Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sci-fi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sci-fi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8.8.22

Prey (2022) Review

 

ΘΗΡΑΜΑ

Δράσης, Επιστημονικής Φαντασίας, Τρόμου

Διάρκεια: 124'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Σχεδόν 250 χρόνια πριν ο Ντατς, του Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ, και η παρέα του τα βάλουν με τον Κυνηγό, ένα άλλο μέλος της εξωγήινης αυτής φυλής επισκέπτεται τη Γη και προσγειώνεται στα εδάφη των ινδιάνων Κομάντσι. Ινδιάνικη φυλή άξιων κυνηγών, οι Κομάντσι θα έρθουν αντιμέτωποι με το πλάσμα. Κανείς όμως από τους άντρες πολεμιστές της φυλής δε θα μπορέσει να ξεπεράσει τη μαχητικότητα και την ευφυΐα της νεαρής Νάρου, η οποία έρχεται πρώτη σε επαφή με το πλάσμα και προσπαθεί να προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που έρχεται.

 Ο σκηνοθέτης του 10 Cloverfield Lane, Νταν Τράχτενμπεργκ, επιστρέφει στον κινηματογράφο με το Prey, την πέμπτη ταινία της σειράς ή την έβδομη αν υπολογίσουμε και τα Alien Vs Predator, και παραδίδει μια καλύτερη ταινία σε σχέση με όλα τα προηγούμενα σίκουελ. Εδώ έχουμε ένα πρίκουελ που, έξυπνα το σενάριο των Τράχτενμπεργκ και Πάτρικ Έιζον, τοποθετεί τη δράση σε μια εποχή που ακόμα τα όπλα της ανθρωπότητας είναι αρκετά ανίσχυρα απέναντι στην εξελιγμένη τεχνολογία των εξωγήινων αλλά ακόμα πιο ευρηματική είναι η επιλογή να έρθει ο Κυνηγός αντιμέτωπος με μια φυλή κυνηγών. Αυτός ο παραλληλισμός δίνει έδαφος στο σενάριο να πει πράγματα και δεν αφήνει απέξω και το σχόλιο πάνω στην καταπάτηση των εδαφών των Ινδιάνων της Αμερικής αλλά και το πιο σύνηθες τα τελευταία χρόνια της ισότητας των φύλων. Αν κάτι μπορεί να το κάνει ένας άνδρας τότε μπορεί να το κάνει και μια γυναίκα, απλώς με άλλο τρόπο, ίσως και λίγο πιο έξυπνο, μας λένε οι σεναριογράφοι.

 Τη Νάρου, υποδύεται η Άμπερ Μιντθάντερ και η παρουσία της βοηθάει αρκετά την ταινία. Μικροκαμωμένη αλλά με έντονη προσωπικότητα και ικανότητα στο κυνήγι αλλά και στα γιατροσόφια, η Νάρου αποδεικνύεται ένας αντίπαλος πιο αδύναμος σωματικά από τον θηριώδη Κυνηγό αλλά αρκετά παρατηρητική και πιο εύστροφη, ώστε να στήσει την επίθεση στο πλάσμα. Το πλάσμα ξέρει να κυνηγά αλλά η Νάρου ξέρει να επιβιώνει. Σκηνή κλειδί για να κατανοήσει η πρωταγωνίστρια τη δύναμη του Κυνηγού, μια αιματηρή μάχη με μια αρκούδα και τον Κηνυγό λίγο πριν τα μέσα της ταινίας. Εκεί για πρώτη φορά βλέπει το πλάσμα η Νάρου και αρχίζει να το κατανοεί.

 Τα τελευταία σαράντα λεπτά της ταινίας είναι τα καλύτερα και δίνουν δύο εξαιρετικά δυνατές σκηνές. Ειδικά η σκηνή στο καμένο δάσος, είναι άψογα χορογραφημένη και ιδιαιτέρως ατμοσφαιρική, ενώ φυσικά πάρα πολύ καλή είναι και η τελική αναμέτρηση.

 Το Prey είναι ένα φιλμ που σέβεται το πρωτότυπο και χρησιμοποιεί κάποια στοιχεία που δούλεψαν καλά και στο εμβληματικό φιλμ του Τζον ΜακΤίρναν. "¨Αφού ματώνει, τότε μπορούμε να το σκοτώσουμε", μας πετάει την ατάκα, φόρο τιμής, αλλά ενδιαφέρον θα είχε με κάποιο τρόπο να μπορούσαν να ενσωματώσουν το "get to the chopper"! Αστειεύομαι αλλά τώρα που το σκέφτομαι, θα ήταν εξαιρετικό ένα λογοπαίγνιο!

 Μακριά από το προηγούμενο φιλμ της σειράς, The Predator, του Σέιν Μπλακ, το Prey έρχεται με λιγότερη διάθεση για χιούμορ. Είναι βίαιο, έχει αρκετό αίμα και βλέπει σοβαρά τους χαρακτήρες του. Ανήκω σε αυτούς που μια χαρά είχαν περάσει και στην ταινία του Σέιν Μπλακ, διασκεδάζοντας την κόμικ αισθητική και τη δράση. όμως δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι το Prey είναι μια ταινία που πατάει πιο γερά στα πόδια της και τοποθετεί τη δράση σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, που αυτόματα δίνει άλλο ενδιαφέρον και τραβάει ίσως και κοινό από διαφορετικά είδη. Αξιόλογο λοιπόν!


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr

 

 

 

30.11.21

Breach (2020) Mini Review

 

ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Δράσης, Επιστημονικής Φαντασίας,Τρόμου

Σκηνοθεσία:John Suits
Σενάριο:
Edward Drake,Corey Large
Πρωταγωνιστούν:Cody Kearsley,Bruce Willis,Rachel Nichols,Kassandra Clementi,Johnny Messner,Callan Mulvey,Thomas Jane

Διάρκεια: 92'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Το όνομα του Μπρους Γουίλις αποτελούσε πάντα εγγύηση για τους θεατές. Ήξερες ότι όπως και να 'χει, αυτό που θα παρακολουθούσες, από τη στιγμή που μπλέκονταν το όνομα του Μπρους στην ταινία, ήταν δύσκολο να σε απογοητεύσει. Μέτριες ταινίες, ναι υπήρχαν, αλλά υπήρχε ένα επίπεδο παραγωγής κι ένας Μπρους Γουίλις ορεξάτος, που έδινε στο κοινό όσα περίμεναν από αυτόν. Όλα αυτά παλιά. Πλέον ο Γουίλις έχει πάψει να ασχολείται με την καριέρα του και παίζει με τον ίδιο αδιάφορο τρόπο σε ότι κι αν του προτείνουν, μαζεύοντας επιταγές για να έχει καβάντζα όταν βγει στη σύνταξη.

 Αποτελεί το Breach κάποια εξαίρεση στον κανόνα των τελευταίων ετών; Όχι, βέβαια. Το μόνο θετικό στην παραγωγή είναι ότι τουλάχιστον εδώ ο Μπρους εμφανίζεται σε ολόκληρη την ταινία. Το αναφέρω ως θετικό μόνο και μόνο με τη λογική του ότι δεν εξαπατά κανείς το κοινό βάζοντας τη φάτσα του Γουίλις ως κράχτη μπροστά αλλά υπάρχει εκεί σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, όπως υπάρχει τέλος πάντων.

 Προφανώς δεν έχει νόημα να αναλωθούμε λέγοντας πολλά για το Breach. Είναι ένα υβρίδιο επιστημονικής φαντασίας, τρόμου και δράσης, με ξεκάθαρες, κοπιαρισμένες στιγμές από κλασικές ταινίες του είδους (το φάντασμα του Alien πλανάται συνεχώς στην οθόνη). Στο μέλλον η ανθρωπότητα εγκαταλείπει σιγά σιγά τη Γη και κατευθύνεται σε έναν πλανήτη που ονομάζεται Νέα Γη. Το τελευταίο σκάφος που αναχωρεί με μια ομάδα εκλεκτών που θα αποικίσουν το νέο πλανήτη, αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα. Κάποιος ιός φαίνεται να μεταδίδεται στα μέλη του πληρώματος, που τους μετατρέπει σε (μάντεψε τι έρχεται....) ζόμπι. Ο ιός προέρχεται από μία εξωγήινη οντότητα που αποδεκατίζει τους επιβάτες. 

 Ο Μπρους Γουίλις και η ομάδα του είναι αυτοί που θα προσπαθήσουν να σταματήσουν τον εξωγήινο, με τον χαλαρό τρόπο που έχει διδάξει ο μάστορας Μπρους όλα αυτά τα χρόνια. Λίγο υφάκι, λίγες ατάκες για χαβαλέ, ένας κασκαντέρ να τρώει το ξύλο και να κάνει τις τούμπες στη θέση του άρχοντα και την έβγαλε κι αυτή τη δουλείτσα!

 Δεν γίνεται κουβέντα, ούτε για ερμηνείες, ούτε για σενάριο, ούτε για σκηνοθεσία, ούτε για ψηφιακά και πρακτικά εφέ. Τίποτα. Όλη η ταινία είναι ένα ανούσιο, αδιάφορο, χαμηλού προϋπολογισμού και χαμηλού επιπέδου δημιούργημα. Δυστυχώς σε τέτοιου είδους ταινίες περιφέρει ο Μπρους Γουίλις το κορμί του τα τελευταία χρόνια, φάντασμα του παλιού καλού εαυτού του. Επίσης, παίρνει το μάτι σου και τον κάποτε παραλίγο μεγάλο σταρ, Τόμας Τζέιν, να σπαταλά κι αυτός το ταλέντο του, προσπαθώντας να βγάλει τα προς το ζην. Κρίμα, για τον Τζέιν. Ο Γουίλις τουλάχιστον πέρασε αρκετά χρόνια στην κορυφή  και έχει βάλει τη στάμπα του, η οποία δεν διατρέχει κίνδυνο να ξεθωριάσει μεν αλλά δεν υπάρχει και λόγος να παίζει σε οτιδήποτε βλέπει μπροστά του. Τουλάχιστον να επιλέγει παραγωγές που διατηρούν κάποια υψηλότερα στάνταρ, πιο κινηματογραφικά βρε παιδάκι μου κι όχι αυτή την κατάντια.


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn

 

 

24.11.21

Venom: Let There Be Carnage (2021) Review

 

 

Venom : Let There Be Carnage
Δράσης, Επιστημονικής Φαντασίας, Κόμικ

Σκηνοθεσία:Andy Serkis
Σενάριο:
Kelly Marcel
Πρωταγωνιστούν:Tom Hardy,Woody Harrelson, Michelle Williams,Naomie Harris,Stephen Graham


Διάρκεια: 97'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Οι Sony και Marvel θέλησαν να προσφέρουν κάτι καλύτερο στο κοινό τους με τη συνέχεια του Venom. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι το κοινό δεν φάνηκε να έχει ιδιαίτερο πρόβλημα με την ταινία του 2018. Μια χαρά την είχε αποδεχτεί και μια χαρά εισπράξεις είχε κάνει η ταινία που σκηνοθέτησε ο Ρούπερτ Φλάισερ. Στους κριτικούς δεν είχε βρει θετικές ανταποκρίσεις γενικά αλλά αυτό λίγη σημασία έχει συνήθως για τα μεγάλα στούντιο. Τι αποφάσισε λοιπόν το στούντιο; Αλλάζουμε σκηνοθέτη, φέρνοντας τον Άντι Σέρκις, και κρατάμε τη μία σεναριογράφο από τους τρεις που είχαμε στο πρώτο φιλμ. Ηθοποιοί παραμένουν ίδιοι και προσθέτουμε και τον πάντα καλό Γούντι Χάρελσον και όλα καλά θα πάνε... Η αλήθεια είναι ότι από πλευράς κριτικών (στο εξωτερικό κυρίως) πήγαν κάπως καλύτερα αλλά το κοινό δεν φαίνεται να ενθουσιάστηκε με το το δεύτερο Venom...

 Η ιστορία μας βρίσκει πάλι τον Έντι Μπροκ στο επίκεντρο, ο οποίος συμβιώνει πάντα με τον εξωγήινο οργανισμό που ακούει στο όνομα Βένομ. Στόχος του Έντι είναι να βρεθεί στην κορυφή του δημοσιογραφικού αφρού της πόλης και αυτό το καταφέρνει μετά τη συνομιλία του με τον καταδικασμένο σε θάνατο, Κλίτους Κάσιντι. Δεκάδες φόνους έχει διαπράξει ο Κλίτους στο παρελθόν και τα πτώματα βρίσκονται χάρη στην παρέμβαση του Έντι, αν και ο ίδιος γνωρίζει ότι ουσιαστικά όλα οφείλονται στον Βένομ. Μετά από αυτό, ο Έντι αποκτά ξανά φήμη και φαίνεται η ζωή του να μπαίνει πάλι σε ένα καλό δρόμο. Λίγο καιρό μετά και ώρες πριν την εκτέλεσή του, ο Κλίτους ζητά να ξαναδεί τον Έντι. Κατά τη συνομιλία τους, αρπάζει το χέρι του, το δαγκώνει και με αυτό τον τρόπο, χωρίς να το γνωρίζει, αποκτά και ο ίδιος έναν συμβιωτικό εξωγήινο οργανισμό, ο οποίος θα τον βοηθήσει να ξεφύγει από την εκτέλεσή του και να προκαλέσει πανικό στην πόλη.

 Δεν τα βρήκα καλύτερα τα πράγματα σε τούτη την ταινία για τον Βένομ. Ακόμα πιο χαλαρή σαν προσέγγιση, με τις ρίζες της πίσω στη δεκαετία του 1990 και αντίστοιχες ταινίες εκείνης της περιόδου, δίνει έμφαση στην κωμωδία και επιστρέφει στη δράση από τη μέση της ταινίας και μετά, για να μας οδηγήσει στο κλασικό φινάλε των ταινιών του είδους, με την τελική σύγκρουση. Το αποτέλεσμα που παρέδωσε ο Σέρκις μοιάζει αρκετά πιο πρόχειρο και "μικρό" σε σχέση με την πρώτη ταινία. Υπάρχουν μάλιστα αρκετές στιγμές που φαίνονται "βιαστικές", για να χωρέσουν μάλλον όλα μέσα σε ενενήντα λεπτά. Η διάρκεια δεν είναι μειονέκτημα αλλά το μοντάζ φαίνεται να μην μπορεί να ανταπεξέλθει και ειδικά τα πρώτα δέκα πέντε λεπτά έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς μια γρήγορη περίληψη όσων ήθελε να πει ο σκηνοθέτης. Από εκεί και πέρα παρακολουθείς μια αρκετά μέτρια υπερηρωική ταινία με μικρές ενδιαφέρουσες αναλαμπές σε κάποιες δομημένα όμορφες εικόνες. Από ουσία, ελάχιστα πράγματα.

 Ο Τομ Χάρντι το διασκεδάζει και βγαίνει αυτό στην οθόνη αλλά πέρα από αυτόν δεν σώζεται ιδιαίτερα κάποιος ηθοποιός. Το πρόβλημα φυσικά δεν εστιάζεται στους ηθοποιούς αλλά κυρίως στο γράψιμο των χαρακτήρων και στο σενάριο. Ακόμα και τον Γούντι Χάρελσον, που είναι δύσκολο να περάσει αδιάφορος, εδώ δεν τον θυμάσαι μετά το τέλος της ταινίας.

 Η μικρή διάρκεια, οι δόσεις καλής κωμωδίας ανά τακτά διαστήματα, ο Τομ Χάρντι και η προσμονή της σύγκρουσης Βένομ - Κάρνατζ, κάνουν την ώρα να περάσει σχετικά γρήγορα. Στο τέλος δεν θυμάσαι πολλά από αυτά που είδες και αυτό είναι το χειρότερο για μια ταινία. Υπάρχουν ταινίες που παρότι αναγνωρίζω ότι δεν είναι αυτό που λες "καλή ταινία", αποτυπώνουν ανάλαφρα στην οθόνη την ιστορία που θέλουν να πουν, χωρίς να επιδιώκουν βάθος στο όλο εγχείρημα, κι αυτό τις κάνει πολλές φορές να είναι εύκολες σε μια δεύτερη, τρίτη ή και τέταρτη προβολή. Κάτι τέτοιο μου έβγαζε το πρώτο Venom. Αυτό εδώ μου φαίνεται λίγο περισσότερο άψυχο ακόμα και για μια απλή ποπ-κορν επιλογή.

 


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn

 

 

14.5.21

Oxygen (2021) Review

Oxygen
Μυστηρίου, Επιστημονικής Φαντασίας

Σκηνοθεσία:Alexandre Aja
Σενάριο:Christie LeBlanc
Πρωταγωνιστούν:Mélanie Laurent, Malik Zidi,Mathieu Amalric

Διάρκεια: 100'


 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

Η γυναίκα ξυπνά μόνη της στο απόλυτο σκοτάδι και προσπαθεί να πάρει μερικές πρώτες έντονες αναπνοές. Σκίζει το κουκούλι στο οποίο βρίσκεται φασκιωμένη και σύντομα συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται ξαπλωμένη μέσα σε μια κρυογονική κάψουλα, καλωδιωμένη με ηλεκτρόδια και διασωληνωμένη, κάτι που την οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχε κάποιο ατύχημα και νοσηλεύεται. Η μνήμη της όμως δεν τη βοηθά. Δεν θυμάται ούτε ποια είναι ούτε τι της έχει συμβεί. Η τεχνητή νοημοσύνη με την οποία είναι εφοδιασμένη η κρυογονική κάψουλα της δίνει σιγά σιγά μερικές απαντήσεις, όμως το πρόβλημα είναι πως πρέπει να βγει σύντομα από εκεί καθώς το οξυγόνο τελειώνει.

Το κλειστοφοβικό θρίλερ που μας προτείνει ο Αλεξάντρ Αγιά φέρνει αμέσως στο μυαλό το αντίστοιχου περιεχομένου, Buried, που είδαμε το 2010. Τα δύο φιλμς μοιράζονται την κοινή ιδέα του ανθρώπου που ξυπνά παγιδευμένος σε ένα “κουτί” και προσπαθεί να βρει τρόπο να βγει από εκεί. Το διαφορετικό που προσθέτει το νέο φιλμ είναι η χρησιμοποίηση των στοιχείων επιστημονικής φαντασίας, τα οποία βοηθάνε μεν στην εξέλιξη της πλοκής, μπορούν όμως εύκολα να προδώσουν αυτή την εξέλιξη στον υποψιασμένο θεατή ταινιών μυστηρίου. Ακόμα και το αρχικό πλάνο δίνει ένα αρκετά σημαντικό στοιχείο που μπορεί να απαντήσει ερωτήματα πολύ πριν αποφασίσει ο Αγιά να κάνει τις αποκαλύψεις.

Η ταινία βασίζεται εντελώς στην ερμηνεία της πολύ καλής Μελανί Λοράν και στις ικανότητες του σκηνοθέτη. Ο Αγιά μας πνίγει με τα πλάνα του και τις αργές κινήσεις της κάμερας και η Λοράν εξελίσσει τον χαρακτήρα της, μέσα στην περίπου μιάμιση ώρα της ταινίας, με μόνη αλληλεπίδραση αυτή με την τεχνητή νοημοσύνη της κρυογονικής κάψουλας, που ακούει στο όνομα ΜΙΛΟ, και τα απαραίτητα φλασμπακ.

Το Oxygen είναι μια καλή πρόταση όπως και η πλειοψηφία των ταινιών που έχει γυρίσει ο ικανότατος Γάλλος σκηνοθέτης. Σε κάθε ταινία του έχει ενδιαφέροντα στοιχεία και δημιουργεί εξαιρετική ατμόσφαιρα. Δεν έχει κάνει μέχρι σήμερα κάποια ταινία από αυτές που λες ότι θυμάσαι για καιρό αλλά δεν θυμάμαι να έχω απογοητευτεί και σε κάποια από αυτές. Το μόνο πρόβλημα με τη νέα ταινία του για εμένα ήταν ότι μπόρεσα να προβλέψω τα βήματα. Ήλπιζα για κάτι πιο δυνατό στο τέλος αλλά δεν ήρθε. Αξιόλογη ωστόσο.


 

 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn

 

 

 

16.8.20

Project Power (2020) Review

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Δράσης

"Δύο μεγάλα κινηματογραφικά ονόματα στο καστ, καλά ψηφιακά εφέ, προσγειωμένο σχετικά σενάριο, καλή φωτογραφία, συμπαθητική πλοκή και με λίγα λόγια η ταινία που σκηνοθέτησε το δίδυμο, Άριελ Σουλμάν και Χένρι Τζουστ, αποτελεί μια επιλογή που δε θα απογοητεύσει το κοινό που στοχεύει."


 

Σκηνοθεσία:Henry Joost,
Ariel Schulman
Σενάριο:Mattson Tomlin
Πρωταγωνιστούν:Jamie Foxx,
Joseph Gordon-Levitt,
Dominique Fishback
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Σε μια εποχή που, λόγω πανδημίας, οι κινηματογραφικές παραγωγές αλλά και διανομές έχουν σχετικά "παγώσει" οι διαδικτυακές πλατφόρμες προβολής ταινιών και σειρών αποτελούν μια εναλλακτική λύση για τους θεατές. Λέω θεατές γενικά και όχι κινηματογραφόφιλους γιατί για τους δεύτερους δεν υπάρχει εύκολα εναλλακτική απέναντι στη μεγάλη οθόνη, που όπως και να το κάνουμε αποτελεί μια διαφορετική εμπειρία. Το Netflix ωστόσο φροντίζει να φέρει μερικά δυνατά χαρτιά αυτή τη στιγμή στο τραπέζι για να ικανοποιήσει κυρίως τους φίλους των καλοκαιρινών μπλοκμπάστερς και των υπερηρωικών ταινιών. Ένα από αυτά τα "καλά χαρτιά" της πλατφόρμας είναι το Project Power.

 Δύο μεγάλα κινηματογραφικά ονόματα στο καστ (Τζέιμι Φοξ, Τζόζεφ Γκόρντον- Λέβιτ), καλά ψηφιακά εφέ, προσγειωμένο σχετικά σενάριο, καλή φωτογραφία, συμπαθητική πλοκή και με λίγα λόγια η ταινία που σκηνοθέτησε το δίδυμο, Άριελ Σουλμάν και Χένρι Τζουστ, αποτελεί μια επιλογή που δε θα απογοητεύσει το κοινό που στοχεύει.

 Με υπερδυνάμεις έχουμε να κάνουμε φυσικά εδώ αλλά υπάρχει μια διαφορετική ιδέα στο σενάριο του Μάτσον Τόμλιν (σεναριογράφος του νέου The Batman). Ένα χάπι που σου δίνει δύναμη για πέντε λεπτά, χωρίς να γνωρίζεις όμως ποια θα είναι αυτή. Μπορεί να γίνεις αόρατος, να γίνεις άτρωτος, να γίνεις ο "ανθρώπινος πυρσός, δε θα το γνωρίζεις όμως από πριν και κάθε φορά που θα παίρνεις το χάπι θα αποκτάς την ίδια δύναμη αφού υποτίθεται ότι η σύνθεση του χαπιού εισχωρεί στο DNA σου και φέρνει στην επιφάνεια τη δύναμη που βρίσκεται ήδη κάπου βαθιά κρυμμένη. Τα χάπια αυτά γίνονται προφανώς σύντομα προϊόν λαθραίας διακίνησης που η αστυνομία προσπαθεί να σταματήσει. Ο Φρανκ είναι ένας αστυνομικός που γίνεται χρήστης των χαπιών για να μπορέσει να τα βάλει με τους διακινητές, έχοντας ως πληροφοριοδότη ένα νεαρό κορίτσι που πουλά μικροποσότητες για να συντηρήσει την άρρωστη μητέρα της. Σημαντικό ρόλο παίζει κι ένας πρώην στρατιωτικός που για δικούς του λόγους αναζητά το "κεφάλι" σε όλη αυτή την επιχείρηση και που φαίνεται να γνωρίζει την πηγή των συστατικών του χαπιού.

 Ο Τζέιμι Φοξ (ο πρώην στρατιωτικός) και η νεαρή Ντόμινικ Φίσμπακ ταιριάζουν στην οθόνη και κάνουν λίγο στην άκρη τον καλό Τζόζεφ Γκόρντον Λέβιτ (ο αστυνομικός/ χρήστης) ίσως γιατί και οι ρόλοι τους είχαν περισσότερο ζουμί. Αν τους δούμε ωστόσο σαν πρωταγωνιστικό τρίο είναι κατά πολύ ανώτερο απέναντι στους αντίστοιχους κακούς της υπόθεσης. Όχι σαν ηθοποιοί αλλά σαν ρόλοι. Οι ρόλοι των δύο -τριών κακών που συναντάμε είναι εντελώς συμβατικά γραμμένοι και αφαιρούν αρκετά από το τελικό αποτέλεσμα. Ουσιαστικά, ο Ροντρίγκο Σαντόρο που υποδύεται τον μεγάλο κακό της ταινίας δεν έχει υλικό να δουλέψει και ο ρόλος του χάνεται.

 Κακή επιλογή δεν είναι όμως η ταινία των Τζουστ και Σουλμάν, παρά τα ελαττώματά της. Μπορώ να πω μάλιστα ότι μου άρεσε περισσότερο από μια προηγούμενη δουλειά τους, το Nerve, ένα νεανικό θριλεράκι με τον Ντέιβ Φράνκο. Εδώ τουλάχιστον υπήρχε λίγο μεγαλύτερη εστίαση στους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες και μια πιο έντονη προσπάθεια, μέσα από το υπερηρωικό στοιχείο, να πουν κάτι παραπάνω για τα κοινωνικά και φυλετικά ζητήματα στην Αμερική έστω και πιο επιδερμικά, όπως συνηθίζεται πλέον σε πολλά φιλμς του υπερηρωικού είδους.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn





31.10.19

Superman: Doomsday (2007)

Είδος: Κινούμενα Σχέδια, Κόμικ, Επιστημονικής Φαντασίας

"Μπορεί το The Death of Superman και το Reign of Supermen, του 2018, να παρουσίασαν πιο ολοκληρωμένη και πιο πιστή την ιστορία στο πρωτότυπο, όμως η ταινία του 2007 έχει κάτι πιο "ζεστό" στον πυρήνα της και παρά τις ατέλειές της κατάφερε να με αγγίξει περισσότερο."


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ
Σκηνοθεσία:Lauren Montgomery,
Bruce Timm,Brandon Vietti
Σενάριο:Duane Capizzi,Bruce Timm
Παίζουν:Adam Baldwin,Anne Heche,
James Marsters
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Ο Σούπερμαν, ο απόλυτος υπερήρωας, αυτός που μαζί με τον Μπάτμαν, αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της τέχνης των υπερηρωικών κόμικ, εκτός από φανατικούς φίλους, είχε πάντα και φανατικούς εχθρούς. Το κυριότερο πρόβλημα για τους εχθρούς των ιστοριών του ήταν ότι ο Σούπερμαν ήταν πραγματικά άτρωτος. Ένας Θεός ανάμεσα στους θνητούς που δε μπορεί να σκοτωθεί, παρά μόνο να νιώσει μια κάποια απειλή, που ίσως να τον κλονίσει. Αυτό το θέμα δημιούργησε εχθρούς και μέσα στον ίδιο τον κόσμο των κόμικς, με συγγραφείς και σκιτσογράφους της DC, της εταιρείας που στεγάζεται ο υπερήρωας, να ρίχνουν ανά διαστήματα την ιδέα στο τραπέζι.
-"Τι θα κάνουμε στην επόμενη ιστορία του Σούπερμαν;"
-"Τι λέτε γι αυτό;"
-"Το έχουμε ξανά κάνει."
-"Ίσως να κάναμε αυτό;"
-"Όχι, έχει συμβεί ξανά."
Η συζήτηση συνεχίζονταν, οι ιδέες έπεφταν και αφού έφταναν σε τέλμα, κάποιος αγανακτισμένος, μεταξύ σοβαρού και αστείου, έλεγε να τον σκοτώσουν για να ησυχάσουν.
  Το αστείο αυτό ειπώθηκε αρκετές φορές κατά την περίοδο 1988 με 1991, την εποχή μετά την επική ιστορία Crisis in Infinite Earths (1985-'86) που άλλαξε αρκετά το σύμπαν της DC. Αμέσως μετά τα γεγονότα της επικής σειράς, τον Σούπερμαν αναλαμβάνει ο Τζον Μπερν, θρυλικός καλλιτέχνης στο χώρο, για τις δύο μεγάλες εταιρείες εκείνης της εποχής, τη Marvel και τη DC. Δίνει νέα πνοή στο χαρακτήρα, αλλάζοντας πολλά από τα στοιχεία που δεν λειτουργούσαν πλέον κι επιστρέφοντας αρκετά στις ρίζες του υπερήρωα, σε εκείνες τις πρώτες ιδέες των Σίσκελ και Σούστερ αλλά και στα καρτούνς του Φλάισερ. Οι πωλήσεις του Σούπερμαν ανεβαίνουν παράλληλα με τη δημοτικότητα του ήρωα. Από το 1988 και μετά, περίοδο που ο Μπερν αποχωρεί από τη DC κι επιστρέφει στη Marvel, τα πράγματα ζορίζουν για τους νέους καλλιτέχνες που έχουν αναλάβει τον Σούπερμαν. Αρκετές διαφωνίες στις συνεδριάσεις για τις επόμενες ιστορίες, εντάσεις και κάπου στο 1991, το αστείο του θανάτου του Σούπερμαν, παύει να ακούγεται πια σαν αστείο. Έπρεπε κάπως να κλονίσουν το κοινό κι αυτός ήταν ένας τρόπος, έστω κι αν όλοι γνωρίζουμε ότι στον κόσμο των υπερηρωικών κόμικς μόνο ο θείος Μπεν και οι γονείς του Μπρους Γουέιν δεν επιστρέφουν από τους νεκρούς.
© 2007 Warner Bros. Ent. All Rights Reserved
  Το σχέδιο του θανάτου του Σούπερμαν εγκρίνεται και τον Δεκέμβριο του 1992 η σειρά που θα σκοτώσει τον Σούπερμαν ξεκινά και στο τεύχος 75 του περιοδικού Superman, ο Καλ Ελ πέφτει νεκρός μετά τη μάχη του με τον Ντούμσντέι. Οι αναγνώστες κλονίζονται και οι πωλήσεις ανεβαίνουν ξανά για τη DC σε όλη αυτή την περίοδο μέχρι την επιστροφή του ήρωα στο The Adventures of Superman, τεύχος 505.
 Ο αντίκτυπος του θανάτου ήταν τεράστιος εκείνη την εποχή, όχι μόνο στα κόμικς. Εφημερίδες και τηλεοπτικά δίκτυα μπαίνουν στο παιχνίδι και το γεγονός παίρνει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις. Στην εφημερίδα Newsday, ο θάνατος του Σούπερμαν γίνεται πρωτοσέλιδο, ενώ συνεντεύξεις των υπευθύνων δημιουργών της σειράς δίνουν και παίρνουν, με τους ίδιους μάλιστα να μην είναι απόλυτα προετοιμασμένοι για το τι πρέπει να ειπωθεί, ειδικά πριν ακόμα κυκλοφορήσει το τεύχος του "θανάτου".
© 2007 Warner Bros. Ent. All Rights Reserved
  Για πολλούς, η καλλιτεχνική αξία του όλου εγχειρήματος δεν είναι ιδιαίτερη. Περισσότερο θεωρήθηκε σαν ένα κόλπο από τη μεριά της DC για να αυξήσει της πωλήσεις της αλλά οι άμεσα εμπλεκόμενοι, όπως ο σκιτσογράφος/ σεναριογράφος Νταν Γιούργκενς έχουν δηλώσει ότι κανείς τους δεν περίμενε ότι θα υπήρχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, ούτε τότε αλλά ούτε και τα επόμενα χρόνια. Η ιστορία αυτή προκάλεσε ένα κύμα άλλων ιστοριών και θανάτων (ή "σχεδόν" θανάτων) υπερηρώων, όπως των Γουόντερ Γούμαν, Γκριν Λάντερν, Γκριν Άροου και Φλας αλλά και το Knightfall , του Σκοτεινού Ιππότη.
  Μετά από πολλά χρόνια και διάφορες προσπάθειες που δεν βρήκαν το δρόμο για τη μεγάλη οθόνη, το τμήμα κινουμένων σχεδίων της DC , αποφασίζει να κυκλοφορήσει μια εκδοχή αυτής της ιστορίας, με τον τίτλο Superman: Doomsday. Έτσι το 2007 κυκλοφορεί η ταινία, με την οποία τυπικά ξεκινά και το DCAU (DC Animated Universe), αν και ουσιαστικά είχε ξεκινήσει από το 1992 και το Μπάτμαν: Η Μάσκα του Φαντάσματος και τις μετέπειτα σειρές Batman, Superman και Justice League, έστω κι αν δεν υπάρχει πάντα συνέχεια στις ιστορίες σειρών και ταινιών.
  Το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας συνυπογράφει ο Μπρους Τιμ, ο άνθρωπος που ξεκίνησε όλο αυτό το σύμπαν μαζί με τους Άλαν Μπέρνετ και Πολ Ντίνι. Οι αλλαγές είναι αρκετές στην ιστορία όμως η βασική πλοκή παραμένει η ίδια. Ο Σούπερμαν πρέπει να αντιμετωπίσει την απόλυτη καταστροφή, ένα εξωγήινο πλάσμα που το μόνο που το ενδιαφέρει είναι να σκοτώνει κάθε μορφή ζωής, τον Ντουμσντέι. Το πλάσμα βρίσκεται σε πορεία προς τη Μητρόπολη και ο Σούπερμαν βρίσκεται εκεί για να το σταματήσει με κάθε κόστος.
  Πρώτη φορά είχα δει την ταινία όταν κυκλοφόρησε και τη βρήκα συμπαθητική αλλά οι μεγάλες διαφορές με το κόμικ με ξένισαν. Η Justice Lague και οι υπόλοιποι υπερήρωες δεν υπάρχουν εδώ. Η σχέση της Λόις με το Σούπερμαν βρίσκεται σε αρχικό στάδιο. Η στρατιά των αντικαταστατών του Σούπερμαν, εδώ ενσωματώνεται σε ένα πλάσμα, ενώ και η επιστροφή γίνεται με λίγο διαφορετικό τρόπο. Όλα αυτά, συν τις μικρές διαφορές στο σχεδιασμό των μορφών και τους διαφορετικούς ηθοποιούς στις φωνητικές ερμηνείες, είχαν προκαλέσει τότε ανάμικτα συναισθήματα, σε έναν θαυμαστή τόσο των κόμικς του Σούπερμαν, όσο και των τηλεοπτικών σειρών της DC, από το Μπάτμαν μέχρι το Justice League: Unlimited. Μια δεύτερη προβολή της ταινίας έκανα δύο τρία χρόνια μετά και μου άρεσε περισσότερο και σήμερα, δώδεκα χρονιά μετά την πρώτη προβολή, τη βρήκα ακόμα πιο ενδιαφέρουσα!
© 2007 Warner Bros. Ent. All Rights Reserved
  Το μόνο στοιχείο που δε μου λειτούργησε, και το αναφέρω τώρα για να ξεμπερδεύουμε, είναι η φωνή του Άνταμ Μπόλντγουιν ως Σούπερμαν. Ο άνθρωπος μια χαρά ερμηνεύει αλλά το μέταλλο της φωνής του, δεν είναι αυτό που περίμενα από τον Σούπερμαν και δυστυχώς δε μπόρεσα να το συνηθίσω μέχρι το τέλος της ταινίας. Στα υπόλοιπα μέρη, η ταινία κατάφερε να με κερδίσει ολοκληρωτικά!
  Ο Ντουμσντέι, παρότι βασικός χαρακτήρας με λίγο χρόνο προβολής, παρουσιάζεται εδώ εξαιρετικά. Είναι μια μηχανή θανάτου και το αποδεικνύει σκοτώνοντας πλάσματα που θα μπορούσε να αγνοήσει, όπως ένα ελάφι, αφού δεν αποτελεί απειλή για τον ίδιο. Η ταινία καταφέρνει λοιπόν να σου δείξει άμεσα ότι εδώ μιλάμε για την απόλυτη καταστροφή, για ένα πλάσμα που απλά μισεί τη ζωή.
  Η Λόις Λέιν και ο Σούπερμαν έχουν ερωτική σχέση και δε σας το λέω για νέο, μην ειρωνεύεστε. Η Λόις έχει σχέση με τον Σούπερμαν αλλά δεν γνωρίζει ότι είναι ο Κλαρκ Κεντ. Αρχικά θεώρησα ότι δε θα δουλέψει όμως στην πορεία, ο τρόπος που το χειρίστηκαν οι σεναριογράφοι με κέρδισε. Ο τρόπος που έφεραν κοντά τη Λόις με τη μητέρα του Κλαρκ, έφερε ένα δυνατό συναισθηματικό δεσμό στους χαρακτήρες παρότι δεν γνωριζόντουσαν πριν.
  Από την παραπάνω παράγραφο βγαίνει ίσως ένα ακόμα θεματάκι που είχα κι έχω με την ταινία και που με κρατάει πίσω στο να της δώσω ένα εύσημο παραπάνω. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Σούπερμαν δεν έχει πολύ καιρό που έχει αναλάβει δράση. Έτσι γίνεται λίγο δύσκολο να εξηγήσεις το δέσιμο και την αγάπη του κόσμου για τον ήρωα αλλά και το τεράστιο μίσος του Λούθορ απέναντι του, τόσο νωρίς. Μιλάμε όμως για χαρακτήρες που εσείς κι εγώ γνωρίζουμε πολύ καιρό, οπότε, παρότι είναι λάθος, μπορώ να παραβλέψω ελάχιστα αυτό το ατόπημα της ταινίας. Ελάχιστα.
© 2007 Warner Bros. Ent. All Rights Reserved
  Οι σκηνές δράσης είναι πάρα πολύ καλά δοσμένες. Η μονομαχία με τον Ντουμσντέι είναι εξαιρετική και οι σκηνές με τον κλώνο Σούπερμαν στο τέλος είναι κι αυτές αρκετά καλά χορογραφημένες με καθαρό σχέδιο που σου επιτρέπει να βλέπεις τι συμβαίνει. Σαφώς θα μπορούσαν να μην υπερβάλουν σε κάποιες σκηνές δράσης με τη Λόις σε ρόλο που θα ζήλευε και ο Βιν Ντίζελ στο Fast & Furious αλλά, είπαμε, μιλάμε για κινούμενα σχέδια, οπότε κάποιες υπερβολές μπορούν να συγχωρεθούν.
  Η ενσάρκωση του Λούθορ και η ερμηνεία του Τζέιμς Μάρστερς είναι νομίζω ένα από τα καλύτερα σημεία της ταινίας. Οι καλύτερες ατάκες δίνονται στον Μάρστερς και ο ίδιος τις αποδίδει με εξαιρετικό τρόπο. Περνάει στο θεατή το μίσος που υπάρχει μέσα στο χαρακτήρα αλλά και την ιδιαίτερη σχέση που έχουν πάντα οι ήρωες με τους προσωπικούς αντιπάλους του στον κόσμο των υπερηρωικών κόμικς.
  Γενικότερα, η αίσθηση που μου άφησε στο τέλος η ταινία ήταν πολύ καλή! Θα ήθελα μεγαλύτερη διάρκεια, με περισσότερη προβολή του Ντουμσντέι και της επερχόμενης μάχης που θα οδηγήσει στο θάνατο και θα ήθελα ίσως λίγο περισσότερο χρόνο ανάμεσα στη Λόις Λέιν και το Σούπερμαν, καθώς επίσης θα βοηθούσε αν έβλεπα επί της οθόνης μία έστω σκηνή του Κλαρκ με τη μητέρα του. Έστω και με αυτές τις ελλείψεις η ταινία δε με απογοήτευσε, τουναντίον μάλιστα. Θεωρώ ότι είναι μια από τις καλύτερες του DCAU. Μπορεί το The Death of Superman και το Reign of Supermen, του 2018, να παρουσίασαν πιο ολοκληρωμένη και πιο πιστή την ιστορία στο πρωτότυπο, όμως η ταινία του 2007 έχει κάτι πιο "ζεστό" στον πυρήνα της και παρά τις ατέλειές της κατάφερε να με αγγίξει περισσότερο.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
IMDb


14.6.19

I Am Mother (2019)

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Μυστηρίου

"Βαδίζει ίσως λίγο πιο αργά από την ιδανική ταχύτητα που θα ήθελε ο μέσος θεατής (και όχι μόνο), "φλυαρώντας", μεταφορικά κυρίως, σε ορισμένες σκηνές, που φτάνουν το φιλμ κοντά στις δύο ώρες, χωρίς να φαίνεται απαραίτητο. Αυτό ωστόσο δεν με αποτρέπει από το να την τοποθετήσω σε μια από τις πολύ καλές ταινίες επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς."

ΕΙΜΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ
Σκηνοθεσία:Grant Sputore
Σενάριο:Michael Lloyd Green,
Grant Sputore
Παίζουν:Clara Rugaard,Hilary Swank,
Rose Byrne
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Φαίνεται ότι το Νέτφλιξ αποφάσισε να ανεβάσει σιγά σιγά το επίπεδο των ταινιών παραγωγής του και μετά το πολύ καλό Triple Frontier μας δίνει κι ένα δείγμα αξιόλογης επιστημονικής φαντασίας, με το I Am Mother. Επιστημονική φαντασία με τα πόδια στη Γη και το μυαλό και την καρδιά στον άνθρωπο.
  Πρώτη μεγάλου μήκους ταινία τόσο για τον σκηνοθέτη Γκραντ Σπιουτόρε όσο και για τον σεναριογράφο, Μάικλ Λόιντ Γκριν, το I Am Mother, μας ταξιδεύει στο μέλλον, εκεί όπου η ανθρωπότητα έχει αφανιστεί κι ένα ρομπότ στο ρόλο μητέρας έχει αναλάβει να μεγαλώσει ένα ανθρώπινο έμβρυο, μέσα σε προστατευμένες εγκαταστάσεις. Όπως μαθαίνουμε στην πορεία από τη "Μητέρα", τίποτα δεν μπορεί να επιζήσει στον έξω κόσμο, γι αυτό και πολλά χρόνια μετά και ενώ το παιδί έχει γίνει έφηβη πια, ποτέ δεν την αφήνει να βγει από εκεί. Η σχέση όμως μητέρας και κόρης θα κλονιστεί όταν την εμφάνισή της κάνει μια πληγωμένη γυναίκα και η κόρη την βάζει στις εγκαταστάσεις για να περιποιηθεί τις πληγές της. Η εμπιστοσύνη της κόρης προς τη Μητέρα κλονίζεται καθώς η γυναίκα μιλά και για άλλους ανθρώπους που βρίσκονται εκεί έξω, ζώντας κυνηγημένοι από ρομπότ όπως η Μητέρα.
  Το ωραίο με την καλή επιστημονική φαντασία είναι ότι μπορεί να έχει πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις. Το I Am Mother μπορεί να είναι απλώς μια ταινία μυστηρίου με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας και πάλι να το παρακολουθήσεις ευχάριστα. Μπορεί όμως να είναι και πολλά περισσότερα, όπως ένα δράμα για τη σχέση παιδιού-γονέα και την εξέλιξη αυτής της σχέσης κατά την πάροδο των χρόνων. Μπορεί να είναι ένα σχόλιο για τη μητρότητα και για το ποιός είναι ο ρόλος της μητέρας (και του γονιού κατ' επέκταση) στην ανατροφή ενός παιδιού. Μπορεί να είναι ένα σχόλιο για την πρόοδο της τεχνολογίας, για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους ή για την λανθασμένη πορεία που πήρε η εξέλιξη αυτή. Όλα αυτά μπορεί να είναι το I Am Mother και καταφέρνει σχεδόν σε όλα να έχει κάτι να πει, έστω κι αν θα μπορούσε να τα έχει πει σε μικρότερο χρονικό διάστημα από, εντοπίζοντας ίσως εδώ το σημαντικότερο μειονέκτημα της ταινίας.
  Ένα ακόμα σημείο που θα μπερδέψει το θεατή είναι το φινάλε της ταινίας, το οποίο αφήνει να εννοηθούν αρκετά πράγματα για το τι ακριβώς έχει συμβεί αλλά και για το τι θα συμβεί μετά τους τίτλους τέλους. Αυτό βέβαια δεν είναι πρόβλημα της ταινίας καθώς η επιστημονική φαντασία οφείλει να βάλει το θεατή ή τον αναγνώστη σε σκέψεις, δίνοντας τροφή σε όλη τη διάρκεια του έργου αλλά και σαφώς μετά το τέλος του.
  Πολύ καλές οι ερμηνείες και των τριών βασικών ηθοποιών. Η νεαρή Κλάρα Ρουγκάαρντ είναι αυτή που κουβαλάει το φιλμ έχοντας τη στήριξη της Χίλαρι Σουάνκ ενώ η φωνή της Μητέρας ανήκει στην Ρόουζ Μπάιρν, η οποία είναι εξαιρετική. Η Μπάιρν καταφέρνει να είναι παράλληλα ζεστή, ψυχρή, μυστηριώδης, λογική και συναισθηματική. Δεν είσαι σίγουρος ποτέ 100% για το ρόλο της Μητέρας στην ταινία και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην Μπάιρν.
  Πολύ καλή φωτογραφία, κλειστοφοβικό στη μεγαλύτερη διάρκεια, με αποστειρωμένα κάδρα στο εσωτερικό των εγκαταστάσεων και σκούρα, γκρίζα χρωματική παλέτα στο λίγα εξωτερικά πλάνα του, το φιλμ του Σπιουτόρε κερδίζει σίγουρα τις εντυπώσεις. Βαδίζει ίσως λίγο πιο αργά από την ιδανική ταχύτητα που θα ήθελε ο μέσος θεατής (και όχι μόνο), "φλυαρώντας", μεταφορικά κυρίως, σε ορισμένες σκηνές, που φτάνουν το φιλμ κοντά στις δύο ώρες, χωρίς να φαίνεται απαραίτητο. Αυτό ωστόσο δεν με αποτρέπει από το να την τοποθετήσω σε μια από τις πολύ καλές ταινίες επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn



2.5.19

Hulk (2003) Review

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Περιπέτεια, Κόμικ

"Ο Λι και οι τρεις σεναριογράφοι, Τέρμαν, Φρανς και Σέιμους ενδιαφέρονται κυρίως για την ανθρώπινη και ψυχολογική προέκταση που έχει η ιστορία του Χουλκ. Εμβαθύνουν στο προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή και την τραγική ιστορία της οικογένειάς του και δίνουν αρκετό χρόνο στον Μπρους και όσους βρίσκονται γύρω του πριν εμφανίσουν τον πράσινο γίγαντα και αρχίσουν να δουλεύουν τα ψηφιακά εφέ."

Σκηνοθεσία:Ang Lee
Σενάριο:John Turman,
Michael France,James Schamus
Παίζουν:Eric Bana,
Jennifer Connelly,Sam Elliott
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
  Βρισκόμαστε περίπου πέντε χρόνια πριν το Iron Man και την έναρξη του ενιαίου κινηματογραφικού σύμπαντος της Marvel και ο συνεχώς οργισμένος πράσινος γίγαντας των κόμικς βρίσκει το δρόμο για τη μεγάλη οθόνη, με μια από τις πιο ιδιαίτερες υπερηρωικές ταινίες. Ο Ανγκ Λι αναλαμβάνει να σκηνοθετήσει την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Χαλκ αλλά η ανταπόκριση των φίλων του ήρωα δεν ήταν η αναμενόμενη καθώς ο Λι και οι σεναριογράφοι του φαίνεται ότι είχαν περισσότερα στο μυαλό τους κι όχι μόνο μια ταινία με πλούσια οπτικά εφέ και ασταμάτητη δράση. Πολλοί τη εκτίμησαν, αρκετοί την αγάπησαν, όμως οι περισσότεροι αδιαφόρησαν και το επικείμενο franchise σταμάτησε εκεί.
  Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή στην πλειοψηφία του κόσμου και στο φιλμ παρότι αλλάζουν μερικά πράγματα γύρω από την προέλευση του ήρωα, τα βασικά παραμένουν ίδια. Ο Μπρους Μπάνερ είναι ένας νεαρός επιστήμονας, γενετικός ερευνητής, ο οποίος δε γνωρίζει ότι κουβαλά μια μετάλλαξη, η οποία προέρχεται από πειράματα που έκανε ο πατέρας του στον εαυτό του. Αυτό που θα φέρει στην επιφάνεια τη μετάλλαξη είναι η έκθεση στην ακτινοβολία των ακτίνων Γάμμα, μέσα από ένα τυχαίο περιστατικό. Μετά από αυτό το συμβάν, ο Μπρους ανακαλύπτει ότι κάθε φορά που εκνευρίζεται και χάνει την ψυχραιμία του, μεταμορφώνεται σε ένα τεράστιο πράσινο πλάσμα, με απίστευτη δύναμη αλλά και γεμάτο οργή. Ο Μπρους και ο άλλος του εαυτός βρίσκονται πλέον κυνηγημένοι από το στρατό και τον στρατηγό Ρος, ο οποίος παρακολουθούσε τον πατέρα του Μπρους αλλά και τον ίδιο από νεαρή ηλικία, γνωρίζοντας τα παράνομα πειράματα του πατέρα Μπάνερ.
 
Ο Λι και οι τρεις σεναριογράφοι, Τέρμαν, Φρανς και Σέιμους ενδιαφέρονται κυρίως για την ανθρώπινη και ψυχολογική προέκταση που έχει η ιστορία του Χαλκ. Εμβαθύνουν στο προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή και την τραγική ιστορία της οικογένειάς του και δίνουν αρκετό χρόνο στον Μπρους και όσους βρίσκονται γύρω του πριν εμφανίσουν τον πράσινο γίγαντα και αρχίσουν να δουλεύουν τα ψηφιακά εφέ. Ακόμα και μετά την εμφάνιση του Χαλκ, η ταινία δεν επιχειρεί να βασιστεί στα εφέ και τον εύκολο εντυπωσιασμό αλλά συνεχίζει να ποντάρει στον ψυχισμό των ηρώων και ηθοποιοί και σκηνοθέτης φροντίζουν να κάνουν αρκετή δουλειά ώστε το φιλμ να είναι γεμάτο ψυχή και συναίσθημα. Μπορεί να υπάρχουν στιγμές που το φιλμ του Λι να είναι αργό (για υπερηρωική ταινία) αλλά δεν είναι ποτέ κενό. Έχει να πει πράγματα και τα λέει με θαρραλέο τρόπο, με αφήγηση που τονίζει την κόμικ καταγωγή όσων βλέπουμε στην οθόνη αλλά και με την ιστορία πάντα σε πρώτο πλάνο. Όπου ιστορία, βάλε την εσωτερική πάλη του καθενός με τα συναισθήματα και τη λογική, βάλε τη μάχη με την κατάθλιψη, βάλε τη μάχη με τις εξαρτήσεις, βάλε τη μάχη για την απόκτηση του ιδανικού, τον έρωτα, την αποδοχή ή την απελευθέρωση από την ανάγκη αποδοχής των γονιών. Αν δε θέλεις να δεις όλα αυτά, μπορείς να διακρίνεις εύκολα τις κλασικές επιρροές και αναφορές που έχει ούτως ή άλλως, από τη στιγμή της δημιουργίας του στα κόμικς, από τους Σταν Λι και Τζακ Κέρμπι, ο Χαλκ, με πρώτη και πιο εμφανή αυτή της ιστορίας του Δόκτορ Τζέκιλ και Κυρίου Χάιντ, ενώ ο Ανγκ Λι φροντίζει να κάνει αναφορές στον Φρανκενστάιν, στη Μνηστή του Φρανκενστάιν αλλά και τον Κινγκ Κονγκ.
  Ο Έρικ Μπάνα είναι πάντα συμπαθής και καλός στη δουλειά του, έτσι κι εδώ δίνει έναν καλό Μπρους Μπάνερ, με διακριτά τα τραύματα που κουβαλά από την παιδική του ηλικία. Η Τζένιφερ Κόνελι είναι μια θεσπέσια παρουσία και είναι σίγουρα η μορφή που μπορεί να φέρει γαλήνη στον οργισμένο πράσινο τύπο, μόνο με το βλέμμα της, ενώ υπάρχει καλή χημεία με τον Μπάνα. Ωστόσο, θεωρώ ότι την παράσταση κλέβουν οι δύο βετεράνοι, Νικ Νόλτε και Σαμ Έλιοτ, παίζοντας στα όρια της υπερβολής αλλά χωρίς ποτέ να τα ξεπεράσουν. Ο Νόλτε ως πατέρας του Μπρους, επιστήμονας, φυλακισμένος χρόνια, μπορεί να το τραβήξει λίγο παραπάνω και το γνωρίζει αυτό επενδύοντας όσο μπορεί περισσότερο στο χαρακτήρα και ο Ανγκ Λι του δίνει το χώρο να το κάνει χωρίς να φοβάται. Ο Έλιοτ από την άλλη, έχει ένα πιο συγκεκριμένο καλούπι να δουλέψει, καθότι στρατηγός, αλλά παράλληλα είναι και πατέρας της αγαπημένης του "τέρατος" και αυτό του επιτρέπει να αφήνει μικρές συναισθηματικές ματιές στην οθόνη.
  Το Hulk του Ανγκ Λι δεν ακολουθήθηκε από καμία συνέχεια. Λίγα χρόνια μετά η ιστορία ειπώθηκε με διαφορετικό τρόπο από τον Λουί Λετεριέ, με πρωταγωνιστή τον Έντουαρντ Νόρτον (The Incredible Hulk), στα πλαίσια του, φρέσκου τότε, κινηματογραφικού σύμπαντος της Μάρβελ. Ούτε ο Έντουαρντ Νόρτον όμως έμελλε να είναι ο Μπρους Μπάνερ/ Χαλκ των Εκδικητών και τη θέση πήρε ο Μαρκ Ράφαλο, ο οποίος εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα στο ρόλο, αλλά χωρίς να έχει γυρίσει καμία προσωπική ταινία του πράσινου γίγαντα. Πλέον οι ιστορίες των υπερηρώων και δη αυτές τις Μάρβελ, έχουν εντελώς διαφορετική δομή και τρόπο αφήγησης, καλώς ή κακώς, με άμεσο στόχο την ένταξη του ήρωα στο ενιαίο σύμπαν, οπότε κάθε ταινία δεν απομακρύνεται πολύ από το στίγμα που θέλει να δώσει η εταιρεία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν προσωπικές ταινίες, σφραγίδες σκηνοθετών. Ο Ανγκ Λι κατάφερε το 2003 να κάνει μια διαφορετική υπερηρωική ταινία, βάζοντας σε αρκετά μεγάλο βαθμό τη δική του υπογραφή (φαντάζομαι ότι αν τον άφηναν εντελώς ελεύθερο το πράγμα θα ξέφευγε περισσότερο). Μια ματιά πίσω στο χρόνο αξίζει το φιλμ του Ανγκ Λι, όχι τόσο για τους φίλους των κόμικς και των σημερινών ταινιών της Μάρβελ αλλά κυρίως για τους φίλους των ιστοριών με καταραμένους χαρακτήρες. Ένα φιλμ που ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να αναλύσει τον εσωτερικό κόσμο των δυνατών και αδυνάτων αυτού του κόσμου, που θέλει να δει τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν θέτει τα όρια, όταν τα υπερβαίνει ή όταν αναγκάζεται να μην τα υπερβεί.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb



14.2.19

Io (2019)

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Δράμα

"Όχι από τις καλές επιλογές του Netflix, το Ιώ: Μόνη Στη Γη. Η ιδέα έχει ενδιαφέρον, η φωτογραφία της ταινίας είναι καλή αλλά από εκεί και πέρα χωλαίνει σε αρκετά σημεία και μπορεί να κουράσει πριν ακόμα φτάσει τα μισά."

ΙΩ:
ΜΟΝΗ ΣΤΗ ΓΗ
Σκηνοθεσία:Jonathan Helpert
Σενάριο:Clay Jeter,Charles Spano,
Will Basanta
Παίζουν:Margaret Qualley,
Anthony Mackie,Danny Huston 
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Η ανθρωπότητα τα κατάφερε κι έκανε τον πλανήτη μη κατοικήσιμο. Ο αέρας είναι τοξικός στα περισσότερα σημεία κι έτσι σχεδόν όλοι οι κάτοικοι έχουν μεταφερθεί στο δορυφόρο του πλανήτη Δία, Ιώ, αναζητώντας παράλληλα νέους πλανήτες να κατοικήσουν. Πίσω έχει μείνει η Σαμ, κόρη διάσημου επιστήμονα που αναζητούσε τρόπο να γίνει ξανά η Γη όπως πριν, και συνεχίζει το έργο του πατέρα της που έχει πεθάνει. Τη Σαμ επισκέπτεται αναπάντεχα ένας ακόμη άνθρωπος που έχει μείνει πίσω και οι δυο τους αποφασίζουν να αναχωρήσουν για την τελευταία αποστολή μεταφοράς ανθρώπων στον πλανήτη Ιώ. 
  "Αργά- αργά, βαριά- βαριά" κυλάνε τα λεπτά σε αυτό το δράμα επιστημονικής φαντασίας. Αρχικά μοιάζει ενδιαφέρον το πράγμα αλλά όσο προχωράμε τόσο το φιλμ μας χάνει. Κουβέντα στην κουβέντα, μυθολογικές αναφορές, προβληματισμοί οικολογικοί και φιλοσοφικοί, επιστημονικές αναφορές που δε μπορούμε να ξέρουμε κατά πόσο στέκουν (και σε αυτού του ύφους τα φιλμς ΠΡΕΠΕΙ να στέκουν...) και παράλληλα μπαίνει με αμήχανο τρόπο κι ένα ρομάντζο, το οποίο προσβλέπει να δώσει πόντους στο φινάλε της ταινίας. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας που επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν το είδος απλώς για να πουν μια ανθρώπινη ιστορία (ίσως αυτή να είναι και η ουσία της επιστημονικής φαντασίας), να κάνουν σχόλια πάνω στον άνθρωπο, τον πλανήτη, την εξέλιξη, τη μοναξιά, τη συντροφικότητα. Το πρόβλημα προκύπτει όμως όταν το σενάριο και κυρίως οι διάλογοι φαίνεται να μη μπορούν να εμβαθύνουν ή έστω με κάποιο τρόπο να προβληματίσουν το θεατή. Όταν δε και η σκηνοθεσία αποφασίζει να δώσει στο φιλμ τόσο αργούς ρυθμούς χωρίς να τους χρησιμοποιεί όμως υπέρ της πλοκής, τονίζοντας κάτι από όσα συμβαίνουν, τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα ακόμα και για το θεατή που είναι μυημένος σε ταινίες αργών ρυθμών.
  Οι δύο ηθοποιοί στους οποίους βασίζεται ολοκληρωτικά η ταινία είναι η Μάργκαρετ Κουόλεϊ και ο Άντονι Μάκι, ενώ για πολύ λίγο βλέπουμε και τον Ντάνι Χιούστον, που υποδύεται τον πατέρα της Σαμ. Κουόλεϊ και Μάκι το παλεύουν και φαίνεται ότι είναι καλοί ηθοποιοί αλλά χημεία δεν υπάρχει μεταξύ τους. Όταν μπαίνει λίγο πιο έντονα το ερωτικό στοιχείο, η όχι καλή χημεία μεταξύ τους βοηθάει γιατί υπάρχουν σκηνές που θα έπρεπε να είναι ούτως ή άλλως αμήχανες, αλλά τις υπόλοιπες στιγμές αυτό δημιουργεί ένα ακόμα θέμα στη ροή της ταινίας.
  Όχι από τις καλές επιλογές του Netflix, το Ιώ: Μόνη Στη Γη. Η ιδέα έχει ενδιαφέρον, η φωτογραφία της ταινίας είναι καλή αλλά από εκεί και πέρα χωλαίνει σε αρκετά σημεία και μπορεί να κουράσει πριν ακόμα φτάσει τα μισά.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
IMDb



5.2.19

Bumblebee (2018)

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Δράσης

"Η κλίμακα είναι μικρότερη και δεν ξεφεύγει στις επικές φανφάρες του Μπέι, εστιάζει στους χαρακτήρες και την ιστορία ενός κοριτσιού που βρίσκει τον καλύτερο φίλο της στο πρόσωπο ενός εξωγήινου που κυνηγούν οι πάντες, από την κυβέρνηση των ΗΠΑ μέχρι τους κακούς Ντισέπτικονς, ενώ η δράση και οι μάχες μεταξύ των ρομπότ είναι πολύ πιο ξεκούραστες στο μάτι του θεατή, που μπορεί να διακρίνει σε τεράστιο βαθμό τι ακριβώς συμβαίνει στην οθόνη, κάτι στο οποίο βοήθησε ιδιαίτερα ο πιο απλός σχεδιασμός των ρομπότ."

Σκηνοθεσία:Travis Knight
Σενάριο:Christina Hodson
Παίζουν:Hailee Steinfeld,
Jorge Lendeborg Jr.,John Cena
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Οι Τράσνφορμερς επέστρεψαν αλλά αυτή τη φορά χωρίς τον άνθρωπο που συνέδεσε το όνομά του με την κινηματογραφική ιστορία των τεράστιων ρομπότ. Ο Μάικλ Μπέι κρατάει μόνο τη θέση του παραγωγού και αφήνει τη σκηνοθεσία στον Τράβις Νάιτ, τον άνθρωπο που σαν πρώτη σκηνοθετική δουλειά μας έδωσε το εξαιρετικό animation, Ο Κούμπο και οι Δύο Χορδές, και καταφέρνει να δώσει κυρίως στη σειρά αυτό που έλειπε σε τεράστιο βαθμό. Τι είναι αυτό; Συναίσθημα.
  Δεν μπορώ να ανοίξω μια συζήτηση για το αν ο Νάιτ καταλαβαίνει καλύτερα την ουσία των Τράνσφορμερς, καθώς ανήκω στη γενιά που έβλεπε σαν πιτσιρικάς τη σειρά κινουμένων σχεδίων αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου θαυμαστή του Όπτιμους Πράιμ και των συντρόφων του. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο ξεκάθαρα σε αυτό το φιλμ. Η κλίμακα είναι μικρότερη και δεν ξεφεύγει στις επικές φανφάρες του Μπέι, εστιάζει στους χαρακτήρες και την ιστορία ενός κοριτσιού που βρίσκει τον καλύτερο φίλο της στο πρόσωπο ενός εξωγήινου που κυνηγούν οι πάντες, από την κυβέρνηση των ΗΠΑ μέχρι τους κακούς Ντισέπτικονς, ενώ η δράση και οι μάχες μεταξύ των ρομπότ είναι πολύ πιο ξεκούραστες στο μάτι του θεατή, που μπορεί να διακρίνει σε τεράστιο βαθμό τι ακριβώς συμβαίνει στην οθόνη, κάτι στο οποίο βοήθησε ιδιαίτερα ο πιο απλός σχεδιασμός των ρομπότ.
  Η ιστορία μας πάει πίσω στο 1987 και βλέπουμε τον Μπάμπλμπι να φεύγει από τον Σάιμπερτρον, τον πλανήτη των Τράνσφορμερς, με εντολή του Όπτιμους Πράιμ, για να βρει καταφύγιο στη Γη και να ειδοποιήσει τους Γήινους για τον κίνδυνο των Ντισέπτικονς. Ο Μπαμπλμπι φτάνοντας στη Γη πρέπει να αντιμετωπίσει τους κυνηγούς των Ντισέπτικονς που τον ακολούθησαν και ταυτόχρονα να εξηγήσει στους Γήινους στρατιώτες(τι άλλο;;;) που βρίσκονται μπροστά του , ότι είναι φίλος τους. Κυνηγημένος και από τους δύο βρίσκει τρόπο να ξεφύγει και να κρυφτεί σε μια μάντρα αυτοκινήτων, μεταμορφωμένος σκαραβαίο. Εκεί τον βρίσκει λίγο καιρό μετά η Τσάρλι, ένα νεαρό κορίτσι που δεν έχει και την καλύτερη κοινωνική ζωή και στο πρόσωπο του ρομπότ βρίσκει τον ιδανικό φίλο. Εννοείται ότι με την ενεργοποίηση του Μπαμπλμπι ξεκινά μια ολόκληρη εκστρατεία εντοπισμού του από του κυνηγούς του, τόσο σε αυτόν τον πλανήτη όσο και από το διάστημα.
  Μια χαρά φιλμ έφτιαξε ο Τράβις Νάιτ. Ατμόσφαιρα δεκαετίας '80, δυο τρεις ενδιαφέροντες χαρακτήρες, μέσα σε αυτούς και το ρομπότ που δίνει το όνομα του στον τίτλο, ωραίο χιούμορ, καλός ρυθμός, χαλαρή ατμόσφαιρα και δράση όσο χρειάζεται, για να μην μπουχτίσεις, κάτι που συνέβαινε πολλές φορές στα προηγούμενα φιλμς. Παρότι δεν ήμουν από αυτούς που δεν διασκέδασαν με τις τρεις πρώτες ταινίες του Μπέι, ομολογώ ότι στις δύο τελευταίες δε μπόρεσα να αντέξω το χαμό στην οθόνη. Εδώ ο Νάιτ μας δίνει δράση με μέτρο, φροντίζοντας να ρίξει τις εντάσεις από τη βαβούρα που επικρατούσε στα προηγούμενα φιλμς, καταλαβαίνοντας απόλυτα τι ήταν αυτό που κούρασε το κοινό στις ταινίες του προκατόχου του. Το κακό χιούμορ, η έλλειψη αληθινών χαρακτήρων και μια ιστορία που μπορείς να παρακολουθήσεις χωρίς να πονοκεφαλιάζεις. Το πέτυχε και φαίνεται να έδωσε νέα πνοή στη σειρά, κερδίζοντας και το κοινό και τους κριτικούς.
  Σαφώς είναι μια ταινία που μπορείς να προτείνεις σε κάποιον, πράγμα που δυσκολευόσουν να κάνεις με τις προηγούμενες ταινίες. Οι φίλοι της κλασικής σειράς κινουμένων σχεδίων θα βρουν εδώ πολλά πράγματα που θα λατρέψουν, οι νεαρές ηλικίες θα δουν μια ιστορία που θα τους αγγίξει και θα ταυτιστούν με τους χαρακτήρες. Μια χαρά, όπως έγραψα και πιο πάνω, το φιλμ του Τράβις Νάιτ!



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb