Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστροφή στα '80ς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστροφή στα '80ς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.6.26

Επιστροφή στα '80s: Masters of The Universe (1987) Review

 

ΟΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Φαντασίας, Περιπέτεια

Διάρκεια: 106'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Είσαι έτοιμος για Ντολφ Λούντγκρεν φέτες, να τριγυρνάει ημίγυμνος αλειμμένος με λάδι, με τρελή ξανθή χαίτη; Είσαι έτοιμος για Φρανκ Λανγκέλα σε ρόλο σαιξπηρικού Σκέλετορ με εμμονή μεγαλύτερη και από αυτή του Τέρενς Σταμπ ως Ζοντ να βάλει τον εχθρό του να γονατίσει μπροστά του; Είσαι έτοιμος να ακούσεις τον Μπιλ Κόντι να μιμείται Τζον Γουίλιαμς; Είσαι έτοιμος για '80ς δράση; Είσαι έτοιμος για την πιο ακριβή παραγωγή της Cannon; Είσαι έτοιμος για την ταινία που (μαζί με το τέταρτο Σούπερμαν) διέλυσε τη θρυλική Cannon; Ε, τότε το Masters of The Universe είναι η ταινία που σου αξίζει!

 Στη μακρινή Ετέρνια, ο σατανικός Σκέλετορ έχει αιχμαλωτίσει τη Μάγισσα του κάστρου Γκρέισκαλ για να κλέψει τη δύναμή της ενώ παράλληλα σχεδιάζει να εισβάλει στο κάστρο, χρησιμοποιώντας το Κοσμικό Κλειδί, δημιούργημα του εφευρέτη Γκουίλντορ, τον οποίο ο πολεμιστής Χι-Μαν απελευθερώνει από τα δεσμά των στρατιωτών του Σκέλετορ, με τη βοήθεια των συμπολεμιστών του, Ντάνκαν και Τήλα. Το Κοσμικό Κλειδί λειτουργεί σαν τηλεμεταφορέας, ανοίγοντας πύλες από ένα σημείο σε κάποιο άλλο. Όταν ο Χι-Μαν και οι σύντροφοι του θα βρεθούν απέναντι στον κίνδυνο της αιχμαλωσίας από τον στρατό του Σκέλετορ, θα χρησιμοποιήσουν το Κοσμικό Κλειδί και αυτό θα τους οδηγήσει στον δικό μας κόσμο. Εδώ, με τη βοήθεια δύο γήινων, θα αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις του Σκέλετορ και θα οδηγηθούν πίσω στην Ετέρνια, για την τελική μάχη καλού και κακού.

 Η ταινία που σκηνοθέτησε ο Γκάρι Γκοντάρντ μυρίζει δεκαετία ογδόντα από την κορφή ως τα νύχια και αυτό ας το εκλάβει ο καθένας όπως του πρέπει. Για τον γράφοντα, αυτό είναι θετικό, καθώς λειτουργεί η νοσταλγία για την εποχή εκείνη, το σινεμά και την ποπ κουλτούρα της περιόδου, παρότι φίλος του καρτούν, He-Man and The Masters of The Universe, δεν μπορώ να πω ότι ήμουν. Θυμάμαι ωστόσο να παίζω με αρκετές φιγούρες, τόσο του He-Man όσο και των G.I.Joes και των Χελωνών Νίντζα, δημιουργώντας έτσι άθελά μου μια διασταύρωση τριών διαφορετικών κόσμων, που πολλοί μπορεί να έχουν σκεφτεί να πραγματοποιήσουν κάποτε εκεί στο Χόλιγουντ. Πίσω στην ταινία μας όμως, την οποία θυμάμαι να πρωτοβλέπω κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έκτοτε να παίζει αρκετές φορές είτε στο βίντεο είτε σε προβολές (ψιλοπαράνομες απ' όσο μπορώ να καταλάβω σήμερα) τοπικών καναλιών στην Κέρκυρα, όπου και έμενα τότε. Σε εκείνες τις προβολές μια χαρά μου είχε φανεί η ταινία. Ο Λούντγκρεν μου φαινόταν διαφορετικός μεν από τον ήρωα του καρτούν αλλά η παρουσία του με έπειθε, ο Σκέλετορ πάντα με κέρδιζε από τη στιγμή που εμφανιζόταν στην οθόνη ενώ και η μεταφορά της πλοκής στη Γη, βοηθούσε στο να συνδεθώ περισσότερο με όσα συνέβαιναν.

 Περνώντας τα χρόνια κι έχοντας φτάσει κάπου στις αρχές της τρίτης δεκαετίας μου, δοκιμάζοντας να παρακολουθήσω ξανά την ταινία μετά από αρκετά χρόνια, ανακάλυψα ότι ναι μεν διέκρινα πλέον θεματάκια (θα τα αναφέρουμε παρακάτω) αλλά η ταινία εξακολουθούσε να έχει μια περίεργη γοητεία, η οποία θεωρώ ότι απέρρεε από τα σκηνικά και κυρίως από την παρουσία του Λανγκέλα ως Σκέλετορ, ο οποίος είναι εντυπωσιακά καλός για το φιλμ, ενώ ο Λούντγκρεν με έχανε περισσότερο.

 Σήμερα, περπατώντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου, η προβολή του Masters of The Universe, αποδείχτηκε καλύτερη εμπειρία απ' αυτό που περίμενα. Συνειδητοποίησα ότι ο Γκοντάρντ έφτιαξε μια κόμικ ταινία, που έχει δώσει μια διαφορετική εκδοχή του κόσμου του He-Man and the Masters of The Universe. Σε αυτή την επιλογή είμαι σίγουρος ότι έπαιξε ρόλο η εποχή και τα ειδικά εφέ που τότε μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αλλά υπάρχουν και επιλογές που νιώθω ότι ήταν πιο συνειδητές. Ο πρωταγωνιστής θυμίζει περισσότερο έναν βάρβαρο πολεμιστή, όπως αρχικά είχε σχεδιαστεί ο He-Man, με το alter ego του πρίγκιπα Άνταμ να απουσιάζει παντελώς εδώ. Τόσο ο σχεδιασμός του He-Man όσο και τα σκηνικά της ταινίας έχουν αναφορές στο έργο του Τζακ Κέρμπι (ο πατέρας του τρόπου σχεδιασμού των σύγχρονων κόμικς), πράγμα που σε αυτή την τελευταία προβολή μόνο υποψιάστηκα και στην πορεία έψαξα να δω αν ισχύει. Τελικά όχι μόνο ισχύει αλλά ο σκηνοθέτης είχε προσπαθήσει να προσλάβει τον Κέρμπι ως σύμβουλο σχεδιασμού κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ!

 Η ταινία δεν πήγε πολύ καλά στην εποχή της, είχε μια προβληματική παραγωγή και τελικά στους κινηματογράφους δεν κατάφερε να κερδίσει το κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Τα πιτσιρίκια της εποχής και οι φίλοι του καρτούν δεν είδαν αυτά που περίμεναν στην οθόνη, η Cannon δεν είδε αυτά που περίμενε στα ταμεία και κάπως έτσι τα σχέδια για σίκουελ ναυάγησαν και ο Σκέλετορ δεν πραγματοποίησε την απειλή ότι θα επιστρέψει, σύμφωνα με την μετά τους τίτλους τέλους σκηνή. Αυτό δεν εμπόδισε το Masters of The Universe να μετατραπεί σε ένα καλτ φιλμ, κερδίζοντας φίλους με το πέρασμα των χρόνων, ως μια διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας του Masters Of The Universe. Σίγουρα λείπει χρόνος στην Ετέρνια, σίγουρα λείπουν οι Όρκο και Μπατλκατ καθώς και αρκετοί ακόμα χαρακτήρες ωστόσο νομίζω ότι αυτό που έλειψε περισσότερο στους φίλους του He-Man είναι η σκηνή της μεταμόρφωσης. Το "I have the power" του Λούντγκρεν δεν έχει την ίδια δυναμική καθώς ο He-Man μεταμορφώνεται ξανά σε He-Man, οπότε η σκηνή που ο ήρωας κρατάει το σπαθί του ψηλά στον ουρανό φωνάζοντας την περίφημη ατάκα, υπάρχει εκεί απλώς για να υπάρξει.

