, θρίλερ, καταστροφής
Διάρκεια: 122'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ο Μπιλ Πάξτον μπορεί να το πάλεψε κάποια χρόνια να δοθεί μια συνέχεια στο υπερεπιτυχημένο Twister, μια από τις αγαπημένες ταινίες καταστροφής της δεκαετίας του 1990, αλλά αυτό ήρθε τριάντα χρόνια μετά και με τον ίδιο να έχει αφήσει τον μάταιο ετούτο κόσμο. Είχε νόημα αυτό το αργοπορημένο σίκουελ (που δεν το λες και ακριβώς σίκουελ);

 Διασκεδαστικό ήταν το Twisters. Δράση είχε, συμπαθητικές ερμηνείες είχε, πάρα πολύ καλά ψηφιακά εφέ είχε. Ο Λι Άιζακ Τσανγκ, σκηνοθέτης που δοκιμάστηκε πρώτη φορά στο είδος, τα πήγε μια χαρά και με βάση το υλικό του, έδωσε ένα αξιοπρεπές μπλοκ-μπάστερ. Σε συνεργασία με τον καλό σεναριογράφο, Μαρκ Λ. Σμιθ, φρόντισαν να δώσουν λίγη βάση παραπάνω στους ανθρώπινους χαρακτήρες και στους δεσμούς μεταξύ των πρωταγωνιστών, χωρίς προφανώς να μιλάμε ποτέ για κάτι που ξεπερνάει τα όρια της ταινίας καταστροφής. Το Twisters είναι ξεκάθαρα μια ταινία καταστροφής με όλα τα κλισέ του είδους. Ξέρεις ποιος θα ζήσει, ξέρεις ποιος θα πεθάνει, ξέρεις ποια θα είναι η τελική κατάληξη των ηρώων. Ούτως ή άλλως δεν πάει κάποιος σε ταινία του είδους για το ανθρώπινο δράμα αλλά για τη "βόλτα με το τρενάκι".

 Οι Τσανγκ και Σμιθ φροντίζουν να βάλουν στοιχεία αναφοράς στην πρώτη ταινία αλλά αποφεύγουν έξυπνα να συνδέσουν τις δύο ταινίες. Οπότε αυτή η νέα δημιουργία θα μπορούσε να είναι απλώς μια διαφορετική προσέγγιση στην ίδια ιστορία. Το μειονέκτημα για τις περισσότερες ταινίες καταστροφής είναι ότι ο θεατής τα έχει δει όλα πια στον σύγχρονο κινηματογράφο. Η ταινία του 1996 μπορεί πλέον να μην εντυπωσιάζει καθώς τα ψηφιακά εφέ έχουν προχωρήσει σε άλλο επίπεδο, ήταν όμως μια πολύ δυνατή κινηματογραφική εμπειρία για κάποιον που την είδε στην εποχή της. Το συμπαθές Twisters δεν μπορεί να παίξει ένα τέτοιο χαρτί αλλά παραμένει μια αρκετά ψυχαγωγική ταινία.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

27.12.23

Rebel Moon - Part One: A Child of Fire (2023) Netflix Review

 

Φαντασίας, Δράσης, Περιπέτεια
Διάρκεια: 133'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ο Ζακ Σνάιντερ ήθελε να κάνει μια ταινία στο σύμπαν του Πολέμου Των Άστρων αλλά κάπου στο 2011 προς 2012, η πρότασή του δεν έγινε δεκτή από το στούντιο. Περίπου δέκα χρόνια μετά, ο Σνάιντερ πραγματοποιεί την ιδέα του, στο Νέτφλιξ, επιθυμώντας να δώσει ένα νέο κινηματογραφικό σύμπαν, που θυμίζει αρκετά αυτό του Star Wars.

