Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1983. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1983. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.3.26

Lone Wolf McQuade (1983) Action Heroes Review

 

ΕΝΑΣ ΑΛΛΑ ΛΥΚΟΣ

Δράσης, Περιπέτεια, Γουέστερν, Θρίλερ

Διάρκεια: 107'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Το κομβικό σημείο, η μαγική στιγμή που πλανήτες ευθυγραμμίζονται για να εγερθεί η μυθική φιγούρα του Ρέιντζερ Τζ. Τζ. ΜακΚουέηντ και ο Τσακ Νόρις να γίνει κάτι παραπάνω από ένας συμπαθής ηθοποιός ταινιών δράσης, έρχεται το 1983. Ο Στιβ Κάρβερ σκηνοθετεί και τοποθετεί τον ήρωά του γονατιστό, να σχεδιάζει στο χώμα με πετραδάκια την επίθεσή του στους αλογοκλέφτες που ετοιμάζονται να εκτελέσουν μια ομάδα Μεξικανών συνοριοφυλάκων. Έχουμε δει το βλέμμα του πρωταγωνιστή, έχουμε καταλάβει ότι θα τα βάλει μόνος του με όλους, φαίνεται να μην ανησυχεί και αφού ελέγχει όλες τις παραμέτρους, σηκώνεται. Το άστρο του Τέξανου Ρέιντζερ που φορά στο στήθος μπαίνει σε πρώτο πλάνο και το εμβληματικό μουσικό θέμα του Φρανσέσκο Ντε Μάζι έρχεται να απογειώσει την εισαγωγική σκηνή του Lone Wolf McQuade, σε μια από τις καλύτερες και πιο περιεκτικά δοσμένες συστάσεις πρωταγωνιστικού χαρακτήρα σε ταινία δράσης. Αυτό που ακολουθεί είναι ένα σχεδόν τέλειο, ψυχαγωγικό, μοντέρνο (για την εποχή του) σπαγγέτι γουέστερν, που περνά στη σφαίρα του μυθικού, καθώς φαίνεται να συντονίζονται οι ενέργειες όλων των βασικών συντελεστών έτσι ώστε δημιουργείται μια ταινία απλή μεν στη σύλληψή της, πολύ πιο επιδραστική όμως στο θεατή απ' όσο θα περίμενε κανείς.

 Ο ΜακΚουέηντ είναι ένας Τεξανός Ρέιντζερ που του αρέσει να δουλεύει μόνος του. Σκληρός, λακωνικός, αδιάφθορος, σαν βγαλμένος από την εποχή της Άγριας Δύσης, ο ΜακΚουέηντ έχει τον δικό του τρόπο να τακτοποιεί τις υποθέσεις του, δημιουργώντας ένα θρύλο γύρω από το όνομά του. Όταν ένας διακινητής παράνομων όπλων και ναρκωτικών βρίσκεται στην περιοχή, ο ήρωάς μας θα σταθεί απέναντι του και θα προσπαθήσει να ξεσκεπάσει τις παράνομες επιχειρήσεις του. Κοντινοί του όμως άνθρωποι αρχίζουν να απειλούνται από τον παράνομο και ο ΜακΚουέηντ παίρνει την υπόθεση προσωπικά.

 Ο Στιβ Κάρβερ είχε συνεργαστεί με τον Τσακ Νόρις το 1981 και ήταν ο πρώτος σκηνοθέτης που καταλάβε πώς μπορούσε να αποδώσει ικανοποιητικά ο Τσακ στην οθόνη. Εδώ δίνει στον πρωταγωνιστή του την ευκαιρία να λάμψει πραγματικά. Τον αφήνει να μιλήσει τόσο όσο χρειάζεται, του δίνει χώρο να ρίξει τις κλοτσιές, τις μπουνιές του και να κάνει και μερικές επικίνδυνες σκηνές, ενώ στήνει την κάμερα απέναντί του με τρόπο που τον κάνει να δείχνει πιο cool από ποτέ. Ο Κάρβερ δίνει ρυθμό στην ταινία του, φροντίζει αρκετά τη ροή της δράσης αλλά και την υπόθεση, φροντίζοντας να δώσει αρκετές σκηνές που δεν ξεχνάς εύκολα! Από την αρχική σκηνή της μάχης με τους Μεξικανούς μέχρι το θάψιμο του ΜακΚουέηντ μερικά μέτρα κάτω από τη γη μέσα στο τερατώδες φορτηγάκι του χάρη στο οποίο (αλλά και στη μπίρα) θα βγει από εκεί σώος, μέχρι την τελική μονομαχία με τον Ντέιβιντ Καραντάιν, το Lone Wolf  McQuade έχει να δείξει ένα σωρό σκηνές μάχης και δράσης που μόνο στη δεκαετία του 1980 θα μπορούσαν να ανήκουν.

 Μιας και αναφέρθηκα στον Ντέιβιντ Καραντάιν, ας μου πει κάποιος αν θα μπορούσε να φανταστεί κάποιον άλλον κακό απέναντι σε αυτόν τον Τσακ Νόρις! Ο Καραντάιν είναι απόλυτα κακός και το χαίρεται! Ερμηνευτικά είναι σαφώς πάνω από τον Τσακ αλλά παρά την ερμηνευτική του ανωτερότητα, δεν σβήνει τον πρωταγωνιστή μας. Συμβαίνει μάλιστα το αντίθετο! Στις σκηνές που βρίσκονται οι δυο τους, η οθόνη εκπέμπει ένα ζωώδη μαγνητισμό. Τα βλέμματα, το στήσιμο του σώματος, μαρτυρούν δύο άνδρες που θέλουν να χιμήξουν ο ένας στον άλλο και ίσως όχι μόνο ακολουθώντας σκηνοθετικές οδηγίες καθώς ο ίδιος ο Κάρβερ σε συνέντευξή του πριν μερικά χρόνια είχε δηλώσει ότι Καραντάιν και Νόρις τσακώνονταν σαν τα κοκόρια στα διαλείμματα. Η επιλογή του Καραντάιν πάντως σε ρόλο ανταγωνιστή, δούλεψε υπερ του δέοντος, καθώς ο ίδιος είχε και κάποιες (ελάχιστες μπροστά στον Νόρις προφανώς) γνώσεις πολεμικών τεχνών, λόγω του ρόλου που τον έκανε διάσημο, στο τηλεοπτικό Κουνγκ Φου, οπότε κινηματογραφικά φαινόταν επαρκής ανταγωνιστής. Και λέμε κινηματογραφικά γιατί αν ο Καραντάιν έπεφτε στα χέρια του Νόρις εκτός κινηματογραφικού πλατό και χορογραφημένης μάχης, δεν θεωρώ ότι είχε την παραμικρή πιθανότητα να φύγει όρθιος. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε ο Τσακ Νόρις για τις ικανότητες του Καραντάιν στη μάχη, απάντησε με απίστευτη ειλικρίνεια ότι "ο Ντέιβιντ είναι τόσο καλός μαχητής, όσο εγώ ηθοποιός". Τσακ, σε λατρεύω!

 Ενδιαφέρον εδώ έχει και το ρομάντζο του Τσακ με την πανέμορφη Μπάρμπαρα Καρέρα. Ο Νόρις δεν το είχε γενικά με τις ερωτικές σκηνές και ήταν φανερό ότι ένιωθε άβολα συνήθως. Εδώ αυτή η συστολή του Νόρις μοιάζει να δουλεύει υπέρ της ταινίας με κάποιο τρόπο, ίσως και λόγω της ιδιοσυγκρασίας που διακατέχει τον πρωταγωνιστή. Στο φινάλε πάντως σε πείθει ότι ο ΜακΚουέηντ ήταν ερωτευμένος και έτοιμος να αλλάξει πράγματα στη ζωή του, έστω κι αν αυτό δεν θα συμβεί τελικά ποτέ καθώς η Κινηματογραφική μοίρα έχει άλλα σχέδια για τους μοναχικούς, αδιάφθορους τύπους.

 Ακόμα κι αν τα επόμενα χρόνια, τα χρόνια που ακολούθησαν το 1983, ο Νόρις έβγαλε μερικές πιο επιτυχημένες εισπρακτικά ταινίες, για μένα το Lone Wolf McQuade δεν μπορεί να γκρεμιστεί από την πρώτη θέση του βάθρου της φιλμογραφίας του. Η αρχετυπική φιγούρα του ρέιντζερ, ο απόλυτα κακός του Καραντάιν, η κινηματογράφηση του Στιβ Κάρβερ (που εδώ είναι αναμφίβολα και η δική του καλύτερη στιγμή), η φωτογραφία του Ρότζερ Σίαρμαν και η εκπληκτική μουσική του Ντε Μάζι συνθέτουν το υλικό που έκανε τα πιτσιρίκια της γενιάς μου να θαυμάζουν τον Νόρις και να ονειρεύονται ότι μπορούν να τα βάλουν με οποιαδήποτε μορφή κακού, αρκεί να μπορούν να ρίξουν μερικές καλές κλωτσιές.

 


 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι


29.12.21

Mickey's Christmas Carol (1983) Review


ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΜΙΚΙ

Κωμωδία, Δράμα, Φαντασίας,Κινουμένων σχεδίων

Σκηνοθεσία:Burny Mattinson
Σενάριο:
Burny Mattinson, Tony Marino
Πρωταγωνιστούν:Alan Young,Wayne Allwine,Hal Smith, Clarence Nash

Διάρκεια: 25'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

Τα Χριστούγεννα είναι η αγαπημένη μου περίοδος του χρόνου. Από πολύ μικρός, μέχρι σήμερα που πλησιάζω αισίως τα σαράντα μου χρόνια, είναι μια περίοδος που πραγματικά τη χαίρομαι και προσπαθώ να τη ζω όσο το δυνατόν περισσότερο. Το στόλισμα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, ο τρόπος που τα πολύχρωμα φωτάκια ζέσταιναν το δωμάτιο, οι μυρωδιές και οι γεύσεις όλων των γιορτινών εδεσμάτων μου προκαλούσαν πάντα γαλήνη, ενώ και το θρησκευτικό κομμάτι ήταν πάντα ένα από τα αγαπημένα μου, με το Θείο βρέφος να είναι ένας φάρος ελπίδας και λόγος προσπάθειας των ανθρώπων να προσπαθούν για έναν καλύτερο κόσμο. Μεγαλώνοντας δεν άλλαξε τίποτα από αυτά. Το αντίθετο μάλιστα. Όταν πλησίαζε η γιορτινή περίοδος αισθανόμουν ακόμα πιο ωραία. Μου άρεσε να στολίζουμε από νωρίς και μου άρεσε να βλέπω από το παράθυρό μου και τα απέναντι σπίτια να έχουν στολίσει και να αχνοφαίνονται τα χριστουγεννιάτικα δέντρα και τα φωτάκια τους.

 Η τηλεόραση άρχισε να γίνεται σιγά σιγά ένα αναπόσπαστο μέρος όλης αυτής της κατάνυξης που ένιωθα, μέσα από τα κλασικά πλέον ειδικά Χριστουγεννιάτικα επεισόδια των σειρών κινουμένων σχεδίων αλλά και των ταινιών, που άρχισαν να παίζονται όλο και περισσότερες από τα Ελληνικά κανάλια προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980! Είμαι σίγουρος ότι κάποιοι μπορούν να κατανοήσουν ενώ σε πολλούς μπορεί να φαίνεται αδιανόητο πως μπορεί η τηλεόραση να έχει συμμετοχή σε όλο αυτό το κατανυκτικό κλίμα, όμως υπήρχε μια περίοδος που όντως η τηλεόραση μπορούσε να φέρει κοντά οικογένειες και να συμβάλλει στο γιορτινό κλίμα.

 Μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις μου είναι σίγουρα τα Χριστουγεννιάτικα επεισόδια των αγαπημένων μου Στρουμφς. Τα Μάππετς έχουν μια ειδική θέση επίσης εκεί μέσα, τόσο με τα σπέσιαλ επεισόδιά τους όσο και χρόνια μετά με την διασκευή της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας του Ντίκενς, η οποία τείνει να είναι η αγαπημένη μου Χριστουγεννιάτικη συνήθεια (μαζί με τα Χριστούγεννα του Τρελού Θηριοτροφείου...). Η Ντίσνεϊ έβαλε το χεράκι της στην παραγωγή της ταινίας μαζί με την εταιρεία του Τζιμ Χένσον, βγάζοντας ένα πάρα πολύ όμορφο αποτέλεσμα, με έναν εκπληκτικό Μάικλ Κέιν στο ρόλο του Σκρουτζ.

 Εννιά χρόνια πριν την Χριστουγεννιάτικη Ιστορία με τα Μάππετς, η Ντίσνεϊ είχε δώσει μια ξεκάθαρα δική της εκδοχή του κλασικού έργου του Ντίκενς, δίνοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους στα δικά της αστέρια. Ο Μίκι, ο Γκούφυ, ο Ντόναλντ και φυσικά ο Σκρουτζ Μακ Ντακ αναλαμβάνουν ρόλους ενώ δεκάδες ακόμα χαρακτήρες ταινιών της Ντίσνεϊ εμφανίζονται σε αυτή τη διασκευή, η οποία φυσικά και αποτελεί μια από αυτές τις ειδικές αναμνήσεις που ανέφερα παραπάνω.

 Η ιστορία γνωστή για τους περισσότερους φαντάζομαι με τον σκληρό, φιλάργυρο και τσιγκούνη Εμπενίζερ Σκρουτζ να μισεί τα Χριστούγεννα και να φέρεται με απανθρωπιά στον μοναδικό υπάλληλο του γραφείου του, Μπομπ Κράτσετ, ο οποίος προσπαθεί να φέρει τα προς το ζην στην οικογένειά του και μοιάζει να είναι και ο μόνος που κατά βάθος συμπαθεί τον Εμπενίζερ και δεν του κρατά κακία. Παραμονή Χριστουγέννων λοιπόν και ο Σκρουτζ μιζεριάζει όσο κανείς άλλος. Δέχεται όμως την επίσκεψη του πνεύματος του "χαμένου" συνεργάτη του και των τριών πνευμάτων των Χριστουγέννων, τα οποία φροντίζουν να του δείξουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον που έρχεται για τον ίδιο αλλά και τους γύρω του αν συνεχίσει έτσι και ο σκληρός, άκαρδος Εμπενίζερ σύντομα θα μεταμορφωθεί σε έναν άλλο άνθρωπο.

 Μικρής διάρκειας ταινία (25 λεπτά), η οποία κυκλοφόρησε κινηματογραφικά μαζί με την επανέκδοση της μεγάλου μήκους ταινίας Μπερνάρ και Μπιάνκα: Κομάντος της Σωτηρίας, το 1983. Το μεγάλο γεγονός ήταν η επιστροφή του Μίκι Μάους στον κινηματογράφο μετά από τριάντα χρόνια. Και τι επιστροφή! Ο Μίκι βρίσκεται στο ρόλο του Μπομπ Κράτσετ και ομολογουμένως τόσο ο διάσημος ποντικός όσο και όλοι οι υπόλοιποι ταιριάζουν εξαιρετικά στην ιστορία του Ντίκενς. Το κλασικό σκίτσο δίνει μια ζεστασιά στο έργο και παρά την μικρή διάρκεια το αποτέλεσμα είναι αρκετά ικανοποιητικό. Προφανώς ένα δεκαλεπτάκι ακόμα θα ήταν ιδανικό για να κατανοήσουμε απόλυτα τη μετάβαση του Σκρουτζ από σκληρό και μίζερο ανθρωπάκι (πάπια στη συγκεκριμένη περίπτωση) σε έναν έξω καρδιά, χαμογελαστό άνθρωπο (ΠΑΠΙΑ, είπαμε) που αγαπά τους συνανθρώπους του και θέλει να μοιράσει χαρά, ειδικά στην πληγωμένη οικογένεια του Κράτσετ. Αυτός ο Κράτσετ, του Μίκι Μάους, έχει ίσως μια από τις πιο δύσκολες, λυπητερές σκηνές που έχω δει σε ένα κινούμενο σχέδιο, σκηνή που δύσκολα θα βλέπαμε σε σημερινό καρτούν. Φαντάσου τον Μίκι να κλαίει πάνω από το μνήμα του χαμένου μικρού γιου του... Περίεργο και δύσκολο παράλληλα, δουλεύει πάντως για την ταινία.

 Μια ακόμα λοιπόν Χριστουγεννιάτικη/ γιορτινή πρόταση για όλη την οικογένεια. Μια καλή πρώτη γνωριμία για τα πιτσιρίκια με ένα κλασικό έργο, με μικρή διάρκεια , με εξαιρετικό σχέδιο και ικανότατη αφήγηση, με τους χαρακτήρες του Ντίσνεϊ να δένουν γάντι με τους ρόλους τους. Δε νομίζω εξάλλου να αμφιβάλλει κανείς ότι θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη επιλογή για το ρόλο του Σκρουτζ πέρα από τον .... Σκρουτζ!

Υ.Γ.: Συνήθως παρακάτω βάζουμε το τρέιλερ της ταινίας, εδώ όμως έχουμε βάλει το πρώτο μέρος της, όπως μπορείτε να το βρείτε μεταγλωττισμένο στο YouTube, σε περίπτωση που κάποιος θέλει να το παρακολουθήσει με τα πιτσιρίκια του!

 

 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn

 

 

16.1.20

Vacation (1983) Review

Είδος: Κωμωδία

"Βλέποντας την ταινία σήμερα, διακρίνεις μια ζωντάνια κι ένα μέτρο στη σκηνοθεσία του Ράμις και σίγουρα βρίσκεις στιγμές που φανερώνουν το ταλέντο του Τζον Χιουζ στην αφήγηση μιας αστείας ιστορίας με χαρακτήρες κι όχι στην απλή συρραφή κωμικών σκηνών. Ωστόσο, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας ήταν και θα είναι ο Τσέβι Τσέις."

ΤΟ ΤΡΕΛΟ ΘΗΡΙΟΤΡΟΦΕΙΟ
ΠΑΕΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ
Σκηνοθεσία: Harold Ramis
Σενάριο:John Hughes
Παίζουν:Chevy Chase,
Beverly D'Angelo,Imogene Coca
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Έχω την αίσθηση ότι πρέπει να είμαι ο μόνος που παρακολουθεί παλιές ταινίες στο Netflix. Βασικά νιώθω ότι είμαι ο μόνος που παρακολουθεί ξανά παλιές ταινίες στο Netflix, κυρίως από τη δεκαετία του 1980, που έχω δει και παλιότερα και που παίζει να μην τις βρίσκω απαραίτητα αρκετά καλές αλλά με κάνουν να νιώθω ότι ζω για λίγο ξανά σε εκείνη την εποχή. Όχι τόσο γιατί έζησα εκείνη την εποχή (γεννήθηκα το 1982) αλλά κυρίως γιατί αυτές τις ταινίες τις έπαιζαν τα ιδιωτικά κανάλια στις αρχές της δεκαετίας του '90 ακατάπαυστα! Μια νοσταλγία λοιπόν με κυριεύει και θύμησες από τα μεσημέρια των σαββατοκύριακων που άραζες σπίτι και περίμενες να δεις τι θα παίξει η τηλεόραση.
 Οι κωμωδίες ήταν το σύνηθες πρόγραμμα των καναλιών και κωμικοί όπως ο Στιβ Μάρτιν, ο Έντι Μέρφι, ο Μπιλ Μάρεϊ, ο Τζον Κάντι και ο Τσέβι Τσέις "έπαιζαν" κάθε εβδομάδα. Ο Τσέβι Τσέις, που πλέον επανέρχεται μόνο τα Χριστούγεννα με τα Χριστούγεννα του Τρελού Θηριοτροφείου, είχε την τιμητική του αρκετές φορές με τις ταινίες του Τρελού Θηριοτροφείου και τον Φλετς. Ιδίως εκείνη η δεύτερη ταινία του Θηριοτροφείου με τις Διακοπές στην Ευρώπη, έχω την αίσθηση ότι έπαιζε αρκετές φορές μες στη χρονιά.
 Η σειρά ταινιών όμως με την οικογένεια Γκρίσγουολντ ξεκίνησε το 1983 με την επιθυμία του μπαμπά Κλαρκ να οδηγήσει την οικογένειά του σε ένα οδικό ταξίδι μέχρι το μεγάλο θεματικό πάρκο του Γουόλι, μιας φανταστικής εκδοχής της Ντίσνεϊλαντ. Ταξίδι για να ανανεωθεί το δέσιμο της οικογένειας, που περνάει όμως μέσα από χίλια κύματα κι ένα σωρό τραβηγμένες από τα μαλλιά καταστάσεις, γραμμένες από τον Τζον Χιουζ (Breakfast Club) και σκηνοθετημένες από έναν μελλοντικό Κυνηγό Φαντασμάτων, τον Χάρολντ Ράμις.
  Το Vacation είναι ένα αξιόπιστο δείγμα κωμωδίας του 1980. Είναι σεξιστικό, οριακά ρατσιστικό σε ένα σημείο, προσβλητικό σε μια μερίδα της κοινωνικής αλυσίδας αλλά εκείνη την εποχή μπορούσες να είσαι όλα αυτά και κανείς (ή σχεδόν κανείς) να μη νιώθει προσβεβλημένος, γιατί η δομή της κοινωνίας ήταν ακόμα διαφορετική αλλά και γιατί μιλάγαμε απλώς για μια ταινία που ήθελε να κάνει πλάκα. Για παράδειγμα, δε θεωρώ ότι σήμερα θα μπορούσε να υπάρξει σε ταινία ανάλογη σκηνή με αυτή του γκέτο,ούτε και θα υπήρχε περίπτωση πρωταγωνίστρια να δέχεται να δείξει το στήθος της τόσες φορές, χωρίς αυτό να εξυπηρετεί τίποτα στη ροή της ταινίας! Η δεκαετία του 1980 όμως όλα τα επιτρέπει.
  Βλέποντας την ταινία σήμερα, διακρίνεις μια ζωντάνια κι ένα μέτρο στη σκηνοθεσία του Ράμις και σίγουρα βρίσκεις στιγμές που φανερώνουν το ταλέντο του Τζον Χιουζ στην αφήγηση μιας αστείας ιστορίας με χαρακτήρες κι όχι στην απλή συρραφή κωμικών σκηνών. Ωστόσο, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας ήταν και θα είναι ο Τσέβι Τσέις, ένας κωμικός που θεωρώ ότι δεν έχει εκτιμηθεί όσο θα έπρεπε.Ο Τσέις είναι μάστορας της σωματικής κωμωδίας! Ξέρει με ποιο τρόπο θα χρησιμοποιήσει το σώμα του μπροστά στην κάμερα, για να είναι αστείος ακόμα κι όταν κουνά μόνο τα χέρια του. Η στάση του σώματος του Τσέβι Τσέις φανερώνει απόλυτα σε αρκετές σκηνές την κατάσταση του Κλαρκ Γκρίσγουολντ. Αμήχανος, φοβισμένος, εκνευρισμένος, λυπημένος, ο Τσέις έχει έναν δικό του τρόπο να παίζει, που μπορεί να δείχνει στο θεατή όλα τα παραπάνω και παράλληλα να είναι αστείος.
  Η οικογένεια Γκρίσγουολντ κατάφερε με το πείσμα του μπαμπά να φτάσει στο τέλος του ταξιδιού παρά τις αντιξοότητες που συνάντησε και κατάφερε να κάνει τρία ακόμα κινηματογραφικά ταξίδια, ενώ υπήρξε κι ένα σχετικά πρόσφατο ριμέικ, σχεδόν σίκουελ, που ήδη έχει ξεχαστεί. Κορυφαία στιγμή των Γκρίσγουολντ βρίσκω πως είναι η Χριστουγεννιάτικη ταινία τους αλλά κι αυτό το πρώτο φιλμ του 1983 έχει αρκετά καλά στοιχεία.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb


28.6.16

Επιστροφή στα '80s: Vigilante (1983)

Είδος: Περιπέτεια, Δράσης, Θρίλερ

ΕΚΔΙΚΗΤΕΣ ΕΚΤΟΣ ΝΟΜΟΥ
Σκηνοθεσία:William Lustig
Σενάριο:Richard Vetere
Παίζουν:Robert Forster,
Fred Williamson,Richard Bright
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Στην πόλη της Νέας Υόρκης στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η εγκληματικότητα έχει αυξηθεί και η αστυνομία δεν μπορεί να κάνει πολλά. Μια ομάδα κατοίκων, που θεωρεί σάπιο όλο το σύστημα, φτιάχνει μια ομάδα φρούρησης του νόμου και διαχειρίζεται με τον δικό της τρόπο τα προβλήματα στη γειτονιά τους. Ο Έντι Μαρίνο πλησιάζει την ομάδα μετά τη δολοφονία του ανήλικου γιου και την απόπειρα δολοφονίας της γυναίκας του από μια συμμορία και ζητά εκδίκηση.


ΑΠΟΨΗ: Ο Γούλιαμ Λάστινγκ, δημιουργός καλτ ταινιών από τη δεκαετία του 1980, όπως το Maniac και η σείρα ταινιών Maniac Cop, προσθέτεια άλλη μια καλτιά στη φιλμογραφία του. Εκδικητές Εκτός Νόμου γίνονται οι Ρόμπερτ Φόρστερ και Φρεντ Γουίλιαμσον.

  Αγαπημένο θέμα για το σινεμά του 1970 και των αρχών του 1980, η εκδίκηση και οι εκτός νόμου οργισμένοι εκδικητές. Από τον Τσαρλς Μπρόνσον και το εμβληματικό Death Wish, αλλά και το προηγηθέν Walking Tall, που προκαλούσε το κοινό να χειροκροτεί όρθιο σε κάποιες από τις προβολές του στο τέλος του φιλμ, η ανάγκη του κόσμου για επιβολή δικαιοσύνης ήταν φανερή. Προφανώς το σύστημα δεν δούλευε ικανοποιητικά για τους πολίτες και το οικοδόμημα της δικαιοσύνης έμοιαζε σάπιο. Αυτή λοιπόν η κατάσταση δημιούργησε ένα διαφορετικό είδος κινηματογραφικών περιπετειών, με ήρωες τους εκτός νόμου εκδικητές. Η ιστορία ήταν πάντα απλή, με έναν τύπο να χάνει κάποιον δικό του, η αστυνομία για κάποιο λόγο να μη μπορεί να κάνει τίποτα και ο ίδιος να αποφασίζει να πάρει το νόμο στα χέρια του και να βρει τον υπαίτιο. Όσο διασκεδαστικά κι αν ήταν αρκετά από αυτά τα φιλμ, το ζήτημα που τίθονταν πάντα ήταν η προώθηση της βίας και της οπλοκατοχής. Ακόμα και το Death Wish που προσέγγισε αρχικά πολύ προσεκτικά το θέμα, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην εποχή του. Μπορεί με τις συνέχειες της ταινίας να ξέφυγε αρκετά ο έλεγχος αλλά τουλάχιστον στο πρώτο φιλμ, ο Μπρόνσον δεν παίρνει τους δρόμους και καθαρίζει όποιον μπει στο διάβα του, έχοντας την απόλυτη άνεση, αλλά δείχνει τον εσωτερικό πόλεμο του πρωταγωνιστή απέναντι στην αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής.
  Το φιλμ του Λάστινγκ βάζει στη θέση του Τσαρλς Μπρόνσον τον Ρόμπερτ Φόρστερ, χωρίς ωστόσο να τον χρίζει ξεκάθαρα πρωταγωνιστή, βάζει και τον γνωστό από τις blaxploitation ταινίες των '70ς, Φρεντ Γουίλιαμσον, να τον σιγοντάρει και προσπαθεί να βρει τρόπο να πει την ιστορία του. Παρότι τα πρώτα λεπτά δείχνουν ότι θα ακολουθήσει κάτι καλό, η συνέχεια είναι διαφορετική.
  Η σκηνή της δολοφονίας του γιου του πρωταγωνιστή σε σοκάρει ακόμα και σήμερα, έστω κι αν δεν γίνεται ακριβώς μπροστά στην κάμερα. Από εκεί κι έπειτα υπάρχει ένα γενικότερο μπέρδεμα πλοκής, και συναισθημάτων. Τα ατοπήματα του σεναρίου είναι πολλά, το μοντάζ κουλό σε πολλά σημεία και ο χειρισμός των χαρακτήρων παράδοξος. Ο Φόρστερ μετά την επίθεση στη γυναίκα του και τη δολοφονία του γιου του, δεν έχει την αντίδραση που περιμένεις, ενώ λίγο πιο κάτω ακολουθεί μια παρωδία κακής δίκης, με τον Φόρστερ, όμως, να αντιδρά εξαιρετικά σε εκείνο το σημείο αλλά ο σκηνοθέτης να μας μπερδεύει αμέσως μετά, δείχνοντας τον Φόρστερ να μπαινει φυλακή (μάλλον γιατί επιτέθηκε στον δικαστή, απ' όσο μπόρεσα να καταλάβω!) ενώ ακολουθεί μια από τις πιο περίεργες σκηνές καταδίωξης, που έχω δει. με πρωταγωνιστή τον Φρεντ Γουίλιαμσον. Ο Γουίλιαμσον κυνηγά ένα "βαποράκι" αλλά όλη η διαδικασία είναι τόσο αργή που καταντά αστεία ενώ οι αντιδράσεις του Γουίλιαμσον είναι όλα τα λεφτά!

 Ο Λάστινγκ θέλει να πει δυο ιστορίες παράλληλα και κάπου το χάνει. Η μία ιστορία ακολουθεί τον Γουίλιαμσον και την ομάδα του, που δέρνουν όποιον μπορούν, πάντα, όμως, όπως κάθε σκηνή πάλης στο φιλμ, με προσεκτικό τρόπο, για να μη χτυπήσει κανείς (!), και η δεύτερη εστιάζει στον Φόρστερ και την προσωπική του εκδίκηση. Η ιστορία του Φόρστερ έχει κάποιες καλές στιγμές αλλά το μοντάζ γενικά δε βοηθάει και πολλές στιγμές χάνεται η ένταση που πάει να δημιουργηθεί, ενώ το σημαντικότερο κενό του φιλμ έχει να κάνει με τις επιθέσεις των εκδικητών. Δακτυλικά αποτυπώματα, επιθέσεις με όπλα, νταβατζήδες και μέλη συμμοριών χάνονται και κανείς δε φαίνεται να αναζητά σε ολόκληρο το φιλμ στα σοβαρά την εκτός νόμου ομάδα εκδικητών που φημολογείται ότι έχει δημουργηθεί, εκτός από έναν χαμηλόβαθμο αστυνομικό που κάνει κάποια στιγμή κουβέντα με τον Γουίλιαμσον και τον τρώει κι αυτόν το μαύρο σκοτάδι.
  Για του υποψιασμένους φίλους των b movies της δεκαετίας του 1980, το Vigilante μπορεί να δώσει κάποιες διασκεδαστικές στιγμές αλλά οι υπόλοιποι δε θα βρουν κάτι ιδιαίτερο στο άσχημα δεμένο φιλμ του Λάστινγκ, το οποίο με λίγη προσοχή θα μπορούσε να είναι ένα αρκετά καλύτερο δημιούργημα. Έχει κάτι στο βάθος, σκοτεινό, επικίνδυνο μεν αλλά που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί καλύτερα δε, για να έχουμε ένα πιο ενδιαφέρον τελικό αποτέλεσμα.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Εκδικητές εκτός Νόμου (1983) on IMDb



23.12.15

Return of The Jedi (1983)

Είδος : Φαντασίας, Περιπέτεια

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΤΖΕΝΤΑΪ
Σκηνοθεσία:Richard Marquand
Σενάριο:Lawrence Kasdan,
George Lucas
Παίζουν:Mark Hamill,
Harrison Ford,Carrie Fisher
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Η Αυτοκρατορία δημιουργεί ένα νέο Death Star, το όπλο που κατέστρεψαν οι επαναστάτες πριν μερικά χρόνια. Ο Λουκ Σκάιγουοκερ σώζει την Λέια και τον Χαν Σόλο από τα χέρια του διαβόητου κακοποιού Τζάμπα Δε Χατ και επιστρέφει στον πλανήτη Ντάγκομπα για να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του ως Τζεντάι, με τον Δάσκαλο Γιόντα, και θα προσπαθήσει να φέρει πίσω στη φωτεινή πλευρά της Δύναμης τον Νταρθ Βέιντερ.



ΑΠΟΨΗ: Το 1983 ολοκληρώνεται η τριλογία του Πολέμου των Άστρων. Η πρώτη ταινία έφερε επανάσταση στη χρησιμοποίηση των ειδικών εφέ και αναδημιούργησε το Χόλιγουντ μέσα από ένα απλό παραμύθι φαντασίας, το δεύτερο φιλμ μας πήγε σε πιο ενήλικα και σκοτεινά μονοπάτια, βάζοντας τον πήχη ακόμα πιο ψηλά για τις ταινίες φαντασίας, ενώ το τρίτο φιλμ, το πιο φωτεινό από τα τρία, έρχεται να δώσει το τέλος που έχουν όλα τα παραμύθια, βάζοντας μέσα στην ιστορία μερικά στοιχεία που θα γίνονταν εύκολα  συμπαθή στους μικρούς θεατές. Ναι, για τα Ίγουοκς μιλάω.
  Τρίτη ταινία και τρίτος σκηνοθέτης για τα Star Wars, με τον Λόρενς Κάσνταν να συνεχίζει κι εδώ ως σεναριογράφος αλλά αυτή τη φορά με τη συμμετοχή του ίδιου του Τζορτζ Λούκας. Ο νέος σκηνοθέτης, Ρίτσαρντ Μάρκουαντ, δίνει έναν πιο φωτεινό τόνο στο φιλμ, ίσως και μετά από σύσταση του ίδιου του Λούκας, για να μπορέσουν να προσελκύσουν περισσότερο τις μικρές ηλικίες. Η παραγωγή είναι ακόμα μεγαλειώδης, όπως και στην προηγούμενη ταινία αλλά οι σκηνές του φιλμ είναι χωρισμένες στα δύο. Κάποιες στιγμές θυμίζουν τον τόνο του Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται και συνεχίζουν την θλιβερή ιστορία της οικογένειας των Σκάιγουοκερ αλλά κάποιες άλλες κλείνουν φανερά το μάτι στα πιτσιρίκια.
  Τα Ίγουοκς, αυτά τα μικρά, συμπαθητικά, στρουμπουλά αρκουδάκια, που μένουν στον πλανήτη Έντορ, είναι ξεκάθαρα φτιαγμένα για να τα συμπαθήσουν οι μικρές ηλικίες. Προσωπικά δε με ενόχλησε ποτέ η παρουσία τους, εκτός από δύο σημεία. Το ένα είναι η μάχη που δίνουν με τους στρατιώτες της Αυτοκρατορίας, πετώντας πέτρες και στήνοντας παγίδες με κλαδιά, δημιουργώντας
μια σκηνή που θα μπορούσε να είχε αποδοθεί με διαφορετικό τρόπο και να μην παρουσιάζεται τόσο "χαζή" και παιδική. Ωστόσο, δεν είναι αυτό το σημείο που μου προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση μέχρι σήμερα. Το παράξενο με αυτά τα αρκουδάκια που τόσο συμπαθήσαμε ως παιδιά είναι ότι κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας των πρωταγωνιστών στο χωριό των Ίγουοκς. ετοιμάζονται να τους ψήσουν ζωντανούς, προφανώς για να τους φάνε! Πείτε μου, είναι αυτό μια απίστευτη και ακραία αντίθεση του σεναρίου ή όχι; Αν ο Λούκας θα έπρεπε να αφαιρέσει κάτι από τις ειδικές εκδόσεις των ταινιών που κυκλοφόρησαν μερικά χρόνια μετά, θα έπρεπε να είναι αυτή η σκηνή. Τα Ίγουοκς πετάνε πέτρες και κερδίζουν τους σκληρότερους στρατιώτες του Γαλαξία; Εντάξει, θα το δεχτώ, με τη λογική του "ας κάνουμε κάτι για τα πιτσιρίκια"! Αλλά τα χνουδωτά αρκουδάκια, που φτιάξαμε για τα παιδιά, ετοιμάζονται να κάνουν μπάρμπεκιου με το κρέας του Χαν Σόλο και του Λουκ Σκάιγουοκερ; Ακόμα αυτή η σκηνή μου προκαλεί παράξενα συναισθήματα.
  Στο υπόλοιπο φιλμ, επικεντρωνόμαστε στην προσπάθεια του Λουκ να φέρει τον Νταρθ Βέιντερ, τον πατέρα του, όπως μάθαμε από το προηγούμενο φιλμ, στην καλή πλευρά της Δύναμης καθώς έχει διακρίνει το καλό μέσα του, ενώ μια ακόμα αποκάλυψη μας περιμένει, σχετικά με την οικογένεια Σκάιγουοκερ.
  Ο Χαν Σόλο του Χάρισον Φορντ εδώ περνά λίγο στο περιθώριο και μπαίνει μπροστά ο Λουκ, η Λέια και ο Νταρθ Βέιντερ. Ο Χάμιλ είναι πιο ώριμος ως Λουκ και αρκετά πιο σκοτεινός σε ορισμένες στιγμές, δείχνοντας ότι δεν βρίσκεται 100% στην φωτεινή πλευρά της Δύναμης αλλά ότι υπάρχουν και ψήγματα της σκοτεινής πλευράς ακόμα μέσα του. Η Κάρι Φίσερ ως Λέια καλείται εδώ να εμβαθύνει στο χαρακτήρα. Δεν το καταφέρνει απόλυτα αλλά παρόλ' αυτά είναι καλή στο ρόλο
της, ενώ η εμφάνιση με το μπικίνι ως σκλάβα του Τζάμπα, μνημονεύεται μέχρι σήμερα. Τέλος, ο χαρακτήρας του Βέιντερ και οι τρεις άνθρωποι που τον υποδύονται (φωνητικά ο Τζέιμς Έρλ Τζόουνς, σωματικά ο Πράουζ και χωρίς τη μάσκα ο Σεμπάστιαν Σόου)  είναι αυτοί που καλούνται να μεταδώσουν στο θεατή το τεράστιο παιχνίδι συναισθημάτων που συμβαίνει μέσα στον σκοτεινό άρχοντα και εν τέλει τα καταφέρνουν. Σημαντικότερη στιγμή, η σκηνή που ο Αυτοκράτορας επιχειρεί να σκοτώσει τον Λουκ και ο Βέιντερ, αμίλητος πίσω τον Αυτοκράτορα, με σπασμωδικές κινήσεις του κεφαλιού του και μη μπορώντας να διακρίνουμε την έκφρασή του, καθώς φοράει ακόμα την κάσκα του, πλημμυρίζει την οθόνη συναισθήματα. Είναι ακόμη άνθρωπος ή όχι; Έχει σημασία η ζωή του γιου του ή η Δύναμη;
  Το παραμύθι που δημιούργησε ο Τζορτζ Λούκας το 1977 τελείωσε με χαρούμενο τρόπο. Έδωσε στο κοινό ό,τι ζητούσε και διεύρυνε το γαλαξία του Πολέμου των Άστρων ακόμα πιο πολύ. Δεν έχει μέχρι σήμερα την αποδοχή των δύο πρώτων ταινιών αλλά δεν παύει να είναι μια πολύ καλή ταινία και απαραίτητο μέρος μιας εξαιρετικής τριλογίας, αν θέλεις να δεις ολόκληρη την ιστορία της μάχης μεταξύ καλού και κακού. Μεταξύ της Φωτεινής και της Σκοτεινής πλευράς της Δύναμης. Σίγουρα έχει αδυναμίες αλλά μήπως μπορείς να βρεις ταινία που δεν έχει; Αδύνατο. Ενδώστε λοιπόν στο μαγευτικό αυτό παραμύθι από την αρχή του μέχρι την θρυλική επιστροφή των Τζεντάι, θυμηθείτε το ξανά όσοι το είχατε δει σαν παιδιά παλιότερα και ετοιμαστείτε για το καλύτερο Χριστουγεννιάτικο κινηματογραφικό δώρο. Αύριο, 24 Δεκεμβρίου του 2016, Η Δύναμη Ξυπνάει μετά από 32 ολόκληρα χρόνια (δε νομίζω να θεωρεί κανείς τα πρίκουελ άξια αναφοράς) και απ' ό,τι φαίνεται θα μείνει ξύπνια μερικά χρόνια ακόμη, για μια νέα τριλογία!


Υ.Γ. Δεν τελειώσαμε εδώ με το σύμπαν του Πολέμου των Άστρων... Εκτός από το νέο φιλμ που θα δούμε την επόμενη εβδομάδα, σας έχω δύο ακόμα μικρά δωράκια... 




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Star Wars: Επεισόδιο 6 - Η επιστροφή των Τζεντάι (1983) on IMDb



10.9.14

Never Say Never Again (1983)

Είδος: Περιπέτεια

Never Say Never Again
ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ, ΠΡΑΚΤΩΡ 007:
ΠΟΤΕ ΜΗ ΞΑΝΑΠΕΙΣ ΠΟΤΕ
Σκηνοθεσία:Irvin Kershner 
Σενάριο:Kevin McClory,
Jack Whittingham,Lorenzo Semple Jr.
Παίζουν:Sean Connery,
Kim Basinger,Klaus Maria Brandauer
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Η μυστική τρομοκρατική οργάνωση SPECTRE κλέβει δύο πυρηνικές κεφαλές από τους Αμερικάνους και ο Μποντ πρέπει να ανακαλύψει τον στόχο τους.


ΑΠΟΨΗ: Αν ζούσαμε στο 1983, τότε σίγουρα το Never Say Never Again θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον ή τουλάχιστον θα πήγαινα να το παρακολουθήσω στον κινηματογράφο με περισσότερο ενδιαφέρον, λόγω της επιστροφής του Κόνερι μετά από 12 χρόνια στον πιο χαρακτηριστικό ρόλο της καριέρας του. Ο Μποντ έγινε γνωστός με το πρόσωπο του Κόνερι και με τον τρόπο που τον υποδύθηκε ο Κόνερι αλλά και ο Κόνερι έγινε σταρ πρώτου μεγέθους χάρη στον Μποντ. Αν μη τι άλλο, ήταν σημαντική επιστροφή και μάλιστα σε μια εποχή που ο κινηματογραφικός Μποντ ήταν εδώ και μια δεκαετία ο Ρότζερ Μουρ.

  Όπως έγραψα και στο Επιχείρηση Οκτάπουσι, πριν λίγο καιρό, το 1983 ήταν η χρονιά της "Μάχης των Μποντ". Το Never Say Never Again κυκλοφόρησε τέσσερις μήνες μετά το Οκτάπουσι και ηττήθηκε στα ταμεία, παρ' ότι όλοι περίμεναν η επιστροφή του Κόνερι να φέρει περισσότερο κόσμο στους κινηματογράφους. Όπως, όμως, ξεκίνησα να γράφω, αν ζούσα το 1983 θα ήμουν περίεργος για την επιστροφή του Κόνερι, όμως, το 2014 δε με απασχολεί πια το συγκεκριμένο θέμα και το μόνο που μένει είναι το φιλμ, αυτό καθεαυτό.
  Το Never Say Never Again ήταν για μένα ένα από τα πιο βαρετά Μποντ! Συγκεκριμένα, το χειρότερο μετά το Moonraker. Ξέρω ότι πολλοί θα διαφωνήσετε αλλά βρήκα το φιλμ άψυχο και ελάχιστα διασκεδαστικό. Έξυπνα παίζει με την ηλικία του Μποντ αλλά και του ίδιου του Κόνερι, ο οποίος είναι στα 53, παρουσιάζοντάς τον ελαφρώς ανενεργό πράκτορα και βάζει ενδιαφέροντες χαρακτήρες γύρω του. Ο Κλάους Μαρία Μπραντάουερ, στο ρόλο του Λάργκο, είναι ένας αρκετά συγκρατημένος κακός, διαφορετικός από τον Λάργκο του Thunderball, αν και προσωπικά προτιμώ τον δεύτερο. -( ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ-Αναφέρω το Thunderball, γιατί, όπως είχα γράψει και στο Οκτάπουσι, το Ποτέ Μη Ξαναπείς Ποτέ είναι ριμέικ της ταινίας του 1965 και μάλιστα δεν ανήκει στην επίσημη σειρά ταινιών του Μποντ αλλά είναι παραγωγή του σεναριογράφου του Thunderball, ο οποίος μετά από δικαστική διαμάχη με τον Ίαν Φλέμινγκ είχε κερδίσει το δικαίωμα να γυρίσει τη δικιά του ταινία Μποντ, με μόνο όρο, να βασίζεται στο σενάριο του Thunderball!Ουφ....Αυτά...Συνεχίζω...) - Η Μπάρμπαρα Καρέρε είναι ένα γοητευτικό, "κακό", Bond Girl ενώ το ερωτικό ενδιαφέρον του Μποντ υποδύεται η νεαρή Κιμ Μπέισινγκερ, πανέμορφη αλλά ακόμα όχι καλή υποκριτικά.
  Εκεί που το φιλμ χάνει είναι στους δευτερεύοντες ρόλους του Μ, του Q και της Μάνιπενι. Είναι δύσκολο να βλέπεις άλλους ηθοποιούς σε αυτούς τους ρόλους, ειδικά όταν ο Μποντ είναι ο ηθοποιός που έπλασε το ρόλο και επί δέκα χρόνια έπαιζε απέναντι στους ίδιους ανθρώπους, οι οποίοι είναι ρόλοι κλειδιά σε κάθε Μποντ. Περιμένεις την ανάθεση της αποστολής από τον Μ του Μπέρναρντ Λη και όχι από τον Έντουαρντ Φοξ! Μετά περιμένεις το πείραγμα του Μποντ στην Μάνιπενι και στη συνέχεια θέλεις να δεις τον Q του Νέσμοντ Λιούελιν, να εξηγεί τα νέα γκάτζετ στον Μποντ, πάντα με χιουμοριστική διάθεση. Εδώ, λοιπόν, όλα αυτά είναι ξένα και δε βοηθούν καθόλου το φιλμ.
  Άλλο ένα ζήτημα του Never Say Never Again είναι η διάρκεια και η επερχόμενη κόπωση του θεατή από ένα σημείο και μετά. Η λεγόμενη ασθένεια των ταινιών του Μποντ και η αναγκαστική διάρκεια δύο ωρών και πάνω που πρέπει να έχουν τα φιλμ, χτυπάει κι εδώ. Μέχρι τα μισά τα πράγματα πάνε σχετικά καλά αλλά από εκεί και μετά, δεν είναι πως δεν υπάρχει δράση αλλά μοιάζει ασθενική. Κυνηγητά με μηχανές, υποβρύχιες σκηνές, άλογα που πηδάνε στη θάλασσα από πύργους και άλλα πολλά συμβαίνουν, μοιάζουν όμως σκηνοθετημένα χωρίς μεράκι και ενέργεια.
  Ο Κόνερι υποδύθηκε άλλη μια φορά τον Μποντ με αρκετή άνεση παρά το προχωρημένο της ηλικίας του αλλά το φιλμ το ξεχνάμε γρήγορα και κρατάμε τη δεκαετία του '60 από τον φίλτατο Σον, με τα εξαιρετικά πρώτα Μποντ. Με το Never Say Never Again κλείνει το κεφάλαιο Μποντ  στον κινηματογράφο για τον Σον Κόνερι, όμως το 2005 θα δανείσει τη φωνή του στον 007 ακόμη μια φορά, για τις ανάγκες του βιντεοπαιχνιδιού "From Russia With Love".




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Never Say Never Again (1983) on IMDb



3.9.14

Octopussy (1983)

Είδος: Περιπέτεια

ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ, ΠΡΑΚΤΩΡ 007:
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΟΚΤΑΠΟΥΣΙ
Σκηνοθεσία:John Glen
Σενάριο:Richard Maibaum
,Michael G. Wilson,
George MacDonald Fraser
Παίζουν:Roger Moore,
Maud Adams,Louis Jourdan
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Μια υπόθεση κλοπής ενός αυγού Φαμπερζέ θα οδηγήσει τον Μποντ στην Ινδία, στα χνάρια του λαθρέμπορου Καμάλ Καν, ενώ εκεί θα συναντήσει τη μυστηριώδη Οκτάπουσι. Ο Μποντ ανακαλύπτει τη συνεργασία του Καμάλ Καν με έναν τρελό Ρώσο αξιωματούχο, με σκοπό να τινάξουν στον αέρα μια Αμερικανική αεροπορική βάση.


ΑΠΟΨΗ: Την εποχή που κυκλοφόρησε ο 13ος Μποντ είχαμε μια περίεργη κινηματογραφική κόντρα, η οποία τότε ονομάστηκε "η μάχη των Μποντ". Λίγους μήνες μετά την έξοδο του Οκτάπουσι, με πρωταγωνιστή τον Μουρ, βγήκε στις αίθουσες το Never Say Never Again, με πρωταγωνιστή τον Σον Κόνερι, στον ρόλο του Τζέιμς Μποντ! Το Never Say Never Again είναι στην ουσία ριμέικ του Thunderball και δεν είναι παραγωγή της MGM και της Danjaq. Ο παραγωγός και συν-σεναριογράφος του Thunderball, Κέβιν ΜακΛόρι, κέρδισε μια δικαστική διαμάχη απέναντι στον Ίαν Φλέμινγκ, επιθυμώντας να γυρίσει μια δικιά του ταινία Μποντ. Το κατάφερε, έπεισε τον Κόνερι να γυρίσει και όλα φάνηκαν να λειτουργούν υπέρ του στη "μάχη των Μποντ", όμως οι εισπράξεις του Οκτάπουσι ήταν περισσότερες σε όλους τους τομείς. Οπότε, Οκτάπουσι- Ποτέ μην Ξαναπεις Ποτέ : 1-0.


  Το Οκτάπουσι μπορεί να έσκισε στα ταμεία αλλά δεν θα βρεις εύκολα κάποιον να το θεωρεί καλή ταινία Μποντ. Το πρόβλημα είναι ότι ο Μποντ μοιάζει πλέον με καρικατούρα του εαυτού του. Μπορεί γενικά ο Μουρ να έδωσε έναν πιο αστείο και campy Μποντ, εδώ, όμως, τα πράγματα ξέφυγαν επικίνδυνα. Ένα ανεκδιήγητο κυνηγητό με τρίκυκλο στο Νέο Δελχί, ένα υποβρύχιο όχημα κροκόδειλος, μια στολή γορίλα και το κερασάκι στην τούρτα μπαίνει λίγο πριν το τέλος, με τον Μποντ να μεταμφιέζεται σε κλόουν! Καταλαβαίνετε, ότι οι φίλοι του άλλοτε σκληρού Βρετανού κατασκόπου, δεν ήθελαν πολύ για να θεωρήσουν το Οκτάπουσι την χειρότερη ταινία της σειράς.
  Θυμάμαι να παρακολουθώ πρώτη φορά το Οκτάπουσι, περίπου 14 χρόνια πριν, στα 18 μου χρόνια. Τότε, θεώρησα κι εγώ πως ήταν πραγματικά τραγικό το κατάντημα του Μποντ. Σήμερα, όμως, άλλαξα γνώμη. Ναι, το Οκτάπουσι είναι αστείο. Είναι ίσως το πιο αστείο Μποντ και ναι, ο Μποντ μοιάζει καρικατούρα και αυτοπαρωδείται χωρίς έλεος από τον Μουρ. Θέλεις λίγο τα '80ς, θέλεις λίγο ο Μουρ που είναι αρκετά μεγάλος πια για να δέρνει και να κάνει ακροβατικά, που ούτως ή άλλως δεν έκανε και πολλά ούτε πριν, κάπως έτσι το Οκτάπουσι οδηγείται σε διαφορετικά μονοπάτια. Σήμερα, λοιπόν, ομολογώ ότι το Οκτάπουσι το διασκέδασα. Διαφωνώ κι εγώ με τον τόσο αυτοσαρκασμό αλλά παρ' ολ' αυτά έπιασα τον εαυτό μου να μην βαριέται καθόλου στη διάρκεια του φιλμ. Το Οκτάπουσι είναι θεαματικό και είναι γρήγορο, έχει χιούμορ (είπαμε υπερβολικό, μην τα ξαναλέμε), έχει δύο κακούς απέναντι στον Μποντ και έχει τον Μουρ στην πιο μπλαζέ εμφάνισή του, αμέσως μετά την πιο σκληρή του εμφάνιση, στο Για Τα Μάτια Σου Μόνο!
  Οι δύο κακοί της υπόθεσης είναι ο Καμάλ Καν, ερμηνευμένος από τον Λουί Ζουρντάν, και ο στρατηγός Ορλόφ, ερμηνευμένος από τον Στίβεν Μπίρκοφ. Ο ρόλος του Ζουρντάν πολύ πιο προσεγμένος και ο ίδιος αρκετά άνετος με αυτόν αλλά το πρόβλημα είναι ο ρόλος του Μπίρκοφ. Ο Μπίρκοφ παίζει έναν από τους χειρότερους κακούς στη σειρά ταινιών του Μποντ. Υπερβολικός στην ερμηνεία του, ακόμα και για ταινία Μποντ, περισσότερο γέλιο προκαλεί όταν εμφανίζεται παρά πείθει σαν αντίπαλο δέος του Μποντ.
  Η Οκτάπουσι του τίτλου ερμηνεύεται από την γοητευτική Μοντ Άνταμς αλλά δε μπορείς να πεις ότι προσφέρει κάτι ιδιαίτερο στην εξέλιξη του φιλμ, πέραν της εμφάνισής της. Δεν είναι και η πρώτη φορά, θα μου πεις, που συμβαίνει κάτι τέτοιο με τα κορίτσια του Μποντ.
  Το Οκτάπουσι, αν μπορείς να ξεπεράσεις το υπερβολικό χιούμορ του, είναι ευχάριστο. Δεν ανήκει στις καλές στιγμές του Μποντ αλλά μάλλον στις πιο χαλαρές του. Είναι καλά "δεμένο" πάντως, χωρίς να κάνει κοιλιά στις δύο ώρες και κάτι της διάρκειάς του, κάτι που κάνει εύκολη τη θέασή του. Τώρα, αν είσαι σκληροπυρηνικός οπαδός του Μποντ και ειδικά του Κόνερι, απλώς μην το δεις. Θα εκνευριστείς.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Octopussy (1983) on IMDb



4.7.13

Superman: Man Of Steel-Man Of Ages Μέρος 3ο : Superman III (1983)

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Περιπέτεια, Κωμωδία, Κόμικ
ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ Νο 3
Σκηνοθεσία:Richard Lester
Σενάριο:David Newman,Leslie Newman
Παίζουν:Christopher Reeve,
Richard Pryor,Margot Kidder
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ : Ο αφελής αλλά ιδιοφυής σε ό,τι έχει να κάνει με τους Η/Υ, Gus Gorman προσλαμβάνεται από τον  δισεκκατομυριούχο Ross Webster , ο οποίος προσπαθεί να ελέγξει την παγκόσμια οικονομία με βρώμικα μέσα. Όταν ο Σούπερμαν θα σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά του, με τη βοήθεια του Gus, θα δημιουργήσει συνθετικό κρυπτονίτη και η επίδραση που θα έχει στον άνθρωπο από ατσάλι, θα είναι εξαιρετικά παράξενη καθώς θα του βγάλει έναν άλλο εαυτό.

ΑΠΟΨΗ : Με την απομάκρυνση του Donner από την καρέκλα του σκηνοθέτη και την αντικατάστασή του από τον Richard Lester, χάνεται πλέον το επικό στοιχείο που χαρακτήριζε τις δύο πρώτες ταινίες και δίνεται έμφαση στο κωμικό.
   Πριν ακόμα πέσουν οι εναρκτήριοι τίτλοι το πρώτο πράγμα που βλέπουμε στην οθόνη μας, είναι το πρόσωπο του Richard Pryor. Υπό άλλες προϋποθέσεις δε θα παραξενευόταν κανείς αλλά ο Pryor πρώτη μούρη σε ταινία του Superman... έκανε πολλούς να αισθανθούν αμήχανα. Όταν ξεπεράστηκε αυτό και ήρθε η στιγμή των επικών τίτλων αρχής- μας είχαν κακομάθει, δε φταίμε εμείς-  τα πράγματα χειροτέρεψαν. Μια ατελείωτη σκηνή σλάπστικ κωμικών καταστάσεων ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας και οι διθυραμβική μουσική του Williams δε θα ακουστεί ποτέ. Κάπου εκεί οι φανατικοί φίλοι του ανθρώπου από ατσάλι αρχίζουν να χάνουν τις αισθήσεις τους και παρακαλάνε να είναι απλώς ένα κακό όνειρο όλο αυτό.
   Λοιπόν...Εντάξει...Να πω την αμαρτία μου. Κάθε φορά που βλέπω την εναρκτήρια σκηνή γελάω με τον τύπο που τρώει την τάρτα στο πρόσωπο από τα χέρια του Reeve και γενικά βρίσκω διασκεδαστική την εναρκτήρια σεκάνς του Superman III, όπως και αρκετές άλλες σκηνές της ταινίας. Δεν ανήκω σε αυτούς που θεωρούν το Superman III κακή ταινία, χωρίς όμως να τη θεωρώ ούτε καλή. Νομίζω πως είναι μια καλογυρισμένη ταινία, με εξαιρετική παραγωγή και πολύ καλά υποστηριγμένη από τους ηθοποιούς της αλλά με πάρα πολλά μειονεκτήματα σε άλλους τομείς.
   Το Superman III  επιλέγει να είναι μια κωμωδία δράσης. Αν το δεχτούμε αυτό, το αμέσως επόμενο βήμα είναι να δούμε πως τα καταφέρνει σε δύο βασικούς παράγοντες ( κωμωδία-δράση ). Το χιούμορ του Lester το είδαμε ελάχιστα στο Superman II και προσωπικά δεν το βρήκα κακό αλλά δεν το βρήκα ταιριαστό στο σύνολο της ταινίας (το "γιατί" θα το δούμε στο review του Superman II μέσα στις επόμενες ημέρες ). Εδώ, το χιούμορ υπάρχει διαρκώς και δυστυχώς δεν είναι πάντα πετυχημένο. Οι κακοί της ταινίας δεν παρουσιάζονται ποτέ με σοβαρότητα με αποτέλεσμα να μην μοιάζουν και τόσο κακοί αλλά καρικατούρες κακοποιών και εγκληματικών μυαλών. Ο Superman o 3ος λοιπόν σαν κωμωδία πιάνει λίγο πιο κάτω από τη βάση και γίνεται κουραστικός μερικές φορές.   
  Στον παράγοντα δράση τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα. Θα δούμε αρκετές σκηνές καλογυρισμένες μεν, κακογραμμένες δε. Από τη φωτιά στο εργοστάσιο, τις καταστροφές που θα προκαλέσει ο Σούπερμαν υπό την επίδραση του συνθετικού κρυπτονίτη, μέχρι και τις τελευταίες σκηνές με τον υπερυπολογιστή βλέπουμε αρκετή δράση αλλά με αφέλειες σεναριακές.
   Ωστόσο το Superman III έχει μια σκηνή την οποία όλοι θυμούνται μέχρι σήμερα. Μιλάω φυσικά για τη μάχη του Σούπερμαν με τον Κλαρκ Κεντ. Πανέξυπνη ιδέα σεναριακά ο συνθετικός κρυπτονίτης και η κατάληξη της επίδρασής του, που θέλει τον εγωιστή και αδιάφορο πλέον Σούπερμαν να τα βάζει με το alter ego του.
   Τα προσχήματα βέβαια εδώ σώζει ο Christopher Reeve με την πιο "cool" εμφάνιση του τόσο ως Σούπερμαν αλλά και ως Κλαρκ Κεντ. Πιο άνετος από ποτέ με τη στολή του υπερήρωα ο Reeve και πιο χαλαρός σαν Κλαρκ. Η ερμηνεία του Reeve στον τρίτο Σούπερμαν θεωρώ, πως είναι καλύτερη από τις δύο πρώτες ταινίες αλλά χάνεται μέσα στη μετριότητα του τελικού αποτελέσματος.
   Το Superman III έχει αφοριστεί από τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του ανθρώπου από ατσάλι ως η πλήρης διακωμώδηση του μύθου και η αρχή του τέλους για ένα franchise που είχε ξεκινήσει με μεγάλες προσδοκίες. Τώρα, 30 χρόνια μετά, ο τρίτος Σούπερμαν παραμένει ίσως μια καλογυρισμένη κακή ιδέα με μια εξαιρετική ερμηνεία από τον χαρισματικό πρωταγωνιστή της.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Superman III (1983) on IMDb