 Νομίζω ότι αυτό που μπορεί να δείξει με λίγα λόγια την στάση των περισσοτέρων απέναντι στην ταινία είναι μια ατάκα που άκουσα πριν λίγες μέρες σε κάποια ρετροσπεκτίβα σε ξένο κανάλι στο YouTube. Ο άνθρωπος που ανέλυε την ταινία τελείωσε λέγοντας περίπου τα εξής: το πως βλέπουμε σήμερα το Masters of The Universe του 1987, θα εξαρτηθεί από την υποδοχή που θα έχει η νέα ταινία (η οποία κυκλοφορεί τη μέρα που γράφεται αυτό το κείμενο). Για να δούμε λοιπόν. Θα παραμείνει το φιλμ με τους Λούντγκρεν και Λανγκέλα ένα αγαπητό καλτ κλασικό ή θα θαφτεί στο Βουνό του Φιδιού και θα ξεχαστεί για πάντα;



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr



27.3.18

Επιστροφή στα '80s : Rawhead Rex (1986)

Είδος: Τρόμου

"Παρότι έχει μερικά καλά στοιχεία το φιλμ του Παύλου, έχει και πάρα πολλά ψεγάδια, τόσα ώστε να κάνουν το φιλμ αγαπητό με την πάροδο του χρόνου σε μεγάλη μερίδα κοινού για τους λάθος λόγους."

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΑ
Σκηνοθεσία: George Pavlou
Σενάριο:Clive Barker
Παίζουν:David Dukes,
Kelly Piper,Hugh O'Conor 
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Rawhead Rex, ένας δαίμονας που αγαπά την ακαταστασία! Ένα τέρας που πριν σε σκοτώσει, φροντίζει να σπάσει όλα τα πιάτα σου, να διαλύσει το τραπέζι της κουζίνας και να ρίξει όλα τα πράγματα από τα ράφια σου. Ένας δαίμονας με προβλήματα στραβισμού, που αν δεν καταφέρει να σε τρομάξει, θα σε κάνει τουλάχιστον να γελάσεις, παρά την σκοτεινή ιστορία του.
 Το Rawhead Rex μας μεταφέρει σε ένα χωριό της Ιρλανδικής υπαίθρου, εκεί που φαίνεται να έζησε πριν τα χρόνια του Χριστού ένα πλάσμα που λατρεύτηκε σαν θεότητα από τους ντόπιους. Το πλάσμα αυτό ξυπνά μετά από χιλιάδες χρόνο και σπέρνει τον τρόμο στην κοινότητα. Την φονική πορεία του πλάσματος προσπαθούν να σταματήσουν οι αρχές του τόπου και ο πατέρας ενός από τα θύματα του αφυπνισμένου δαίμονα.
  Ο Κλάιβ Μπάρκερ, από τους πιο επιτυχημένους και αναγνωρίσιμους συγγραφείς τρόμου της εποχής μας, υπογράφει το σενάριο μιας δικής του ιστορίας, η οποία είχε περιληφθεί στον τρίτο τόμο της συλλογής Τα Βιβλία του Αίματος. Ο συγγραφέας συνεργάζεται για δεύτερη φορά με τον σκηνοθέτη Τζορτζ Παύλου (η πρώτη ήταν το Transmutations, του 1985), ο οποίος έχει προφανώς Ελληνικές ρίζες αλλά δε μπόρεσα να ανακαλύψω περισσότερα γι αυτό, με το αποτέλεσμα να είναι απογοητευτικό για τον Μπάρκερ, δηλώνοντας ότι μισεί, τόσο το πρώτο φιλμ όσο και το δεύτερο.
  Η αλήθεια είναι ότι παρότι έχει μερικά καλά στοιχεία το φιλμ του Παύλου, έχει και πάρα πολλά ψεγάδια, τόσα ώστε να κάνουν το φιλμ αγαπητό με την πάροδο του χρόνου σε μεγάλη μερίδα κοινού για τους λάθος λόγους. Δε φαντάζομαι ότι ο Μπάρκερ επεδίωκε κάποιος να χαμογελάσει απορημένος στη θέα του δαίμονα που δημιούργησε με τη φαντασία του. Ο σχεδιασμός του πλάσματος όμως είναι τόσο κακός που κάθε φορά που γίνεται κοντινό στο κεφάλι του σου προκαλεί γέλιο. Τα εντελώς ψεύτικα, ανέκφραστα μάτια δε βοηθάνε καθόλου και είναι το κυριότερο πρόβλημα του σχεδιασμού. Εδώ το βάρος πέφτει στον σκηνοθέτη και στο κατά πόσο μπορεί να καλύψει αυτή την τεράστια ατέλεια, κάτι που θα μπορούσε να γίνει με λιγότερες κοντινές λήψεις και αφήνοντας το τέρας για μεγαλύτερη διάρκεια στις σκιές. Πάντοτε εξάλλου οι πιο επιτυχημένες ταινίες με τέρατα ήταν αυτές που αποκάλυπταν το πλάσμα λίγο πριν το φινάλε. Ο Παύλου όμως έχει άλλη άποψη και φροντίζει να δούμε ξεκάθαρα από νωρίς τον κακόμοιρο αυτό δαίμονα.
  Το επόμενο που ίσως περιμένατε να αναφέρω θεωρώ πως είναι κάτι σχετικό με τις ερμηνείες, κάτι που θα κινείται στα πλαίσια του "υπερβολικές" , "μέτριες", "κακές". Δε θα σας απογοητεύσω. Μπορώ να χρησιμοποιήσω και τα τρία αυτά επίθετα και να προσθέσω και μερικά ακόμη που πάντα "δένουν" με τις b-movies της δεκαετίας του 1980 αλλά αυτό που συνήθως ταιριάζει σε αυτές τις περιπτώσεις απόλυτα και μπορεί να καλύψει όλα τα άλλα επίθετα είναι το "ακυβέρνητες". Φυσικά, το καμπανάκι χτυπά πάλι για τον σκηνοθέτη. Από τον ίδιο ηθοποιό μπορεί να δούμε στο φιλμ μια καλή σκηνή, μια κακή και μια υπερβολικής ερμηνείας, πράγμα που οδηγεί στον "κυβερνήτη" του φιλμ, που φαίνεται να μην είναι απόλυτα σίγουρος για την καθοδήγηση του πληρώματος. Προσέξτε! Δε μιλάμε για τους δεύτερους ρόλους, που εκεί ούτως ή άλλως τα πράγματα σε μια δεύτερης διαλογής ταινία δεν περιμένεις να είναι αξιόλογα. Μιλάμε πάντα για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, αυτούς που έχουν περισσότερο χρόνο στην οθόνη.
  Από την άλλη, αν κάτι φαίνεται να μπορεί να κάνει καλά ο Παύλου, αυτό είναι ο χειρισμός της κάμερας σε αρκετά πλάνα, όταν αυτή κινείται. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια ενδιαφέρουσα σκηνή με ένα ζευγάρι που τρέχει στο δάσος για να ξεφύγει από τον δαίμονα. Αυτή η σκηνή προετοιμάζεται κατάλληλα και κυλάει καλά μέχρι το τέλος της ενώ το μοντάζ λειτουργεί σε μια δύο περιπτώσεις πολύ καλά, υπέρ των όσων προσπαθεί να διηγηθεί το φιλμ. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά δεν αρκούν για να καλύψουν τα προβλήματα της ταινίας.
  Δεν είναι μια καλή ταινία το Rawhead Rex. Έχει στοιχεία που φανερώνουν ότι θα μπορούσε να γίνει μια όντως τρομακτική ταινία αλλά εδώ το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα σε αρκετά σημεία της ταινίας και διακρίνουμε πινελιές μιας σκοτεινής, αποκρυφιστικής ιστορίας, που αν έπεφτε σε άλλα χέρια (και δεν αναφέρομαι μόνο στον σκηνοθέτη αλλά και στο σενάριο του Μπάρκερ, διότι καλή η ιστορία αλλά οι διάλογοι...) θα μπορούσε να βγει κάτι πραγματικά καλό. Ωστόσο, υπάρχει κάτι στο φιλμ που, αν είσαι φίλος των '80ς, μπορεί να σε κρατήσει εκεί και να μην το θεωρήσεις σκουπίδι, όπως συνέβη και με τον γράφοντα.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
IMDb



31.10.16

Επιστροφή στα '80ς: Night of The Demons

Είδος: Τρόμου, Φαντασίας, Κωμωδία

ΝΥΧΤΕΣ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ
Σκηνοθεσία:Kevin Tenney
Σενάριο:Joe Augustyn
Παίζουν:Cathy Podewell,
Alvin Alexis,Hal Havins
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Μια παρέα εφήβων συγκεντρώνεται σε μια παλιά ακατοίκητη βίλα για να κάνουν πάρτι τη νύχτα του Χάλοουιν. Η βίλα μοιάζει ιδανικό σκηνικό για την περίσταση κι ενώ το πάρτι ξεκινά, δε θα αργήσει να στραβώσει καθώς φαίνεται η φήμη που ήθελε το μέρος να βρίσκεται υπό την κατοχή δαιμόνων να βγαίνει αληθινή.


ΑΠΟΨΗ: Η γιορτή του Χάλοουιν είναι από τις αγαπημένες των Αμερικανών και τα πιτσιρίκια μασκαρεύονται τριγυρίζοντας στις στολισμένες με σκαλισμένες φωτεινές κολοκύθες γειτονιές, χτυπώντας πόρτες και ζητώντας ζαχαρωτά από τους νοικοκυραίους, θέτοντας την ερώτηση "φάρσα ή κέρασμα" (trick od treat). Αν ο νοικοκύρης κεράσει ζαχαρωτά τα παιδιά φεύγουν, αν όχι αυτά πρέπει να τον τρομάξουν. Εδώ και χρόνια είθισται να κυκλοφορούν ταινίες τρόμου εκείνη την περίοδο (31 Οκτωβρίου) και το κοινό να επιδίδεται στη θέαση τους με μανία. Μια από τις ταινίες που έχει αποκτήσει καλτ φήμη και αποτελεί στανταράκι για το Χάλοουιν είναι το Night of The Demons, ένα b movie δημιούργημα των Κέβιν Τένι και Τζο Ογκάστιν.

  Το φιλμ των Τένι και Ογκάστιν κυκλοφόρησε το 1988 κι ενώ το κοινό το αγάπησε και το τοποθέτησε στα δέκα πιο επιτυχημένα εισπρακτικά φιλμ τρόμου της δεκαετίας του 1980, οι κριτικοί το έθαψαν. Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να γραφτούν θετικές κριτικές για το Night of The Demons, καθώς πλέον βλέπουμε με άλλο μάτι τα φιλμ τρόμου εκείνης της εποχής. Η διάθεση νοσταλγίας για εκείνα τα χρόνια και η αφέλεια που διακρίνει τα φιλμ εκείνου του καιρού είναι κάτι που σήμερα αρκετοί εκτιμούν, ανάμεσά του και ο γράφων.
  Ομολογώ ότι ήμουν έτοιμος να παρατήσω το φιλμ στα πρώτα δέκα πέντε λεπτά καθώς οι ερμηνείες είναι κατώτερες από αυτό που θα μπορούσα να υποφέρω αλλά συνέχισα πάραυτα ελπίζοντας ότι τουλάχιστον θα μπορούσα να πάρω σύντομα έναν τονωτικό μεσημεριανό υπνάκο. Μετά από γερές δόσεις γυναικείων στηθών, οπισθίων και κακών ερμηνειών, ο Τένι αποφασίζει να φτιάξει μια αρκετά συμπαθητική ατμόσφαιρα, να παίξει με το φωτισμό του και να χρησιμοποιήσει μερικά οπτικά τεχνάσματα ενδιαφέροντα, θυμίζοντας πολλές φορές την τεχνική του The Evil Dead. Κάμερα που κινείται, παιχνίδια με την προοπτική και καλά πρακτικά εφέ, με τον παλιό καλό τρόπο, μετατρέπουν το φιλμ σε μια διασκεδαστική εν τέλει εμπειρία.
  Οι χαρακτήρες δεν εξελίσσονται ποτέ, ούτε το σενάριο βοηθά αλλά ούτε οι ηθοποιοί το "έχουν" ιδιαίτερα απ' ότι φαίνεται, αλλά λίγο σε απασχολεί από ένα σημείο και μετά καθώς απ' ότι φαίνεται οι περισσότεροι από αυτούς δε θα υπάρχουν σε μια από τις επόμενες σκηνές! Οι βασικές πρωταγωνίστριες καλύπτουν τα ερμηνευτικά τους κενά δείχνοντας τα κάλλη τους σε ανύποπτο χρόνο και χώρο ενώ οι αρσενικοί πρωταγωνιστές... δε μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω.
  Πήρατε μια γενική εικόνα νομίζω του τι πρέπει να περιμένετε. Δε μιλάμε για τον Εξορκιστή, ούτε για τη Νύχτα με Τις Μάσκες αλλά για μια ξεκάθαρα b movie της δεκαετίας του '80, που μπορεί να διασκεδάσει τους υποψιασμένους θεατές. Χάλοουιν ή όχι, αν είστε φίλοι εκείνης της εποχής, ρίξτε μια ματιά στο φιλμ του Τένι, το οποίο ακολούθησαν δύο συνέχειες κι ένα ριμέικ, το 2009.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
IMDb



6.10.16

Επιστροφή στα '80s: Commando (1985)

Είδος: Περιπέτεια, Δράσης

ΚΟΜΑΝΤΟ
Σκηνοθεσία:Mark L. Lester
Σενάριο:Steven E. de Souza,
Jeph Loeb & Matthew Weisman(story),
Παίζουν:Arnold Schwarzenegger,
Rae Dawn Chong,Dan Hedaya
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Τα μέλη της επίλεκτης ομάδας στρατιωτικών στην οποία ήταν επικεφαλής ο αποσυρμένος πια από τη δράση, Τζον Μάτριξ, δολοφονούνται ένας-ένας. Ο Τζον, που ζει πια ήσυχα, σε ένα σπίτι στο βουνό, συντροφιά με τη μικρή κόρη του, βρίσκεται κι αυτός στο στόχαστρο των κακοποιών, οι οποίοι καθοδηγούνται από ένα πρώην μέλος της ομάδας του Τζον, που έχει ανοικτούς λογαριασμούς μαζί του, κι έναν επίδοξο δικτάτορα σε μια χώρα της Νοτίου Αμερικής. Το σχέδιο τους θέλει τον Τζον στη Νότια Αμερική να διαπράττει πολιτική δολοφονία, ενώ η κόρη του έχει απαχθεί και κρατείται όμηρος, έως ότου ο Τζον τελειώσει τη δουλειά. Ο πρώην επίλεκτος στρατιωτικός, όμως, δεν πρόκειται να πάει με τα νερά τους κι έτσι αρχίζει ένα κυνηγητό στην προσπάθεια να βρει την κόρη του και να την πάρει πίσω.


ΑΠΟΨΗ: Νομίζω ότι αν ρωτήσεις κάποιον να σου πει μια χαρακτηριστική περίπτωση περιπέτειας από τη δεκαετία του 1980, το Κομάντο πρέπει να βρίσκεται στις τρεις πιο δημοφιλείς απαντήσεις! Όχι φυσικά γιατί αποτελεί υπόδειγμα περιπέτειας αλλά γιατί τα '80ς ήταν μια ιδιαίτερη εποχή, όπου τα ζητούμενα ήταν άλλα από τον κινηματογράφο. Ο ρεαλισμός και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες μπαίνουν σε δεύτερο πλάνο και μπροστάρηδες είναι η αφέλεια, η φασαρία, οι τσαμπουκαλίδικες ατάκες και η διασκέδαση. Όλα αυτά, το Κομάντο τα προσφέρει απλόχερα!
  Ο Μαρκ Λ. Λέστερ, κυρίως σκηνοθέτης δεύτερης διαλογής ταινιών, σκηνοθετεί τον σούπερ σταρ της εποχής, Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ, σε μια ταινία που τοποθετούν και οι δύο μέσα στις αγαπημένες τους. Ο Λέστερ θεωρεί ότι είναι η καλύτερη δουλειά του (δε νομίζω ότι θέλω να δω τις χειρότερές του), ο Άρνι την ξεχώρισε ως την πρώτη που παίζει αρχικά έναν φυσιολογικό τύπο. Το φιλμ του Λέστερ έμελλε να αγαπηθεί γενικά κι από το κοινό όσο περνούσαν τα χρόνια, για τους λάθος, όμως, λόγους. Τα άθλια ντουμπλαρίσματα, οι κακές περούκες, τα αυτοκίνητα που στη μια σκηνή τρακάρουν και στην επόμενη εμφανίζονται άθικτα, τα ρούχα που αλλάζουν χρώμα από σκηνή σε σκηνή, οι κακές μακέτες, η υπερβολικά ξεκάθαρη παρουσίαση καλών και κακών χαρακτήρων και πόσα ακόμα, συνθέτουν με την απαραίτητη μουσική επένδυση μια τόσο βγαλμένη από τη δεκαετία του '80 ατμόσφαιρα, που μετά από λίγο δε μπορείς να τις αντισταθείς.
  Ο Σβαρτζενέγκερ, στο πικ της καριέρας του, χρησιμοποιεί όλα τα είδη όπλων σε αυτό το φιλμ και πετυχαίνει τους πάντες, ακόμα κι όταν στοχεύει σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που βρίσκεται ο αντίπαλος! Οι καημένοι οι κακοί είναι τόσο χάλια στο σημάδι, που κι ελέφαντα να τους βάλεις στα τρία μέτρα (δεν απέχει και πολύ ο Άρνι από τον ελέφαντα) δε μπορούν να βρουν στόχο με κανένα τρόπο! Ούτε μία κατά τύχη σφαιρούλα δε τον βρίσκει τον αναθεματισμένο τον Άρνολντ!
  Η απόλυτη μορφή του φιλμ, όμως, φίλτατε Άρνι, δεν είσαι εσύ! Η πιο καλτ φυσιγνωμία δεν είναι άλλος από τον Βέρνον Ουέλς, που υποδύεται τον μισητό εχθρό πλέον του πρωταγωνιστή, πρώην σύντροφό του στην ομάδα, Φρέντι Μέρκιουρι! Μη μου πείτε ότι δε σας θυμίζει τον Μέρκιουρι στο πιο ατσούμπαλα γεροδεμένο του ο τύπος που υποδύεται ο Ουέλς! Εξαιρετική προσέγγιση του ρόλου!
  Μέσα σε όλο αυτό το χαμό που γίνεται κατά τη διάρκεια της ταινίας είναι προφανές ότι κανείς δεν ασχολείται με τους χαρακτήρες, τις χαζές αντιδράσεις τους και τα ένα σωρό λάθη στην πλοκή αλλά το ζητούμενο είναι να υπάρχει δράση και μάλιστα ανεγκέφαλη. Σε αυτόν τον τομέα, το Κομάντο, δε μπορεί να σε αφήσει παραπονεμένο. Ξύλο, εκρήξεις, ακροβατικά δε λείπουν ποτέ από την οθόνη ενώ όσο πάμε προς το τέλος γίνεται και λίγο πιο ωμό και βίαιο, εκεί που δεν το περιμένεις.
  Εν τέλει, το' χει το γούστο του το φιλμάκι του Λέστερ. Μπορεί για τελείως διαφορετικούς λόγους από αυτούς που θα ήθελαν οι συντελεστές αλλά ουσία έχει ότι βρίσκει το κοινό του μέχρι σήμερα. Διασκεδαστικό, αφελές, ηλίθια φιλομιλιταριστικό και προπαγανδιστικό σε βαθμό που λειτουργεί αντίστροφα, το Κομάντο είναι ένα σχεδόν τέλειο δείγμα του κινηματογράφου δράσης της δεκαετίας του 1980.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb


21.8.16

Επιστροφή στα '80ς: The Video Dead (1987)

Είδος: Τρόμου, Φαντασίας, Κωμωδία

ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ- ΖΟΜΠΙ
Σκηνοθεσία:Robert Scott
Σενάριο:Robert Scott
Παίζουν:Michael St. Michaels,
Thaddeus Golas,Douglass Bell
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Μια συσκευή τηλεόρασης αποτελεί την πύλη για πλάσματα που ζούνε σε άλλη διάσταση και τους επιτρέπει να έρχονται στον κόσμο μας. Η τηλεόραση βρίσκεται ξεχασμένη στο σπίτι που μένει πια η Ζόη και ο αδερφός της Τζεφ και τα δύο παιδιά πρέπει να βρουν τρόπο να παγιδεύσουν τα πλάσματα για πάντα μέσα στον κόσμο τους.

ΑΠΟΨΗ: "Πως στο διάολο μπορώ και το βλέπω αυτό ακόμα;" αναρωτήθηκα κάποια στιγμή προς τα μέσα της ταινίας, όχι γιατί δεν έχω ξαναδεί b movies ούτε γιατί περίμενα κάτι ιδιαίτερο αλλά γιατί πραγματικά το φιλμ του Ρόμπερτ Σκοτ είναι ένα αρκετά κακό παράδειγμα παραγωγής χαμηλού προϋπολογισμού. Παρ'ολ' αυτά δεν σταμάτησα την αναπαραγωγή, όπως δικαιολογημένα κάποιος θα έκανε, αλλά ομολογώ ότι μερικά σημεία παίχτηκαν στο fast forward, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω την περιέργεια μου, για το φινάλε που θα έδινε ο σκηνοθέτης/ σεναριογράφος στο φιλμ του. "Ικανοποιήθηκε η περιέργεια σου;", ρωτάει κάποιος από εσάς τους καλοθελητές, που κατά πάσα πιθανότητα έχει δει το φιλμ. Ένα δάχτυλο από τα πέντε του ενός χεριού μου, δίνει την απάντηση.

  Ο Ρόμπερτ Σκοτ σκηνοθέτησε και έγραψε το The Video Dead, το πρώτο και μοναδικό φιλμ του (υπάρχει κι ένα ακόμα στο IMDB αλλά μάλλον δεν κυκλοφόρησε ποτέ) και έκτοτε διετέλεσε κυρίως χρέη βοηθού σκηνοθέτη σε τηλεοπτικές σειρές. Το φιλμ έχει γενικά ελαττώματα και δεν το σώζει ούτε η ταμπέλα του "b movie". Κακές ερμηνείες, κακό σενάριο, σκηνοθεσία χωρίς ιδιαίτερη φαντασία και όχι ικανοποιητικό gore, αυτό που περιμένουν κυρίως οι φίλοι του είδους. Μερικές χιουμοριστικές σκηνές με τάσεις παρωδίας του είδους και κάποιες αναφορές, είτε λεκτικά είτε οπτικά, σε άλλα φιλμ τρόμου είναι ένα μικρό τσίγκλισμα προς το γνώστη του είδους αλλά μέχρι εκεί.
  Αυτό που περιμένεις από παρόμοια φιλμ σαν το The Video Dead είναι να διακρίνεις το μεράκι των συντελεστών και να διασκεδάσεις με τις ατέλειες τους. Το φιλμ του Σκοτ, όμως, το διακρίνουν οι ατέλειες σε όλους τους τομείς. Τόσο το σενάριο και η προσπάθεια επεξήγησης του τί είναι τελικά αυτά τα πλάσματα, πως και που δημιουργήθηκαν, όσο τα κακοστημένα πλάνα, οι υπερβολικά ερασιτεχνικές ερμηνείες και η άκυρη χρησιμοποίηση των '80s ακουσμάτων, δημιουργούν ένα φιλμ που οι στιγμές που διασκεδάζεις είναι ελάχιστες. Μπορείς, βέβαια, να το δεις με μια άλλη οπτική και να σπάσεις τεράστια πλάκα με την κακοτεχνία του, αγαπημένη ενασχόληση των b-μουβάδων, οπότε ως προς αυτούς κρατάω μια επιφύλαξη.
  Περισσότερα για το φιλμ και μεγαλύτερη ανάλυση θα βρείτε στο σύνδεσμο που σας έχω παρακάτω, που οδηγεί στο b-movies.gr, η πρώτη και πιο ενημερωμένη Ελληνική ιστοσελίδα πάνω σε θέματα που αφορούν τις b-movies! Αν είστε φίλος του είδους κάντε μια βόλτα από εκεί. Θα βρείτε σίγουρα υλικό που σας ενδιαφέρει!




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
b-movies.gr
PopCorn
Τα βίντεο - ζόμπι (Video 1987) on IMDb



29.7.16

Ghostbusters (1984)

Είδος: Κωμωδία, Φαντασίας

ΓΚΟΣΤΜΠΑΣΤΕΡΣ
Σκηνοθεσία:Ivan Reitman
Σενάριο:Dan Aykroyd,Harold Ramis
Παίζουν:Bill Murray,
Dan Aykroyd,Sigourney Weaver
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Τρεις επιστήμονες, ερευνητές της παραψυχολογίας, αφού χάνουν τη δουλεία τους στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια λόγω της εμμονής τους για την αναζήτηση φαντασμάτων, αποφασίζουν να ανοίξουν μια εταιρεία "κυνηγών φαντασμάτων". Σύντομα γίνονται διάσημοι στην πόλη της Νέας Υόρκης, η οποία θα χρειαστεί τη βοήθεια των κυνηγών φαντασμάτων, γιατί κάτι πολύ ισχυρό έρχεται να απειλήσει τη μεγαλούπολη.


ΑΠΟΨΗ: Ποιά θα ήταν η τύχη των Γκόστμαστερς αν κρατούσαν ραβδιά αντί για τα γνωστά μας όπλα πρωτονίων; Αν ταξίδευαν στο χρόνο και κυνηγούσαν γιγάντια φαντάσματα; Αν δεν υπήρχαν οι Μπιλ Μάρεϊ, Χάρολντ Ράμις και Έρνι Χάντσον και στη θέση τους είχαμε τον Τζον Μπελούσι, τον Τζον Κάντι και τον Έντι Μέρφι; Ποιός μπορεί να το ξέρει; Ίσως σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν, εκεί που ο Τζον Μπελούσι δεν πεθαίνει πριν ολοκληρωθεί το σενάριο και οι Τζον Κάντι, Έντι Μέρφι να δέχονται τους ρόλους, αυτό να έχει συμβεί κι εκεί οι Γκόστμπαστερς να είναι μια κλασική επιτυχημένη κωμωδία φαντασίας ή κανείς να μην τη θυμάται σήμερα. Σε αυτό το σύμπαν, όμως, κανείς δε μπορεί να φανταστεί τους κυνηγούς φαντασμάτων με διαφορετική μορφή από αυτή που τελικά τους έδωσε ο Άιβαν Ράιτμαν το 1984!

© Sony Pictures Home Entertainment
  Η ενασχόληση του Νταν Ακρόιντ με το παραφυσικό οδηγεί στη σύλληψη της ιδέας των Γκόστμαστερς. Ο Ακρόιντ με τον Χάρολντ Ράμις γράφουν ένα σενάριο που έχει να κάνει με μια ομάδα κυνηγών φαντασμάτων που ζουν σε μια μελλοντική εποχή και κυνηγούν τεράστια τέρατα/ φαντάσματα, τα οποία φυλακίζουν με τη βοήθεια των μαγικών ρανδιών τους. Ο Ακρόιντ βλέπει στους Γκοστμπαστερς μια καλή ευκαιρία να συμπρωταγωνιστήσει με το κολλητάρι του Τζον Μπελούσι αλλά ο Μπελούσι έχει άλλη άποψη και πριν ολοκληρωθεί το σενάριο αποφασίζει να αφήσει αυτόν τον κόσμο και αντί για κυνηγός φαντασμάτων να γίνει θήραμα. Το σενάριο παίρνει στα χέρια του ο Άιβαν Ράιτμαν, ο οποίος προτείνει σημαντικές αλλαγές στους Ακρόιντ και Ράμις, βλέποντας ότι το εγχείρημά τους ήταν δύσκολο να στηριχθεί οικονομικά. Τα ταξίδια στο χρόνο και τα γιγάντια τέρατα αφήνονται λοιπόν στην άκρη και το ντουέτο σεναριογράφων επιστρέφει ακολουθώντας τις οδηγίες του Ράιτμαν και τοποθετώντας τη δράση στη σύγχρονη Νέα Υόρκη. Ο Μπιλ Μάρεϊ παίρνει τη θέση του Μπελούσι και γίνεται ο σταρ της ταινίας ενώ η άρνηση των Έντι Μέρφι και Τζον Κάντι να συμμετάσχουν φέρνει τους Χάρολντ Ράμις και αργότερα τον Έρνι Χάντσον στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Τα υπόλοιπα είναι όσα σήμερα βλέπουμε στις οθόνες μας. 
© Sony Pictures Home Entertainment
 Εξαιρετικό μείγμα κωμωδίας "του δρόμου", επιστημονικών όρων, φαντασίας και πρακτικών εφέ, οι Γκόστμπαστερς είναι μια από εκείνες τις ταινίες που όλα λειτουργούν στην εντέλεια. Ο Ράιτμαν μας παρουσιάζει τους χαρακτήρες χωρίς να σπαταλήσει χρόνο και αυτοί με τη σειρά τους μας δείχνουν αμέσως ποιός ακριβώς είναι ο καθένας τους και τι ρόλο θα έχει στο φιλμ. Ο κυνικός Βένκμαν του Μάρεϊ μπορεί να μοιάζει ότι επισκιάζει τους υπόλοιπους, όμως, οι ατάκες του Ρέι και του Ίγκον (Ακρόιντ και Ράμις αντίστοιχα) είναι εξαιρετικές και υπάρχουν περισσότερες όταν βλέπεις ξανά την ταινία. Ακόμα και ο μικρότερος και πιο αδικημένος ρόλος του Έρνι Χάντσον ως Γουίνστον έχει τις καλές στιγμές του, όπως όταν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του στη Τζανίν, γραμματέα των Γκόστμπαστερς, σε ερώτηση αν πιστεύει στα UFO, στις αστρικές προβολές, στην τηλεπάθεια κλπ, απαντά ότι "αν υπάρχει σταθερός μισθός, πιστεύω σε ό,τι μου πείτε"! Σαφώς βέβαια ο πιο παραγκωνισμένος από τους τέσσερις Γκόστμπαστερς.
  Στους υπόλοιπους ρόλους βρίσκουμε τη σέξι Σιγκούρνι Γουίβερ, τον Ρικ Μοράνις σε ένα σχετικά τυποποιημένο γι αυτόν ρόλο αλλά παρόλ' αυτά πολύ καλό, ενώ ο πιο αντιπαθής ως χαρακτήρας είναι ο Γουόλτερ Πεκ του Γουίλιαμ Άθερτον. Ο Πεκ είναι ο τύπος που θέλει ντε και καλά να κλείσει τους Γκόστμπαστερς και που για λίγο το καταφέρνει.
  Η μεγάλη επιτυχία του Ράιτμαν είναι ότι καταφέρνει να κρατήσει την ισορροπία ανάμεσα στην
© Sony Pictures Home Entertainment
κωμωδία και τα εφέ. Δεν είναι ένα κλασικό παράδειγμα μπλοκμπαστερικής ταινίας (ή μάλλον δεν ήταν εκείνη την εποχή) αλλά κάτι πολύ διαφορετικό. Έχει χαρακτήρες, έχει ηθοποιούς που μπορούν να στηρίξουν την κωμωδία και μπορούν να βγάλουν το γέλιο αβίαστα. Δουλεύουν για την κωμωδία και όχι για το βιαστικό γέλιο και ο Ράιτμαν τους δίνει χώρο να αποδώσουν.
  Ακόμα και τα πρακτικά εφέ της ταινίας ήταν εξαιρετικά για την εποχή. Τα φαντάσματα είναι πειστικά και πολλές φορές τρομακτικά, όπως η βιβλιοθηκάριος στην αρχή, ενώ άλλες φορές είναι αστεία, όπως ο Σλάιμερ και ο τεράστιος λουκουμάς του φινάλε. Η απεικόνιση του Γκόζερ, του κακού πνεύματος της υπόθεσης, που απειλεί να αφανίσει τη Νέα Υόρκη και το σκηνικό που στήνεται γύρω του αποδίδουν πολύ καλά μέχρι σήμερα.
  Τρεις επιστήμονες που μιλάνε γλώσσα του δρόμου, φαντάσματα, πύλες σε άλλη διάσταση, κωμικές ατάκες που δεν τις προλαβαίνεις, σχόλιο στην πολυπολιτισμικότητα της Νέας Υόρκης, νοσταλγικά πρακτικά εφέ. Όλα αυτά και άλλα πολλά συνθέτουν την κλασική αυτή ταινία που μας έρχεται από τη δεκαετία του 1980 και που κατάφερε να αποκτήσει μία συνέχεια, πέντε χρόνια μετά, μια επανεκκίνηση με θηλυκούς πρωταγωνιστές το 2016, σειρές κινουμένων σχεδίων και ηλεκτρονικά παιχνίδια με το λογότυπο που απαγορεύει τα φαντάσματα τριγύρω. Από αυτές τις ταινίες που πρέπει κάποιος να δει και προαιρετικά να χορέψει στους ρυθμούς του τόσο επιτυχημένου τραγουδιού που έγραψε ο Ρέι Πάρκερ Τζ. και που τόσο απίθανα έδεσε με το φιλμ! 




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Ghostbusters (1984) on IMDb



28.6.16

Επιστροφή στα '80s: Vigilante (1983)

Είδος: Περιπέτεια, Δράσης, Θρίλερ

ΕΚΔΙΚΗΤΕΣ ΕΚΤΟΣ ΝΟΜΟΥ
Σκηνοθεσία:William Lustig
Σενάριο:Richard Vetere
Παίζουν:Robert Forster,
Fred Williamson,Richard Bright
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Στην πόλη της Νέας Υόρκης στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η εγκληματικότητα έχει αυξηθεί και η αστυνομία δεν μπορεί να κάνει πολλά. Μια ομάδα κατοίκων, που θεωρεί σάπιο όλο το σύστημα, φτιάχνει μια ομάδα φρούρησης του νόμου και διαχειρίζεται με τον δικό της τρόπο τα προβλήματα στη γειτονιά τους. Ο Έντι Μαρίνο πλησιάζει την ομάδα μετά τη δολοφονία του ανήλικου γιου και την απόπειρα δολοφονίας της γυναίκας του από μια συμμορία και ζητά εκδίκηση.


ΑΠΟΨΗ: Ο Γούλιαμ Λάστινγκ, δημιουργός καλτ ταινιών από τη δεκαετία του 1980, όπως το Maniac και η σείρα ταινιών Maniac Cop, προσθέτεια άλλη μια καλτιά στη φιλμογραφία του. Εκδικητές Εκτός Νόμου γίνονται οι Ρόμπερτ Φόρστερ και Φρεντ Γουίλιαμσον.

  Αγαπημένο θέμα για το σινεμά του 1970 και των αρχών του 1980, η εκδίκηση και οι εκτός νόμου οργισμένοι εκδικητές. Από τον Τσαρλς Μπρόνσον και το εμβληματικό Death Wish, αλλά και το προηγηθέν Walking Tall, που προκαλούσε το κοινό να χειροκροτεί όρθιο σε κάποιες από τις προβολές του στο τέλος του φιλμ, η ανάγκη του κόσμου για επιβολή δικαιοσύνης ήταν φανερή. Προφανώς το σύστημα δεν δούλευε ικανοποιητικά για τους πολίτες και το οικοδόμημα της δικαιοσύνης έμοιαζε σάπιο. Αυτή λοιπόν η κατάσταση δημιούργησε ένα διαφορετικό είδος κινηματογραφικών περιπετειών, με ήρωες τους εκτός νόμου εκδικητές. Η ιστορία ήταν πάντα απλή, με έναν τύπο να χάνει κάποιον δικό του, η αστυνομία για κάποιο λόγο να μη μπορεί να κάνει τίποτα και ο ίδιος να αποφασίζει να πάρει το νόμο στα χέρια του και να βρει τον υπαίτιο. Όσο διασκεδαστικά κι αν ήταν αρκετά από αυτά τα φιλμ, το ζήτημα που τίθονταν πάντα ήταν η προώθηση της βίας και της οπλοκατοχής. Ακόμα και το Death Wish που προσέγγισε αρχικά πολύ προσεκτικά το θέμα, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην εποχή του. Μπορεί με τις συνέχειες της ταινίας να ξέφυγε αρκετά ο έλεγχος αλλά τουλάχιστον στο πρώτο φιλμ, ο Μπρόνσον δεν παίρνει τους δρόμους και καθαρίζει όποιον μπει στο διάβα του, έχοντας την απόλυτη άνεση, αλλά δείχνει τον εσωτερικό πόλεμο του πρωταγωνιστή απέναντι στην αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής.
  Το φιλμ του Λάστινγκ βάζει στη θέση του Τσαρλς Μπρόνσον τον Ρόμπερτ Φόρστερ, χωρίς ωστόσο να τον χρίζει ξεκάθαρα πρωταγωνιστή, βάζει και τον γνωστό από τις blaxploitation ταινίες των '70ς, Φρεντ Γουίλιαμσον, να τον σιγοντάρει και προσπαθεί να βρει τρόπο να πει την ιστορία του. Παρότι τα πρώτα λεπτά δείχνουν ότι θα ακολουθήσει κάτι καλό, η συνέχεια είναι διαφορετική.
  Η σκηνή της δολοφονίας του γιου του πρωταγωνιστή σε σοκάρει ακόμα και σήμερα, έστω κι αν δεν γίνεται ακριβώς μπροστά στην κάμερα. Από εκεί κι έπειτα υπάρχει ένα γενικότερο μπέρδεμα πλοκής, και συναισθημάτων. Τα ατοπήματα του σεναρίου είναι πολλά, το μοντάζ κουλό σε πολλά σημεία και ο χειρισμός των χαρακτήρων παράδοξος. Ο Φόρστερ μετά την επίθεση στη γυναίκα του και τη δολοφονία του γιου του, δεν έχει την αντίδραση που περιμένεις, ενώ λίγο πιο κάτω ακολουθεί μια παρωδία κακής δίκης, με τον Φόρστερ, όμως, να αντιδρά εξαιρετικά σε εκείνο το σημείο αλλά ο σκηνοθέτης να μας μπερδεύει αμέσως μετά, δείχνοντας τον Φόρστερ να μπαινει φυλακή (μάλλον γιατί επιτέθηκε στον δικαστή, απ' όσο μπόρεσα να καταλάβω!) ενώ ακολουθεί μια από τις πιο περίεργες σκηνές καταδίωξης, που έχω δει. με πρωταγωνιστή τον Φρεντ Γουίλιαμσον. Ο Γουίλιαμσον κυνηγά ένα "βαποράκι" αλλά όλη η διαδικασία είναι τόσο αργή που καταντά αστεία ενώ οι αντιδράσεις του Γουίλιαμσον είναι όλα τα λεφτά!

 Ο Λάστινγκ θέλει να πει δυο ιστορίες παράλληλα και κάπου το χάνει. Η μία ιστορία ακολουθεί τον Γουίλιαμσον και την ομάδα του, που δέρνουν όποιον μπορούν, πάντα, όμως, όπως κάθε σκηνή πάλης στο φιλμ, με προσεκτικό τρόπο, για να μη χτυπήσει κανείς (!), και η δεύτερη εστιάζει στον Φόρστερ και την προσωπική του εκδίκηση. Η ιστορία του Φόρστερ έχει κάποιες καλές στιγμές αλλά το μοντάζ γενικά δε βοηθάει και πολλές στιγμές χάνεται η ένταση που πάει να δημιουργηθεί, ενώ το σημαντικότερο κενό του φιλμ έχει να κάνει με τις επιθέσεις των εκδικητών. Δακτυλικά αποτυπώματα, επιθέσεις με όπλα, νταβατζήδες και μέλη συμμοριών χάνονται και κανείς δε φαίνεται να αναζητά σε ολόκληρο το φιλμ στα σοβαρά την εκτός νόμου ομάδα εκδικητών που φημολογείται ότι έχει δημουργηθεί, εκτός από έναν χαμηλόβαθμο αστυνομικό που κάνει κάποια στιγμή κουβέντα με τον Γουίλιαμσον και τον τρώει κι αυτόν το μαύρο σκοτάδι.
  Για του υποψιασμένους φίλους των b movies της δεκαετίας του 1980, το Vigilante μπορεί να δώσει κάποιες διασκεδαστικές στιγμές αλλά οι υπόλοιποι δε θα βρουν κάτι ιδιαίτερο στο άσχημα δεμένο φιλμ του Λάστινγκ, το οποίο με λίγη προσοχή θα μπορούσε να είναι ένα αρκετά καλύτερο δημιούργημα. Έχει κάτι στο βάθος, σκοτεινό, επικίνδυνο μεν αλλά που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί καλύτερα δε, για να έχουμε ένα πιο ενδιαφέρον τελικό αποτέλεσμα.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Εκδικητές εκτός Νόμου (1983) on IMDb



27.2.16

Επιστροφή στα '80s: Rambo: First Blood Part II (1985)

Είδος: Περιπέτεια, Δράσης
ΡΑΜΠΟ II: Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ
Σκηνοθεσία:George P. Cosmatos
Σενάριο:Sylvester Stallone,
James Cameron
Παίζουν:Sylvester Stallone,
Richard Crenna,Charles Napier
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Τζον Ράμπο έχει καταδικαστεί και υπηρετεί σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων, όπου εκεί τον επισκέπτεται ο συνταγματάρχης Τράουτμαν. Ο Τράουτμαν δίνει στον Ράμπο την ευκαιρία να αποφυλακιστεί, προτείνοντας μια αποστολή στο Βιετνάμ. Εκεί πρέπει να βρεθεί στη ζούγκλα και να τραβήξει φωτογραφίες από ένα στρατόπεδο των Βιετναμέζων που πιστεύεται ότι κρατούνται Αμερικανοί αιχμάλωτοι πολέμου. Ο Ράμπο, όμως, δεν αρκείται στις φωτογραφίες και θέλει να φέρει πίσω όσους αιχμαλώτους μπορεί, με αποτέλεσμα να απομείνει μόνος του εναντίον των Βιετναμέζων αλλά και των Ρώσων συνεργατών τους.


ΑΠΟΨΗ: Βρισκόμαστε στο 1985 και στην εποχή που ο Σταλόνε αποφασίζει να ασχοληθεί ξεκάθαρα με το σινεμά δράσης, να αφήσει στην άκρη όποια πιθανότητα είχε να κάνει περισσότερα πράγματα με το υποκριτικό του ταλέντο  και το εκτόπισμά του στην οθόνη, από το να δείχνει τα μπράτσα του, και θέτει τον εαυτό του στις υπηρεσίες του τότε Προέδρου Ρίγκαν, για μια δυνατή και ενωμένη Αμερική. Τρέμετε κομούνια!

  Καταρχάς, οφείλω να αναγνωρίσω ότι για την πρώτη μισή ώρα της ταινίας, ο Σταλόνε προσεγγίζει αρκετά σοβαρά το χαρακτήρα. Εξακολουθεί να έχει το βλέμμα που είχε στο πρώτο φιλμ. Το βλέμμα του ανθρώπου που δε μπορεί να κοινωνικοποιηθεί ακόμα, που δε χωρά σε αυτή την κοινωνία. Ο Ράμπο είναι ένας τύπος που το μόνο που μπορεί να κάνει πλέον καλά είναι να πολεμά και βρίσκεται σε μια ασταμάτητη μάχη με τον εαυτό του και την άρνηση της κοινωνίας να δεχτεί πίσω τους βετεράνους του Βιετνάμ. Όλα αυτά λοιπόν υπάρχουν ακόμα στις εκφράσεις και στο μονίμως χαμένο βλέμμα του πρωταγωνιστή της. Μετά το μισάωρο, όμως, τα πράγματα αλλάζουν και το παράδοξο εδώ είναι ότι ενώ χειροτερεύουν, στην ουσία το φιλμ γίνεται πιο διασκεδαστικό και, σε πολλές στιγμές, γίνεται αυτό που λέμε "τόσο κακό που είναι καλό"!
  Η προπαγάνδα παίρνει μπροστά για τα καλά στο δεύτερο Ράμπο και οι κακοί Ρώσοι και Βιετναμέζοι βρίσκονται εδώ όπως σε κάθε άλλο φιλομιλιταριστικό φιλμ της δεκαετίας του '80, της εποχής Ρίγκαν, όπως αναφέρω και παραπάνω. Ρώσοι και Βιετναμέζοι είναι απλώς άψυχοι, σαδιστές, απεχθής καρικατούρες. Δε φαίνεται να υπάρχει ίχνος ανθρωπιάς πάνω τους. Το σημείο ωστόσο που η ταινία ισορροπεί λίγο τα πράγματα είναι το ότι παρουσιάζει το διεφθαρμένο πρόσωπο και της άλλης πλευράς. Εκτός από τον Ράμπο και τον Συνταγματάρχη Τράουτμαν (ο Κριένα εξακολουθεί να με εκνευρίζει με τον τρόπο παιξίματός του) έχουμε τους Αμερικανούς υπεύθυνους στη βάση του Βιετνάμ, που δεν τους λες και υπερπατριώτες. Παρουσιάζεται το γραφειοκρατικό πρόσωπο του στρατού των Η.Π.Α., στο οποίο δίνει λύση στο τέλος ο πρωταγωνιστής, με τρόπο που νομίζω θα επίλυε και τα προβλήματα γραφειοκρατίας στη χώρα μας. "Μπουρλότοοοο", που έλεγε και η συγχωρεμένη Σαπφώ Νοταρά!
  Όσο το φιλμ του Κοσμάτος ξεφεύγει και γίνεται πλέον μια καθαρή ταινία δράσης, έχει ομολογουμένως αρκετές διασκεδαστικές στιγμές, άλλες γιατί είναι στημένες και σκηνοθετημένες πολύ καλά και κάποιες άλλες γιατί είναι απίστευτα ανόητες. Ο Κοσμάτος κάνει καλή δουλειά με την κάμερα, δίνοντας αρκετή ενέργεια σε αυτό που βλέπουμε στην οθόνη. Πολύ καλά εναέρια πλάνα και γρήγορη κίνηση της κάμερας με ταχύτατες εστιάσεις σε κοντινά πλάνα, ενώ η σεκάνς που ο Ράμπο κρύβεται στη ζούγκλα και εμφανίζεται απ' το πουθενά "καθαρίζοντας" τους αντιπάλους του είναι κλασική πλέον, παρά την απίστευτη υπερβολή της. Είναι σχεδόν κωμικό από ένα σημείο και μετά! Σαν ο Ράμπο να έχει κλωνοποιηθεί και να βγαίνει από κάθε δέντρο, κάθε βράχο, κάθε τρύπα της ζούγκλας!
  Πάμε τώρα στις αγαπημένες "κακές" σκηνές του φιλμ, οι οποίες κλέβουν την παράσταση. Γράψαμε ήδη για την "κλωνοποίηση" του Ράμπο, οπότε πάμε σε μια από τις πρώτες σκηνές. Η κλασική σκηνή προετοιμασίας του Ράμπο πριν φύγει για τη μάχη, έχει μέσα ένα απίστευτα αστείο πλάνο. Κοντινό σε όλα τα όπλα του Ράμπο, κοντινό στις αρβύλες, κοντινό στο πίσω μέρος του κεφαλιού του Σταλόνε τη στιγμή που δένει την κόκκινη κορδέλα στο μέτωπό του, κοντινό στους μύες του Σταλόνε φυσικά και μετά από όλα αυτά έρχεται το απίστευτο πλάνο του "οπλισμού" της φωτογραφικής μηχανής! Δεν κάνω πλάκα. Δείτε το φιλμ ξανά και παρατηρείστε τη σεκάνς.Δείχνει τη φωτογραφική μηχανή και το Ράμπο να τοποθετεί το φιλμ μέσα, με τον τρόπο που έδειξε λίγα δευτερόλεπτα πριν να τοποθετεί κάλυκες στο όπλο του! Κορυφαίο! Κι αν δε σου φτάνει αυτό, έχει κι άλλα. Εδώ αρχίζει η γνωστή ιστορία "50 μας πυροβολούν από απόσταση αναπνοής και δε μας πετυχαίνει κανείς". Ο Ράμπο κι ένας αιχμάλωτος πολέμου τρέχουν μέσα στη ζούγκλα και Βιετναμέζοι τους πυροβολούν απ' τα 5 μέτρα και δε μπορούν να πετύχουν ούτε έναν από τους φουσκωμένους μύες του πρωταγωνιστή. Πάμε και στις δύο σκηνές μπαζούκας! Ο Ράμπο αρχικά βρίσκει στόχο και διαλύει έναν Βιετναμέζο αξιωματικό από απόσταση μισού χιλιομέτρου με ένα μπαζούκας ενώ λίγο πριν το φινάλε, χρησιμοποιεί για δεύτερη φορά μπαζούκας, μέσα σε ελικόπτερο παρακαλώ, για να ρίξει στο απέναντι ελικόπτερο! Πόσο διασκεδαστικό γίνεται αυτό το φιλμ ανά διαστήματα!
  Το Ράμπο 2: Η Αποστολή στην εποχή του έσκισε στα ταμεία και καθιέρωσε τον Σταλόνε ως ήρωα ταινιών δράσης. Μπορεί να είναι φανερή η προπαγάνδα, μπορεί να είναι αφελέστατο και χαζό σε αρκετά σημεία, παραμένει, όμως, αρκετά διασκεδαστικό μέχρι σήμερα. Ο Κοσμάτος έκανε καλή δουλειά στον τομέα της δράσης και ακόμα και εξωπραγματικές σκηνές, όπως αυτές που ανέφερα πριν, δίνουν έναν άλλο τόνο στο φιλμ. Είπαμε ότι βρισκόμαστε στα μέσα του 1980, μια δεκαετία που η υπερβολή και το κιτς έκαναν συχνά την εμφάνισή τους στον κινηματογράφο. Το Ράμπο 2 είναι ένα δείγμα εκείνης της εποχής.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Ράμπο 2: Η αποστολή (1985) on IMDb



28.8.15

Επιστροφή στα '80ς- Dark Angel (1990)

Είδος : Περιπέτεια, Επιστημονικής Φαντασίας

ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ
Σκηνοθεσία:Craig R. Baxley
Σενάριο:Jonathan Tydor,
David Koepp(as Leonard Maas Jr.)
Παίζουν:Dolph Lundgren,
Brian Benben,Betsy Brantley
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Τζακ Κέην, αστυνομικός του Τμήματος Ηθών του Χιούστον, αντιμετωπίζει έναν λαθρέμπορο ναρκωτικών και σε μια συμπλοκή ο συνεργάτης του σκοτώνεται. Ο Κέην επιθυμεί να συνεχίσει εργάζεται στην υπόθεση παρά τις αντιρρήσεις των ανωτέρων του, οι οποίοι του θέτουν ως προϋπόθεση να συνεργαστεί με έναν νέο πράκτορα του FBI, τον Λάρι Σμιθ, αν θέλει να μη βγει από την υπόθεση. Αυτό που θα αντιμετωπίσει σύντομα ο Κέην με το συνεργάτη του, ξεφεύγει από τα όρια των δυνατοτήτων τους καθώς ανακαλύπτουν ότι μια εξωγήινη οντότητα δολοφονεί τυχαία ανθρώπους, δίνοντας τεράστιες ποσότητες ηρωίνης, για να εξάγει μια ουσία του εγκεφάλου μας, η οποία χρησιμοποιείται ως ακριβό ναρκωτικό στον πλανήτη του. Μόνη βοήθεια για τον Κέην και τον Σμιθ είναι ένας ακόμα εξωγήινος που κυνηγά τον πρώτο, με σκοπό να τον σκοτώσει!

ΑΠΟΨΗ: Ξεκινάω το κείμενο ξεκαθαρίζοντας γιατί την έχω εντάξει στα '80ς για να μην έχουμε παρεξηγήσεις, γιατί μερικοί είστε και παρεξηγησιάρηδες... Μπορεί το Dark Angel να κυκλοφόρησε το 1990, όμως έχει γυριστεί το '89 και η ατμόσφαιρα των '80ς είναι διάχυτη σε ολόκληρο το φιλμ· από το σενάριο, τη δράση μέχρι τις ερμηνείες και το γενικότερο κλίμα. Όσοι αμφιβάλλετε απλώς δείτε την ταινία!
 Βρισκόμαστε λοιπόν στις αρχές του 1990 και ο Λούντγκρεν φτιάχνει σιγά όνομα στην πιάτσα μετά την εμφάνισή του στο τέταρτο Ρόκι και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο Masters of The Universe και στο The Punisher. Η αλήθεια είναι ότι ο Σουηδός θα ακολουθήσει μια πορεία παίζοντας είτε δεύτερους ρόλους σε λίγο μεγαλύτερες παραγωγές είτε πρωταγωνιστώντας σε σχεδόν δεύτερης διαλογής ταινίες ή βιντεοταινίες λίγο καλύτερες ή λίγο χειρότερες από το Dark Angel... Εντάξει, κάποιες ήταν πολύ χειρότερες... Εδώ έχουμε ένα σχετικά κλασικό θέμα αστυνομικής περιπέτειας με τον σκληρό πρωταγωνιστή αστυνομικό και τον πιο κωμικό συνεργάτη του. Ως τέτοιο, το φιλμ έχει κάποιες καλές στιγμές αλλά ποτέ κάτι ιδιαίτερο καθώς και ο κωμικός ρόλος δίνεται στον ελαφρώς αδιάφορο Μπράιαν Ντέντεν, ο οποίος εκείνη την εποχή διατηρούσε το δικό του τηλεοπτικό σόου κι αν δε με ξεγελά η μνήμη μου πρέπει να παίχτηκε κάποια στιγμή και από την ιδιωτική τηλεόραση, για μικρό διάστημα. Πίσω στο φιλμ και πάλι, για να δούμε που διαφοροποιείται από το ύφος του buddy movie. Η διαφορά έγκειται στην προσπάθεια να μπούνε στοιχεία επιστημονικής φαντασίας μέσα στο σενάριο, με εξωγήινους που κυνηγιούνται στους δρόμους του Χιούστον, προσπαθώντας να εξάγουν ενδορφίνη, αν θυμάμαι καλά, από τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Ένας εξωγήινος λοιπόν σκοτώνει κόσμο για να πάρει ενδορφίνες κι ένας δεύτερος τον αναζητά για να τον σταματήσει. Κάπου εκεί μπλέκεται η χαλαρή αστυνομική περιπέτεια και οι πολεμικές τέχνες του Λούντγκρεν με την -όχι και τόσο ψαγμένη- επιστημονική φαντασία.
  Λίγο από Εξολοθρευτή, λίγο από Κυνηγό και λίγο από οποιαδήποτε αστυνομική περιπέτεια της εποχής μπορείτε να θυμηθείτε και έχουμε το τελικό αποτέλεσμα του Dark Angel. Το σενάριο συνυπογράφει ο Ντέιβιντ Κεπ του Τζουράσικ Παρκ ενώ στην σκηνοθεσία βρίσκουμε τον Κρεγκ Μπάξλεϊ. Αν δε σας λέει κάτι το όνομα του δεύτερου είναι λογικό καθώς οι περισσότερες δουλειές ήταν σαν κασκαντέρ ή σαν σκηνοθέτης τηλεοπτικών παραγωγών. Κατά πάσα πιθανότητα το Dark Angel είναι η καλύτερη δουλειά του!
  Ο Λούντγκρεν είναι αυτός που περιμένεις να είναι, ο Ντέντεν... τα είπαμε, ενώ χαρακτηριστική είναι η φιγούρα του θηριώδους Ματίας Χιούζ. Γεννημένος στη Γερμανία, ασχολήθηκε με τις πολεμικές τέχνες και γενικότερα τη γυμναστική από νεαρός, για να περάσει από τη διοίκηση επιχειρήσεων στο άνοιγμα δικών του γυμναστηρίων στη χώρα του και να βρεθεί μετά από μερικά χρόνια στο Χόλιγουντ και χάρη στη σωματική του διάπλαση να παίρνει ρόλους σε περιπετειώδη φιλμ, δεύτερης διαλογής συνήθως. Εδώ, ο Χιουζ κλέβει την παράσταση από τον έτερο θηριώδη Σουηδό και είναι η μορφή που χαρακτηρίζει το φιλμ.  
  Καλή ταινία βέβαια δεν τη λες αλλά μια μερίδα κοινού θα την ικανοποιήσει και μιλάω για εσάς που μεγαλώσατε στη δεκαετία του 1980 και που βλέπατε παρόμοια φιλμ στο βίντεο κάθε σαββατόβραδο, παρέα με φίλους και διάθεση για χαβαλέ! Αν τη δείτε με την ίδια διάθεση και σήμερα τότε μάλλον θα το διασκεδάσετε, όπως συνέβη και με μένα. Είμαι σίγουρος ότι αν το 1990 ήμουν 33 ετών και έβλεπα το Dark Angel θα το προσπερνούσα με μεγάλη ευκολία. Σήμερα όμως με μια μελαγχόλικη διάθεση για εκείνη την εποχή, μπορώ να εκτιμήσω με διαφορετικό τρόπο παρόμοια φιλμ ακόμα κι αν στο -όχι πολύ- βάθος, γνωρίζω ότι ότι πρόκειται για μέτριες ή κακές παραγωγές. Φαντάζομαι σας έδωσα το στίγμα. Η απόφαση δική σας! 




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
Dark Angel (1990) on IMDb