 Σε ένα μακρινό φεγγάρι που κατοικείται από έναν ειρηνικό αγροτικό πληθυσμό, καταφθάνει το σκάφος του μοχθηρού Μητρικού Κόσμου, μιας επεκτατικής, τυραννικής αυτοκρατορίας. Ο Μητρικός Κόσμος έχει ενημερωθεί ότι οι αγρότες πούλησαν τη σοδειά τους σε μια ομάδα επαναστατών και αποφασίζουν να εφαρμόσουν αντίποινα. Οι αγρότες έχουν ένα σύντομο χρονικό περιθώριο να μαζέψουν νέα σοδειά και να την παραδώσουν στην αυτοκρατορία αλλιώς ο οικισμός τους θα καταστραφεί. Μέσα στους κατοίκους του οικισμού υπάρχει μια ξένη, η οποία ζει ειρηνικά μαζί τους, έχοντας θάψει το σκληρό παρελθόν της. Τώρα όμως πρέπει να δράσει και να βοηθήσει τους αγρότες, προσπαθώντας να μαζέψει μια ομάδα έμπειρων πολεμιστών ώστε να προετοιμάσουν τους αγρότες για την μάχη με τον Μητρικό Κόσμο.

 Ολοφάνερες οι επιρροές του Σνάιντερ, τόσο από το Star Wars όσο και από τους Εφτά Σαμουράϊ. Η τυραννική αυτοκρατορία, οι ειρηνικοί αγρότες, οι εφτά που πρέπει να μαζευτούν για να πολεμήσουν. Δεν κρύβει καθόλου το θαυμασμό του ο Σνάιντερ για τις κλασικές ταινίες, πράγμα όμως που μπορεί να αποδειχτεί ρίσκο, καθώς εύκολα θα κατηγορηθεί για αντιγραφή ιδεών. Εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο μέσα στο πρώτο μέρος του Rebel Moon. Ωστόσο, δεν βλέπω απαραίτητα το πρόβλημα σε όλο αυτό. Ο Σνάιντερ είναι εκεί και είναι αφοσιωμένος στο έργο του, με όλα τα σήματα κατατεθέν του. Τα καλά του και τα κακά του. Αν οι ταινίες του Σνάιντερ σου αρέσουν, δεν βλέπω κανέναν λόγο να μην περάσεις καλά με το Rebel Moon. Είναι ένα ακόμα παραμύθι επικής φαντασίας, που ναι μεν το έχουμε ξανά δει γενικά, αλλά γιατί να πεις όχι σε ένα καλογυρισμένο παραμύθι. Ναι, οι διάλογοι δεν είναι το δυνατό χαρτί της ταινίας και οι ερμηνείες επίσης, εμφανίζουν προβλήματα, ειδικά η πρωταγωνίστρια, Σοφία Μπουτέλα, που φαίνεται να μην μπορεί να σηκώσει την ταινία.

 Ο Σνάιντερ όμως είναι ένας σκηνοθέτης που του αρέσει να αφηγείται περισσότερα με την εικόνα του. Υπερβολικός πολλές φορές; Ναι, φυσικά. Έχει όμως έναν δικό του τρόπο, ο οποίος καταλήγω ότι σε κάποιους αρέσει και μπορούν να τον δεχθούν πιο εύκολα (ναι, το παραδέχομαι, είμαι από αυτούς) αλλά σε κάποιους προκαλεί τρομερό εκνευρισμό και μια τάση να τον εμφανίσουν σαν ένα εντελώς κενό σκηνοθέτη, σκαλωμένο στη χρήση του slow motion και με έμφαση στο φαίνεσθαι παρά στην ουσία. Προσωπικά τίποτα κενό δεν βλέπω στον Σνάιντερ. Βλέπω σαφώς έναν δημιουργό με δική του ιδιαίτερη ματιά, που του αρέσει να περιποιείται την οπτική λεπτομέρεια και να αφήνει σε δεύτερη μοίρα το σενάριο. Βλέποντας ξανά τις εκδοχές του στο Batman V Superman και στη Justice League, ομολογώ ότι νιώθω απίστευτο δέος μπροστά σε αρκετές σκηνές. Δεν τα καταφέρνει το ίδιο καλά εδώ, με τα ψηφιακά εφέ να τον προδίδουν κι αυτά μερικές φορές αλλά δεν βλέπω κάτι τρομερά ελλατωματικό στο πρώτο μέρος του Rebel Moon, πέρα από τα προβληματάκια που ανέφερα παραπάνω, συν κάτι τελευταίο. Δεν υπάρχει δυστυχώς η αίσθηση της ολοκληρωμένης ταινίας. Της δημιουργίας που μπορεί να τη δει κάποιος και να νιώσει ότι έχει ένα τέλος. Περισσότερο δουλεύει σαν ένα κεφάλαιο μιας τριλογίας που πρέπει να τη δεις ολόκληρη. Σαν τέτοιο το παρουσιάζει φυσικά και ο ίδιος αλλά είναι ίσως ένα δικό μου θέμα αυτό. Ακόμα και στη Συντροφιά του Δαχτυλιδιού είχα νιώσει κάτι παρόμοιο, παρά την ξεκάθαρα ανώτερη κινηματογραφική εμπειρία.

 Όπως και να έχει, το Rebel Moon - Part One: A Child Of Fire, εμένα με βρήκε ικανοποιημένο στο τέλος. Το θεώρω καλύτερη ταινία από την προηγούμενη του Σνάιντερ (Army Of The Dead) αλλά όχι σίγουρα μια ταινία με τη δυναμική που είχαν οι τρεις προηγούμενες αμφιλεγόμενες δημιουργίες του, στις οποίες νομίζω ότι πέτυχε την κινηματογραφική κορυφή του αλλά χωρίς την ανάγνωριση που αξίζουν. Θα δείξει ο χρόνος. Μπορεί να είμαι κι εγώ απλώς γοητευμένος από το σκοτεινό περιτύλιγμα των ταινιών αυτών και να μην μπορώ να διακρίνω καθαρά. Μπορεί όμως και το αντίθετο...








 

4.10.23

Les As de la Jungle 2 (2023) Animation Review

 

Η ΖΟΥΓΚΛΟΠΑΡΕΑ 2

Animation, Κωμωδία
Διάρκεια: 89'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Η Ζουγκλοπαρέα είναι μια αρκετά επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων στη Γαλλία, που η προβολή της ξεκινά πίσω στο 2013 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η σειρά απευθύνεται σε πολύ μικρές ηλικίες και πρωταγωνιστεί ένας περίεργος πιγκουίνος που νομίζει πως είναι τίγρης, γιατί τον μεγάλωσε μια τίγρη, ένας γορίλας, ένας βάτραχος, μια νυχτερίδα και κάποια άλλα ζωάκια, τα οποία αναλαμβάνουν αποστολές μέσα στη ζούγκλα. Η επιτυχίας της σειράς σε αυτές τις μικρές ηλικίες οδήγησε σε μια κινηματογραφική μεταφορά το 2017 ενώ έξι χρόνια μετά μας έρχεται και η συνέχεια.

Πολύ αυστηρός δεν μπορείς να είσαι με το συγκεκριμένο animation καθώς είναι ολοφάνερο ότι θέλει να μιλήσει στα πιτσιρικάκια, επιχειρώντας να περάσει εύκολα μηνυματάκια για την διαφορετικότητα, την αξία της φιλίας, την οικογένεια. Με τον τρόπο της θεωρώ ότι τα περνάει και οι μικροί μας φίλοι μπορούν να πιάσουν το νόημα αλλά η μιάμιση ώρα στον κινηματογράφο δεν είμαι σίγουρος ότι περνάει εύκολα χωρίς να υπάρχει έστω κι ένα ελάχιστο δείγμα ενθουσιασμού στην οθόνη. Το animation δυστυχώς δεν βοηθάει σε αυτό γιατί υπάρχουν στιγμές που μοιάζει αρκετά τηλεοπτικό, φτωχό και σε συνδυασμό με την άνευρη εξέλιξη της ιστορίας μας, έχεις γενικότερα μια ταινία που σίγουρα δεν μπορεί να πάρει μαζί της ούτε στο ελάχιστο τις μεγάλες ηλικίες, ενώ δημιουργεί και αμφιβολίες για το αν θα μπορέσει να κρατήσει κοντά της, έστω για τη μεγαλύτερη διάρκειά της, τους μικρότερους θεατές.

 


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

 

18.9.23

Into the Grizzly Maze (2015) Quick Review

 

Into the Grizzly Maze (2015) Review
Περιπέτεια, Δράσης, Θρίλερ
Διάρκεια:94'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Στα κρύα, βροχερά, χιονισμένα δάση της Αλάσκα μας μεταφέρει το Into The Grizzly Maze, για να μας πει μια ιστορία δύο αδερφών και μιας αρκούδας, όπου τους ενώνουν και τους χωρίζουν πολλά. Μια ιστορία με οικολογικά μηνύματα αλλά και τυπική "ταινία τέρατος", που θα ήθελε να είναι το αντίστοιχο "Τα Σαγόνια... Της Αρκούδας" αλλά ο Ντέιβιντ Χακλ δεν είναι Σπίλμπεργκ.

 Η ταινία του Χακλ δεν είναι κακή αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει από το μέσο όρο των ταινιών του είδους. Όταν μιλάμε για "είδος", εννοούμε τις περιπέτειες που οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με τη φύση και κυρίως με άγρια (ή και όχι) ζώα. Αναμφίβολα ο βασιλιάς του είδους και ίσως αυτός που ξεκίνησε την παραγωγή παρόμοιων ταινιών δεν είναι άλλος από τον μεγάλο λευκό καρχαρία του Jaws. Σαφώς υπάρχουν και Τα Πουλιά, του Χίτσκοκ, αρκετά χρόνια πιο πριν και παρότι η προτίμησή μου είναι ξεκάθαρα με τον Χίτσκοκ, ωστόσο το Jaws είχε μεγαλύτερη επιρροή στο κινηματογραφικό κοινό. Είναι σύνηθες λοιπόν από την εποχή εκείνη, οι δημιουργοί που καταπιάνονται με παρόμοια θέματα να έχουν ως Ευαγγέλιο το έργο του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Έτσι συμβαίνει και με τον Ντέιβιντ Χακλ, ο οποίος έχει πολλά στοιχεία στην ταινία του που μας δείχνουν ότι μελέτησε το στήσιμο του Jaws. Κάποια τα παρουσιάζει καλά, κάποια όχι και τόσο, κάποια δεν μπορεί να τα υποστηρίξει καθόλου.

 Η κινηματογράφηση του δάσους είναι ένα από τα καλά στοιχεία της ταινίας. Τα τεράστια δάση και οι βουνοκορφές δείχνουν πανέμορφα αλλά και απειλητικά ταυτόχρονα ενώ αρκετά ανεβαίνει στην εκτίμησή μου η προσπάθεια του σκηνοθέτη να μην χρησιμοποιήσει πολλά ψηφιακά εφέ αλλά να το πάει πατροπαράδοτα, με κάποια μηχανικά εφέ αλλά και με την αρκούδα να είναι ένα κανονικό, εκπαιδευμένο φαντάζομαι ζώο.

 Ο Τζέμς Μάρσντεν και ο Τόμας Τζέιν έχουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους εδώ και αποτελούν κι αυτοί ένα ακόμα θετικό στοιχείο της ταινίας, με τον Μπίλι Μπομπ Θόρντον να ακολουθεί , με μια λίγο πιο διεκπεραιωτική ερμηνεία αλλά μερικές φορές ο Μπίλι μας αρκεί κι έτσι! Επίσης έχουμε την εμφάνιση του πάντα αξιόπιστου, Σκοτ Γκλεν, σε ρόλο που παρότι είναι σημαντικός για την εξέλιξη της ταινίας, δεν είναι καλογραμμένος. Τώρα, για το υπόλοιπο καστ, δυστυχώς, δεν μπορώ να πω κάτι ιδιαίτερο.

 Η ταινία του Χακλ πέρασε απαρατήρητη από τη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως απ' ότι μπορώ να καταλάβω καθώς κινηματογραφική διανομή είχε μόνο στον Καναδά και σε περιορισμένες αίθουσες στις ΗΠΑ. Στον υπόλοιπο κόσμο πήγε κατευθείαν στο DVD και σε streaming υπηρεσίες. Για παρακολούθηση στην τηλεόραση, δεν είναι κακή επιλογή, ιδιαίτερα αν σου αρέσει το συγκεκριμένο είδος και είσαι από αυτούς που γουστάρουν περιπέτειες σε χιονισμένα τοπία και άγρια δάση. Σίγουρα, με το υλικό που προσφέρει το σενάριο, θα μπορούσαμε εδώ να είχαμε ένα καλτ ταινιάκι που θα κέρδιζε τη φήμη του με το πέρασμα των χρόνων αλλά ο Ντέιβιντ Χακλ παίζει εκ του ασφαλούς και ως συνήθως, στον κινηματογράφο όταν παίζεις εκ του ασφαλούς χωρίς να κατέχεις απόλυτα τα "κόλπα" του κάθε είδους, δεν βγαίνεις κερδισμένος. Εκτός και το μόνο που ήθελε ήταν μια συμπαθητική μεν, γρήγορα στα αζήτητα δε, ταινία.

 


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

 

 

5.9.23

The Meg 2: The Trench (2023) Quick Movie Review

 

MEG 2: Η ΤΑΦΡΟΣ

Επιστημονικής Φαντασίας, Δράσης, Περιπέτεια
Διάρκεια:114'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ο Τζόνας Τέιλορ, πάντα με τη μορφή του Τζέισον Στέιθαμ, πέντε χρόνια μετά τη μάχη με τον Μεγαλόδοντα της πρώτης ταινίας, καταπολεμά περιβαλλοντικά εγκλήματα, ως μέλος της ομάδας του Mana One, της εταιρείας που διαχειρίζεται ο Ζιουμίνγκ Ζαν, μετά το θάνατο της αδερφής του, Σουγίν. Ερευνώντας σε ακόμη μεγαλύτερα βάθη την τάφρο Μαριάνα, το σημείο που βρήκαν τον Μεγαλόδοντα, θα ανακαλύψουν μια παράνομη επιχείρηση εξορύξεων, η οποία κινείται με επικίνδυνους τρόπους, που θα οδηγήσουν στην απελευθέρωση ακόμα πιο επικίνδυνων πλασμάτων. Παράλληλα, από το Mana One, θα ξεφύγει ένας Μεγαλόδοντας, που βρήκαν νεογέννητο στην τάφρο και χρόνια προσπαθούν να βρουν τρόπους να τον ελέγξουν.

 Δεν ξέρω αν κανείς θα έπρεπε να περιμένει πολλά πράγματα από τη συγκεκριμένη ταινία, πέρα από χαλαρή διασκέδαση. Το στίγμα είχε δώσει η πρώτη ταινία και στα ίδια "νερά" (είδες τι έκανα εδώ;) κινείται και αυτή εδώ, με ένα μειονέκτημα κι ένα πλεονέκτημα. Το μειονέκτημα έχει να κάνει με την ενέργεια της ταινίας, η οποία δεν διατηρεί τους ίδιους ρυθμούς με την πρώτη, καθώς κινείται λίγο πιο αργά στην αρχή της, χάνοντας χρόνο σε σοβαροφανείς αναζητήσεις. Μετά μια χαρά ανεβάζει ρυθμούς. Το πλεονέκτημα έχει να κάνει με τη ματιά του Μπεν Γουίτλι και του διευθυντή φωτογραφίας, του Κύπριου Χάρη Ζαμπαρλούκου, που φτιάχνουν μια ταινία οπτικά πιο γοητευτική. Κατά τα άλλα, πάνω κάτω οι δυο ταινίες πετυχαίνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα. Παραμένουν ανάλαφρες και διασκεδαστικές, στη λογική του "ποπκορνικού" θεάματος.



 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

18.1.23

Fireheart (2022) Review

 

Η ΜΙΚΡΗ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ

Fireheart Review
Κινούμενα σχέδια, Περιπέτεια 
Διάρκεια: 92'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Ευρωπαϊκό animation με αμερικανικές προδιαγραφές αλλά και ιστορία που εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη του 1932, το Fireheart κατά πάσα πιθανότητα θα ξεχαστεί σύντομα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει έστω μιας προβολής.

Η νεαρή Τζόρτζια Νόλαν βοηθά τον μπαμπά της, πρόωρα αποσυρμένο πυροσβέστη, στο ραφείο που συντηρεί τα τελευταία χρόνια . Το όνειρο της Τζόρτζια είναι να γίνει πυροσβέστης αλλά τόσο ο προστατευτικός μπαμπάς όσο και η εποχή που ζει ( το 1932 αυτή είναι μια δουλειά μόνο για άντρες) την κρατούν μακριά από το όνειρό της . Η νεαρή όμως δεν τα παρατάει. Γυμνάζεται, δυναμώνει και περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία. Αυτή έρχεται όταν περίεργοι εμπρησμοί γίνονται σε διάφορα σημεία της Νέας Υόρκης και με ανεξήγητο τρόπο αρχίζουν να εξαφανίζονται όλοι οι πυροσβέστες της πόλης .Ο δήμαρχος ζητά βοήθεια από τον μπαμπά της Τζόρτζια ,που φαίνεται ότι ήταν ένας έμπειρος αξιωματικός πριν αποσυρθεί από τη δράση, και αυτός αναλαμβάνει να σχηματίσει μια ομάδα που θα προσπαθήσει να ανακαλύψει τον τρόπο που χτυπά ο αινιγματικός εμπρηστής. Η Τζόρτζια μεταμφιέζεται σε αγόρι και κερδίζει τη συμμετοχή της στην ομάδα.

Αρκετά προσεγμένο animation με όμορφο σχεδιασμό και έντονο χρωματικό καμβά. Ιστορία απλή αλλά και σε σημεία λίγο πιο μελαγχολική απ’ ότι ίσως θα περίμενες για μια παιδική ταινία. Υπάρχει αρκετά καλό χιούμορ τόσο για τα παιδιά όσο και για τους μεγαλύτερους, κάνοντας ευκολότερη τη θέαση και το μεγαλύτερο ηλικιακά κοινό. Για να μην μπερδευόμαστε, δεν μιλάμε προφανώς για μια ταινία την οποία ένας ενήλικας μπορεί να παρακολουθήσει άνετα και μόνος του. Απλώς για μια οικογενειακή προβολή , η ταινία είναι ιδανική καθώς σέβεται τουλάχιστον και τους συνοδούς των τέκνων.

Το σενάριο περιστρέφεται κυρίως γύρω από τις προσπάθειες των γυναικών να διεκδικήσουν ίσα δικαιώματα όχι μόνο στην αγορά εργασίας αλλά γενικότερα στο «όνειρο». Με τον απλό τρόπο που αυτό προσεγγίζεται, καταφέρνει να πετύχει το στόχο του και χωρίς να έχουμε κάτι το αξιομνημόνευτο, έχουμε τουλάχιστον κάτι που, όπως είπαμε, σέβεται όλους τους θεατές του, προσθέτοντας και λίγο αστυνομικό μυστήριο με υποψία μεταφυσικού αλα Σκούμπι Ντου.

Δεν τα πήγε πολύ καλά στο παγκόσμιο box office, το Fireheart, δυστυχώς καθώς δεν αντανακλά η πορεία στα ταμεία την ποιότητά της. Εδώ φτάνει καθυστερημένα, ένα χρόνο περίπου μετά την επίσημη πρεμιέρα του και σε περίοδο που δεν προσφέρεται για γερά έσοδα. Είναι ωστόσο μια γλυκιά ταινία, που με τα πιτσιρίκια σας θα περάσετε καλά και τα κοριτσάκια σίγουρα θα βρουν μια ηρωίδα να ταυτιστούν. 


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr