Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12.1.24

The Bricklayer (2023) Review

 

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Δράσης, Κατασκοπική
Διάρκεια: 110'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

 Άαρον Έκχαρτ, Νίνα Ντόμπρεβ, Τιμ Μπλέικ Νέλσον και Κλίφτον Κόλινς Τζούνιορ παίρνουν για ξεναγό τον Ρένι Χάρλιν, βολτάρουν στη Θεσσαλονίκη και κάνουν χαμό στην πόλη, που από "μεγάλη φτωχομάνα" σκοπεύει να μετατραπεί σε αστέρι του Χόλιγουντ, έστω και σε δευτεροκλασάτες περιπέτειες, όπως το The Bricklayer.

 Πρώην πράκτορας της CIA, ο Στιβ Βέιλ, που έχει αποσυρθεί και εργάζεται ως χτίστης (πλινθοκτίστης όπως είναι η ακριβής μετάφραση του bricklayer), αναγκάζεται να αφήσει τα τούβλα και να πιάσει ξανά το όπλο του, καθώς η υπηρεσία τον χρειάζεται. Μια σειρά φόνων έχει αρχίσει στην Ελλάδα και δημοσιογράφοι στοχοποιούνται από τον Βίκτορ Ράντεκ, πρώην συνάδελφο του Βέιλ. Ο Ράντεκ δολοφονεί αλλά φορτώνει τους φόνους στην CIA, εκβιάζοντας έτσι την υπηρεσία, ζητώντας εκδίκηση για το θάνατο της γυναίκας και της κόρης του, θεωρώντας ότι η ευθύνη για το χαμό τους βαραίνει την πρώην εργοδότριά του αλλά και τον ίδιο Βέιλ. Μια αποστολή στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη ξεκινά για τον Βέιλ και μια νεαρή πράκτορα με το όνομα Κέιτ Μπάνον, με σκοπό την εξόντωση του Ράντεκ.

 Αρκετά προβλήματα εντοπίζονται στην ταινία του Ρένι Χάρλιν αλλά ας ξεκινήσουμε από τα θετικά. Το θετικότερο δεν έχει να κάνει με την ταινία την ίδια αλλά με τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει μια συμφωνία με χολιγουντιανή εταιρεία παραγωγής και το Δήμο Θεσσαλονίκης για τα γυρίσματα κινηματογραφικών ταινιών στην πόλη. Ήδη έχουν γίνει εκεί γυρίσματα του τελευταίου μέρους των Αναλώσιμων αλλα και μιας ακόμα ταινίας δράσης με πρωταγωνιστή τον Αντόνιο Μπαντέρας. Καλό νέο και για την πόλη, για διαφημιστικούς λόγους αλλά και για Ελληνικά συνεργεία διαφόρων ειδικοτήτων, καθώς θα μπορούν άνθρωποι να δουλέψουν σε παραγωγές του εξωτερικού. "Σίγα τις παραγωγές και τις ταινίες", θα πει κάποιος αλλά ας είμαστε θετικοί κι ας μην μπούμε σε μια τέτοια μίζερη κουβέντα.

 Στα της ταινίας τώρα, όπως είπαμε εντοπίζονται αρκετά προβλήματα, από το σενάριο, τις ερμηνείες αλλά και το επίπεδο παραγωγής αλλά συνεχίσουμε με κάποια θετικά ακόμα. Στην κορυφή θα έβαζα τις ερμηνείες του Άαρον Έκχαρτ και του κινηματογραφικού του αντιπάλου, Κλίφτον Κόλινς Τζούνιορ. Ο Έκχαρτ παίζει με έναν αρκετά κλασικό τρόπο τον σκληρό πρωταγωνιστή κι επειδή είναι καλός ηθοποιός αλλά και γιατί δουλεύει και στις σκηνές δράσης, μια χαρά σε πειθεί. Ο Κόλινς από την άλλη είναι μια φυσιογνωμία που δεν θέλει και πολύ προσπάθεια να σε πείσει ότι είναι κακός αλλά δεν βασίζεται μόνο σε αυτό και προσπαθεί να βγάλει και ό,τι μπορεί από το χαρακτήρα του.

 Ο Ρένι Χάρλιν είναι σκηνοθέτης που ξέρει να παρουσιάζει τη δράση, έστω κι αν τελικά δεν έδωσε πολλές καλές ταινίες και κάπου με την αρχή της δεκαετίας του 2000 φάνηκε να μην μπορεί να ακολουθήσει την κατεύθυνση του κινηματογράφου δράσης. Έδωσε όμως το Die Hard 2, το Cliffhanger, το The Long Kiss Goodnight ενώ ομολογώ ότι αρκετά ευχάριστα είχα παρακολουθήσει και το Cutthroat Island αλλά και τις τελευταίες ίσως διασκεδαστικές ταινίες που έκανε, Mindhunters και 12 Rounds. Υπάρχουν κι εδώ λοιπόν κάποιες σκηνές που φανερώνουν την ικανότητά του στη δράση αλλά δυστυχώς δεν είναι αρκετές για να καλυψούν τα προβλήματα των υπόλοιπων σκηνών, εκεί όπου η ταινία γίνεται κατασκοπικό θρίλερ. Εκεί δυστυχώς ο Χάρλιν φαίνεται να τα αφήνει όλα λίγο στον αυτόματο και τα αποτελέσματα είναι σχεδόν απογοητευτικά.

 Κάπου εδώ αρχίζει να παίρνει η μπάλα τους υπόλοιπους ηθοποιούς, τους οποίους ούτε ο Χάρλιν αλλά ούτε και το σενάριο φαίνεται να βοηθάει. Και μπορεί ο Τιμ Μπλέικ Νέλσον να μην έχει σοβαρά πράγματα να κάνει και να τη γλυτώνει κάπως έτσι αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τη Νίνα Ντόμπρεβ, η οποία εκτίθεται αρκετά εδώ, μην μπορώντας να βρει τρόπο να ξεκλειδώσει την ερμηνεία της.

 Στις περισσότερες στιγμές της, η ταινία θυμίζει περισσότερο τηλεοπτική παραγωγή ή -αν θέλεις- παραγωγή που πάει κατευθείαν σε κάποια ψηφιακή πλατφόρμα ή την αγορά του DVD. Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, αν ρίξεις μια ματιά στις πληροφορίες της ταινίας θα δεις ότι είναι περιορισμένη η διανομή της στους κινηματογράφους (σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες κυρίως), με καθαρό στόχο την ψηφιακή κυκλοφορία της, οπότε έτσι δικαιολογούνται αρκετά από αυτά που βλέπουμε στην οθόνη (π.χ. το κακό  green screen).

 Η Θεσσαλονίκη πάντως έχει την τιμητική της εδώ και από τα Λαδάδικα μέχρι την Πλατεία Αριστοτέλους και τα σοκάκια της παλιάς πολής δείχνει τις ομορφιές της. Κρίμα που το The Bricklayer δεν είναι μια εξίσου ωραία και ενδιαφέρουσα ταινία.


 

 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr

 

 

14.8.23

Heart of Stone (2023) Netflix Review

 

Δράσης
Διάρκεια:122'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Μυστικοί πράκτορες, κρυφά συνδικάτα καλών και κακών, συνωμοσίες, γρήγορες και θεαματικές σκηνές δράσης με κυνηγητά, μοτοσικλέτες, αυτοκίνητα και τρελά κασκαντεριλίκια! Ακόμα μια περιπέτεια του Ίθαν Χαντ; Όχι! Μια περιπέτεια με τη θηλυκή εκδοχή του Ίθαν Χαντ, που ακούει στο όνομα Ρέιτσελ Στόουν και έχοντας τη μορφή της Γκαλ Γκαντότ, ευελπιστεί σε ένα νέο franchise κατασκοπευτικών ταινιών.

 Η Ρέιτσελ Στόουν είναι πράκτορας της μυστικής οργάνωσης Καταστατικό. Η οργάνωση αυτή προσπαθεί να διασφαλίσει την παγκόσμια ειρήνη κινούμενη στις σκιές και έχοντας ένα υπέρ εξελιγμένο πρόγραμμα Τεχνητής Νοημοσύνης, την Καρδιά, να καθοδηγεί τις κινήσεις τους. Μέσα από μια σειρά αποκαλύψεων, η Στόουν πρέπει να εμποδίσει την Καρδιά να πέσει στα χέρια τρομοκρατών που κρατούν τους κωδικούς για το χειρισμό της.

 Έχει αρκετά θετικά στοιχεία η ταινία που σκηνοθέτησε ο Τομ Χάρπερ για λογαριασμό του Νέτφλιξ. Μερικά από αυτά είναι η εύκολα κατανοητή πλοκή της, ο γρήγορος ρυθμός, αρκετές θεαματικές σκηνές ( με λίγη παραπάνω χρήση ψηφιακών εφέ απ' όσο θα θέλαμε), οι ανατροπές, ο πάντα αξιοπρεπής Τζέιμι Ντόρναν και φυσικά η παρουσία της Γκαλ Γκαντότ, της οποίας αν και δεν δηλώνω θαυμαστής, οφείλω να παραδεχτώ ότι έχει δουλέψει αρκετά τις ερμηνείες της και εξελίσσεται σε μια πολύ γοητευτική κινηματογραφική παρουσία.

 Αν κάπου χωλαίνουν όλα τα θετικά στοιχεία της ταινίας, είναι στο ότι τα έχουμε ξαναδεί και πολλά από αυτά τα έχουμε δει σε καλύτερες εκδοχές. Ειδικά η Επικίνδυνες Αποστολές τα τελευταία χρόνια έχουν πάει τις κατασκοπευτικές ταινίες δράσης σε άλλο επίπεδο, με το πείσμα, την αφοσίωση και τον επαγγελματισμό του Τομ Κρουζ αλλά και τη σκηνοθετική ματιά του Κρίστοφερ ΜακΚουάρι. Η Γκαλ Γκαντότ δεν είναι σίγουρα Τομ Κρουζ και ο Τομ Χάρπερ δεν έχει αυτό το κάτι που βγάζει ο ΜακΚουάρι.

  Παρόλαυτα την ταινία την βρήκα διασκεδαστική και χορταστική. Τη δράση της την έχει, η Γκαντότ είναι αφοσιωμένη και "χώνεται" και στη δράση μέχρι εκεί που μπορεί, και η ώρα περνάει γρήγορα. Δεν υπάρχει κάτι να σε ενθουσιάσει, δεν υπάρχει κάτι που να σε κάνει να θέλεις να τη δεις και να την ξαναδείς, όμως κατά την προβολή της μια χαρά περνάς με την Ρέιτσελ Στόουν.


 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr



16.4.18

Unlocked (2017)

Είδος: Περιπέτεια, Θρίλερ, Κατασκοπική

"Το μεγάλο μειονέκτημα είναι ότι όλα μοιάζουν ξανά ιδωμένα στο πρόσφατο αλλά και στο παλιότερο κινηματογραφικό παρελθόν"

ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ
Σκηνοθεσία: Michael Apted
Σενάριο: Peter O'Brien
Παίζουν:Noomi Rapace,
Orlando Bloom,Toni Collette
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Η Άλις Ρέισιν, πρώην ανακρίτρια της ΣΙΑ, κάνει πια δουλειά γραφείου στο Λονδίνο, μετά την παραίτηση της λόγω μιας αποτυχημένης ανάκρισης υπόπτου, που γνώριζε στοιχεία για τρομοκρατική επίθεση που οδήγησε στο θάνατο δεκάδες ανθρώπους. Η ΣΙΑ την χρειάζεται ξανά και την επαναφέρει για να ανακρίνει κρατούμενο που φαίνεται να γνωρίζει για επικείμενη τρομοκρατική ενέργεια αλλά η Άλις ανακαλύπτει σύντομα ότι υπάρχει μια μεγαλύτερη συνωμοσία πίσω από το τρομοκρατικό χτύπημα που πρόκειται να γίνει.
  Ενδιαφέρον αν και στο μεγαλύτερο μέρος του προβλέψιμο σενάριο, με έναν καλό σκηνοθέτη να καθοδηγεί και καλούς ηθοποιούς στους βασικούς ρόλους. Υπάρχουν δύο ανατροπές, η μία νωρίς και άλλη κοντά στο φινάλε του έργου, υπάρχει δράση καλά σκηνοθετημένη και γρήγορος ρυθμός γενικά σε όλη τη διάρκεια της ταινίας.
  Πού υστερεί λοιπόν το φιλμ του Μάικλ Άπτεντ; Το μεγάλο μειονέκτημα είναι ότι όλα μοιάζουν ξανά ιδωμένα στο πρόσφατο αλλά και στο παλιότερο κινηματογραφικό παρελθόν. Ο πράκτορας που βρίσκεται παγιδευμένος και δεν ξέρει ποιους να εμπιστευθεί, τα κυνηγητά και οι σκηνές δράσης, οι ανατροπές που μάλλον τις βλέπεις να έρχονται αν είσαι υποψιασμένος θεατής κατασκοπευτικών θρίλερ. Δεν υπάρχει τίποτα που θα έκανε το φιλμ να περάσει το σκαλοπάτι της "καλής ταινίας δράσης με ενδιαφέροντα στοιχεία πολιτικού θρίλερ" και να ανέβει σε αυτό του "πολύ καλή ταινία δράσης με ενδιαφέροντα και ανατρεπτικά στοιχεία πολιτικού θρίλερ".
  Επίσης, εδώ συναντάμε μια ξεκάθαρη περίπτωση ρόλου που ακόμα κι αν δεν υπήρχε στο σενάριο δε θα άλλαζε τίποτα. Ο λόγος είναι για το χαρακτήρα που υποδύεται ο Ορλάντο Μπλουμ, ο οποίος δεν προσφέρει απολύτως τίποτα στην εξέλιξη της ταινίας. Έρχεται και φεύγει σε ανύποπτο χρόνο!
  Γενικά το Unlocked ή Συνωμοσία, όπως είναι ο Ελληνικός τίτλος του, δεν είναι μια κακή ταινία. Είναι όμως μια ταινία που δεν προσφέρεται για κινηματογραφική έξοδο, γιατί είπαμε ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί και τα έχουμε δει πρόσφατα με καλύτερα δοσμένο τρόπο, οπότε τα λεφτά σου μάλλον δεν αξίζει να τα δώσεις για την αγορά εισιτηρίου για το εν λόγω φιλμ. Για την ενοικίαση dvd ή blu-ray, το συζητάμε.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb



11.8.17

Stratton (2017)

Είδος: Δράσης, Κατασκοπική, Θρίλερ

"Κυνηγητά και πυροβολισμοί  εκτυλίσσονται στην οθόνη με εντελώς αδιάφορο τρόπο και καλοί ηθοποιοί εμφανίζονται χωρίς να μπορούν να μας πείσουν ούτε στιγμή ότι υπάρχουν στο φιλμ με ευχαρίστηση, παρά μόνο για να κάνουν τη δουλειά και να πληρωθούν."

ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ
STRATTON
Σκηνοθεσία:Simon West
Σενάριο:Warren Davis II,
Duncan Falconer
Παίζουν:Dominic Cooper,
Connie Nielsen,Gemma Chan
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Υπάρχει χώρος για έναν ακόμα κινηματογραφικό πράκτορα εν έτει 2017; Μπορεί ο πράκτορας Stratton να σταθεί απέναντι στον Τζέημς Μποντ, τον Ίθαν Χαντ και τον Τζέισον Μπορν; Όχι, αδέρφια. Δυστυχώς ο κινηματογραφικός Stratton, που μας παρουσίασε ο Σάιμον Γουέστ, δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει.
  Ο Τζον Στράτον είναι καθ' εικόνα δημιούργημα του Βρετανού απόστρατου των ειδικών δυνάμεων, που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Ντάνκαν Φάλκονερ. Ο Φάλκονερ έχει γράψει δέκα νουβέλες με πρωταγωνιστή τον πράκτορα Στράτον και συνυπογράφει το σενάριο αυτής της κινηματογραφικής μεταφοράς του ήρωα. Για τα βιβλία δεν έχω άποψη αλλά το φιλμ δεν είναι αξιόλογο, πέρα από μερικές σκηνές δράσης προς το φινάλε, που δεν αρκούν όμως να σώσουν αυτό το παθητικό δημιούργημα.
  Η ιστορία βρίσκει τον Στράτον κι έναν Αμερικανό συνάδελφό του να προσπαθούν να χτυπήσουν ένα εργοστάσιο βιοχημικών όπλων στο Ιράν. Η επιχείρηση δεν πάει καλά, ο Αμερικανός σκοτώνεται και το μόνο που έχουν σαν στοιχείο στα χέρια τους οι Βρετανοί είναι η εικόνα ενός πρώην Ρώσου πράκτορα, ο οποίος θεωρείται νεκρός εδώ και είκοσι χρόνια. Ο Ρώσος είναι ο εγκέφαλος πίσω από την επιχείρηση και επιθυμεί να πάρει εκδίκηση από τους πρώην εργοδότες του. Ο Στράτον και η ομάδα του πρέπει να τον βρουν και να αποτρέψουν τα σχέδιά του.
  Προφανώς η πλοκή δεν έχει καμία πρωτοτυπία αλλά σε μια ταινία δράσης μπορείς αυτό να το παραβλέψεις, αρκεί να υπάρχουν άλλα θετικά στοιχεία. Να υπάρχει ρυθμός, να υπάρχει ενέργεια, να υπάρχουν καλές σκηνές δράσης και μια τυπική ευαισθησία από τους ηθοποιούς ούτως ώστε να μην "ξεπετάξουν" τη δουλειά. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά. Οπότε έχουμε να κάνουμε με κάτι που είναι άκρως προβλέψιμο και δεν προσπαθεί καν να κάνει κάτι για να μας διασκεδάσει. Κυνηγητά και πυροβολισμοί  εκτυλίσσονται στην οθόνη με εντελώς αδιάφορο τρόπο και καλοί ηθοποιοί εμφανίζονται χωρίς να μπορούν να μας πείσουν ούτε στιγμή ότι υπάρχουν στο φιλμ με ευχαρίστηση, παρά μόνο για να κάνουν τη δουλειά και να πληρωθούν. Μόνη ίσως εξαίρεση ο κακός της υπόθεσης, Τόμας Κρέτσμαν. Απ' την άλλη, στον ρόλο του πρωταγωνιστή βρίσκεται ο συμπαθής συνήθως Ντόμινικ Κούπερ, σε ένα ρόλο που δεν του "πηγαίνει".
  Δεν βλέπω το λόγο που το Stratton βγήκε στις αίθουσες και για να είμαι ειλικρινής δε βλέπω το λόγο δημιουργίας ενός τέτοιου φιλμ. Σε μια εποχή που οι άλλοι παρόμοιοι κινηματογραφικοί πράκτορες παρουσιάζουν όχι μόνο ενδιαφέρουσες περιπέτειες αλλά και καλές ταινίες, στον επίλεκτο πράκτορα Στράτον ανατέθηκε μια άχαρη αποστολή, στην οποία ήταν καταδικασμένος να αποτύχει. 



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
IMDb



6.11.15

Casino Royale (2006)

Είδος : Περιπέτεια

Σκηνοθεσία:Martin Campbell
Σενάριο:Neal Purvis,Robert Wade,
Paul Haggis
Παίζουν:Daniel Craig,
Eva Green,Judi Dench
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο μυστικός πράκτορας Τζέιμς Μποντ έχει μόλις προαχθεί σε 007. Στην πρώτη του αποστολή καλείται να αντιμετωπίσει έναν επικίνδυνο λαθρέμπορο όπλων, τον οποίο φαίνεται να χρηματοδοτεί μια μυστική οργάνωση. Όλα θα παιχθούν σε ένα σκληρό αγώνα πόκερ στο Μαυροβούνιο, στο Καζίνο Ροαγιάλ. 


ΑΠΟΨΗ: Στα μέσα της δεκαετίας του 2000 ο Μποντ άλλαξε πρόσωπο και από τον γοητευτικό Πιρς Μπρόσναν μεταμορφώθηκε στον πιο σκληρό και μπρουτάλ Μποντ, του Ντάνιελ Κρεγκ.

  Ο Μάρτιν Κάμπελ αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία στο Casino Royale και καταφέρνει με επιτυχία να αλλάξει το ύφος των ταινιών του Μποντ. Ο Κάμπελ σκηνοθετεί το δεύτερο φιλμ του Τζέιμς Μποντ στην καριέρα του, καθώς και παλίότερα, στο πρώτο φιλμ του Μπρόσναν ως Μποντ (GoldenEye) ήταν αυτός υπεύθυνος για το πιο μοντέρνο τότε πρόσωπο του Μποντ. Η δουλειά, όμως, που έχει γίνει στο Casino Royale ξεπερνάει κάθε προηγούμενο. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα άριστα δεμένο σύνολο με δράση, σενάριο και πολύ καλές ερμηνείες, όλα σε πλήρη αρμονία χάρη στην καθοδήγηση του Κάμπελ αλλά και την ικανότητα των υπολοίπων.
  Η δράση σε αυτό το φιλμ είναι άψογα χαρογραφημένη, όταν πρόκειται για σώμα με σώμα μονομαχίες, δείχνοντας μας συνεχώς την ένταση του Μποντ, ζητώντας μας να ξεχάσουμε τους χαλαρούς τύπους των προηγούμενων δεκαετιών. Εδώ ο Μποντ είναι πιο ανθρώπινος και πιο σκληρός από ποτέ. Είναι ένας εκτελεστής, ένας δολοφόνος, που πονάει και που ματώνει. Δεν είναι ακόμα ο ατσαλάκωτος, κοσμοπολίτης μυστικός πράκτορας που γνωρίσαμε μέσα από τις προηγούμενες ταινίες. Αυτά τα λέμε παρακάτω όμως, γιατί η δράση εδώ υπάρχει σε όλες τις μορφές. Έχουμε κυνηγητά με αυτοκίνητα αλλά και το εντυπωσιακό κυνηγητό σε στιλ παρκούρ αμέσως μετά τους εναρκτήριους τίτλους, το οποίο παρακολουθείς με κομμένη την ανάσα. Η εντυπωσιακότερη στιγμή, όμως, του φιλμ είναι η μονομαχία στο καζίνο. Δεν περίμενα ότι από μια ταινία Μποντ, γνωστές για τα θεαματικά σταντς, αυτό που θα μου έμενε θα ήταν μια παρτίδα πόκερ! Ο Κάμπελ χρησιμοποιεί με μαεστρία τους παίχτες του, δημιουργεί αγωνία και παρεμβάλλει πολύ δυνατές σκηνές κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, τονίζοντας ακόμα περισσότερο τη σημασία του.
  Μεγάλος πρωταγωνιστής του Καζίνο Ροαγιάλ, με μοιρασμένο το ποσοστό με το σκηνοθέτη του φιλμ, είναι ο νέος Μποντ του Ντάνιελ Κρεγκ. Ο Κρεγκ παρουσιάζει τον Μποντ ιδιαίτερα σκληροτράχηλο, βίαιο και χωρίς την ιδιαίτερη κομψότητα των προκατόχων. Έχει τις ατάκες αλλά δεν είναι διατεθειμένος να τις "ρίχνει" συνεχώς, επιθυμώντας περισσότερο να κάνει τη δουλειά. Είναι ο Μποντ πριν γίνει ο Μποντ. 
  Ολόκληρο το φιλμ του Κάμπελ είναι στην ουσία ένα πρίκουελ όσων έχουν προηγηθεί όλα αυτά τα χρόνια. Ίσως γι αυτό να επιλέχτηκε η πρώτη περιπέτεια του Μποντ που έγραψε ο Φλέμινγκ, χάριν συμβολισμού. Μέσα στο φιλμ ο Μποντ ανακαλύπτει το πασίγνωστο ποτό του, ενώ η ατάκα που όλοι περιμένουν να ακούσουν, βγαίνει από τα χείλη του Κρεγκ μερικά δεύτερα πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους. 
  Μποντ χωρίς άξιο αντίπαλο, όμως, είναι φαγητό χωρίς αλάτι. Εδώ ο Μαντς Μίκελσεν δίνει έναν από τους πιο αξιόλογους κακούς του Μποντ. Ο Λε Σιφρ που ερμηνεύει ο Δανός ηθοποιός, είναι ένας
εγκεφαλικός τύπος, ένας σαδιστής που δε γνωρίζει όρια. Δεν είναι παντοδύναμος, καθώς καθοδηγείται από κάποια μυστική οργάνωση (βλέπε SPECTRE), ούτε έχει σχέδιο να κατακτήσει τον κόσμο. Λεφτά θέλει και μόνο αυτά.
  Σημαντική και η παρουσία της Εύα Γκριν, ως Βέσπερ, αντικείμενο του πόθου του Μποντ. Η Βέσπερ είναι η δεύτερη γυναίκα την οποία ο Μποντ ερωτεύεται μέσα σε όλη αυτή την κινηματογραφική του διαδρομή και η χημεία Κρεγκ και Γκριν αποδίδει εξαιρετικά στην οθόνη. Η άλλη σημαντική κυρία του Μποντ, είναι η Τζούντι Ντεντς, η οποία συνεχίζει το ρόλο της Μ, που είχε ήδη από τη θητεία του Μπρόσναν. Η Ντεντς αποτελεί τη δυναμική σταθερά του μοντέρνου Μποντ.
  Το Καζίνο Ροαγιάλ αποτελεί κατά την προσωπική μου άποψη την πιο ολοκληρωμένη ταινία του Μποντ. Όχι την πιο θεαματική, όχι την πιο διασκεδαστική, αλλά την πιο ουσιαστική. Μια ταινία που έχει τα πάντα σε σωστές δόσεις, χωρίς να παραμερίζει τους χαρακτήρες της και χωρίς να ξεχνά ότι η πλοκή μπορεί να δώσει τεράστια ώθηση σε ένα φιλμ. Μακρυά από τον κορυφαίο, κλασικό Χρυσοδάκτυλο, μακρυά από το άκρως χορταστικό και διασκεδαστικό Η Κατάσκοπος Που με Αγάπησε, μακρυά ακόμα και από τα πιο κοντινά χρονολογικά φιλμ του Μποντ με πρωταγωνιστή τον Μπρόσναν, το Καζίνο Ρουαγιάλ αποτελεί μια νέα αρχή αλλά και μια ταινία σταθμό για τον Μποντ της νέας εποχής.  





Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Casino Royale (2006) on IMDb



2.11.15

Die Another Day (2002)

Είδος : Περιπέτεια, Κατασκοπείας

Die Another Day
ΠΕΘΑΝΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ
Σκηνοθεσία:Lee Tamahori
Σενάριο:Neal Purvis,Robert Wade
Παίζουν:Pierce Brosnan,
Halle Berry,Rosamund Pike
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Μποντ, μετά από μια επιχείρηση στη Βόρεια Κορέα, καταλήγει φυλακισμένος. Βασανίζεται και αφήνεται ελεύθερος μετά από καιρό, για να ανακαλύψει ότι κάποιος "εκ των έσω" πρόδωσε την επιχείρηση. Ξετυλίγοντας το κουβάρι, ο Μποντ θα οδηγηθεί στα χνάρια ενός εκκεντρικού μεγιστάνα, εμπόρου διαμαντιών, που φαίνεται να κρύβει αρκετά πίσω από το προσωπείο του διάσημου εκατομμυριούχου. 


ΑΠΟΨΗ: Ο Μπρόσναν είναι απολύτως άνετος μέσα στο κοστούμι του Μποντ, όμως, οι παραγωγοί της μακροβιότερης κινηματογραφικής σειράς αποφάσισαν να σκοτώσουν τον Μποντ του Μπρόσναν το 2002 και να ψάξουν τον αντικαταστάτη του για τη νέα γένια.

  Ο εικοστός Μποντ έρχεται το 2002 να γιορτάσει τα 40 χρόνια του κινηματογραφικού θρύλου με μια ταινία που αρχικά ικανοποιεί, έστω κι αν έρχεται μια πρώτη ψυχρολουσία με το τραγούδι των τίτλων που ερμηνεύει η Μαντόνα, αλλά στη συνέχεια "παραφορτώνεται" και καταλήγει περισσότερο να σε κουράζει παρά να σε διασκεδάζει.
  Το πρώτο μισό του φιλμ που σκηνοθέτησε ο Νεοζηλανδός Λι Τάμαχορι έχει ενδιαφέρον. Στήνει μια κλασική ιστορία για ταινία Μποντ, περνώντας ανά διαστήματα μηνύματα στους απανταχού φίλους του Βρετανού κατασκόπου, που αφορούν την ιστορία του. Τόσο οι κινηματογραφικές αναφορές στα προηγούμενα φιλμ του Μποντ, όσο και η αναφορά στο βοτανολόγο Τζέιμς Μποντ, πραγματικό χαρακτήρα από τον οποίο ο Μποντ δανείστηκε το όνομα, θα γίνουν εύκολα διακριτές από τους περισσότερους.
  Τα προβλήματα εντοπίζονται στο δεύτερο μισό του φιλμ. Εκεί η δράση και τα εφέ μοιάζουν να χρησιμοποιούνται υπερβολικά, χωρίς να βλέπουμε ωστόσο κάτι ιδιαιτέρως θεαματικό. Αντί λοιπόν να οδηγούμαστε "χορτασμένοι" στο μεγάλο φινάλε που μας είχαν συνηθίσει τα φιλμ του Μποντ όλα αυτά χρόνια, φτάνουμε εκεί "μπουχτισμένοι" και σε κατάσταση αδιαφορίας.
  Σε όλο αυτό βοηθά και ο αδιάφορος κακός του Τόμπι Στέφενς. Δεν τα πάει άσχημα ο Στέφενς αλλά ο Γκρέιβς, παρότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά των κακών του Μποντ, μοιάζει κι αυτός σχετικά αδιάφορος. Αιτία είναι ίσως η αλλαγή της εποχής. Το 2000 μοιάζει λίγο παράταιρη η ερμηνευτική προσέγγιση των κακών που ακολουθήθηκε μερικές δεκαετίες πριν. Από την πλευρά των κακών αυτό που θυμάσαι πιο εύκολα από το Die Another Day είναι σίγουρα ο σημαδεμένος Ζάο!
  Μπορεί η Χάλι Μπέρι να φόρεσε το μαγιό της Ούρσουλα Άντρες και να μας έκοψε κι αυτή την ανάσα βγαίνοντας από τη θάλασσα της Κούβας, μπορεί η Ροζαμάουντ Πάικ να είναι εκθαμβωτική, μπορεί ο Μπρόσναν να έχει τελειοποιήσει τον δικό του Μποντ, όμως, δεν έφταναν αυτά για να σωθεί το Die Another Day. Το κύκνειο άσμα του Μπρόσναν δεν ήταν το καλύτερο φιλμ του αλλά το χειρότερο, κάτι που συνέβη και με τους Κόνερι και Μουρ. Τα τελευταία φιλμ τους ήταν, αν όχι τα χειρότερα, από τα χειρότερά τους (Diamonds Are Forever, A View to A Kill). Ο Λάζενμπι και ο Ντάλτον δεν είχαν την ίδια τύχη καθώς ο πρώτος γύρισε μόνο ένα φιλμ ως Μποντ και είναι από τα καλά της σειράς (On Her Majesty's Secret Service) ενώ ο Ντάλτον γύρισε δύο και το τελευταίο ήταν το καλύτερό του ( Living Daylights, Licence to Kill). Έτσι λοιπόν, το 2002 ο Μπρόσναν περνάει στην ιστορία ως ο πέμπτος Μποντ και δίνει τη σκυτάλη τέσσερα χρόνια μετά στον Ντάνιελ Κρεγκ.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Πέθανε μια άλλη μέρα (2002) on IMDb



28.8.15

Mission: Impossible - Rogue Nation (2015)

Είδος : Περιπέτεια, Δράσης, Κατασκοπείας

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ:
ΜΥΣΤΙΚΟ ΕΘΝΟΣ
Σκηνοθεσία:Christopher McQuarrie
Σενάριο:Christopher McQuarrie
Παίζουν:Tom Cruise,
Rebecca Ferguson,Jeremy Renner
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Η μυστική οργάνωση με την ονομασία Συνδικάτο, οργάνωση την οποία ο Ίθαν Χαντ και η Ομάδα Επικίνδυνων Αποστολών (IMF) προσπαθούν να ξεσκεπάσουν, καταφέρνει να παγιδεύσει τον Χαντ, να τον αναγκάσει να εξαφανιστεί για έξι μήνες κυνηγημένος από όλους και παράλληλα να διαλυθεί η IMF. Τώρα ο Χαντ με τη βοήθεια τριών μελών της IMF αλλά και με τη συμμετοχή μιας μυστήριας γυναίκας που δεν είναι ποτέ ξεκάθαρο σε τίνος την πλευρά ανήκει, προσπαθεί να σταματήσει τα σχέδια του Συνδικάτου για παγκόσμια κυριαρχία.

ΑΠΟΨΗ: Μόλις λίγες ώρες πριν έγραφα για το τέταρτο μέρος των Επικίνδυνων Αποστολών αναφέροντας το στο τέλος του κειμένου ως την "καλύτερη Επικίνδυνη Αποστολή του Τομ Κρουζ μέχρι σήμερα!" Πριν λίγο γύρισα από τον κινηματογράφο έχοντας δει το Μυστικό Έθνος και ... ξέρετε κάτι... Οι Επικίνδυνες Αποστολές έχουν νέα κορυφή και είναι σχεδόν απίθανο να μπορέσει να τη φτάσει το επόμενο φιλμ της σειράς.
  Το Μυστικό Έθνος έρχεται να ισοπεδώσει την οθόνη φέρνοντας μαζί του γοητεία από μια άλλη εποχή αλλά χωρίς το φιλμ να μπορεί να θεωρηθεί παλιομοδίτικο. Ο Τζέιμς Μποντ των προηγούμενων δεκαετιών θα ήθελε πάρα πολύ να έχει αυτό το φιλμ μέσα στη λίστα των καλύτερων ταινιών του, σε μια εποχή, όμως, που ο Μποντ έχει διαλέξει έναν τελείως διαφορετικό δρόμο, σκοτεινό και ελαφρώς μελαγχολικό. Σε μια τέτοια στιγμή έρχεται το Μυστικό Έθνος, χρησιμοποιώντας την κλασική συνταγή των ταινιών του Μποντ στον τομέα της δράσης, αναμεμειγμένο με απλό και δυνατό σενάριο (όχι τέλειο αλλά μια χαρά τα βγάζει πέρα μέχρι τέλους) με γερές δόσεις αγωνίας και όλα αυτά με την υπογραφή του Κρίστοφερ ΜακΚόρι! Ο ΜακΚόρι είναι ο σεναριογράφος του Συνήθεις Ύποπτοι, του Επιχείρηση Βαλκυρία, του Τουρίστα αλλά και του Τζακ ο Κυνηγός Γιγάντων και του πρόσφατου Στα Όρια του Αύριο. Σκηνοθετικά ωστόσο παρέδωσε τη δεύτερη δουλειά του το 2012, το Jack Reacher, με πρωταγωνιστή και τότε τον Τομ Κρουζ. Συμπαθητικό μεν το προηγούμενο φιλμ αλλά σε καμία περίπτωση δεν με προετοίμαζε για την εμπειρία του Μυστικού Έθνους. Άψογος χειρισμός της δράσης και της κάμερας, μας δίνει μια από τις θεαματικές σκηνές καταδίωξης που έχουμε δει, ενώ συνθέτει δύο σκηνές έντονου σασπένς, την υποβρύχια και τη σκηνή στην Όπερα, με τη δεύτερη να είναι ίσως η πιο σημαντική κινηματογραφική σκηνή του φιλμ, φέρνοντας στο μυαλό μας "κάτι από τα παλιά"!
  Ο Κρουζ είναι ο μεγάλος σταρ του φιλμ αλλά αρκετή από τη δόξα και την αίγλη του κλέβει η γοητευτική Ρεμπέκα Φέργιουσον. Η παρουσία της Φέργκιουσον λειτουργεί σαν μαγνήτης για το βλέμμα του θεατή και η νεαρή ηθοποιός δείχνει να έχει στόφα σταρ άλλων εποχών και γράφει στην οθόνη ακόμα κι όταν της φέρεται λίγο πιο σεξιστικά από το επιτρεπτό... Το υπόλοιπο καστ συμπληρώνει την καλύτερη ίσως ομάδα επικίνδυνων αποστολών, με τον Πεγκ να είναι ακόμα πιο αστείος ως Μπέντζι, τον Ρένερ, τον Ρέιμς και το νεοεισελθόντα Άλεκ Μπόλντγουιν να δίνουν φρέσκες και χρήσιμες ερμηνείες. Μεγάλο ατού του φιλμ αποτελεί ο κακός της υπόθεσης, ερμηνευμένος από το Σον Χάρις. Κακός υψηλού επιπέδου, δοσμένος με εξαιρετικό τρόπο από τον Χάρις, συμπληρώνοντας έτσι το παζλ των αναγκαίων στοιχείων που απαιτεί μια περιπέτεια κατασκοπείας με Τζειμς-Μποντικές αναφορές.
  Μην το σκεφτείτε ούτε δευτερόλεπτο αν είστε φίλοι της καθαρής περιπέτειας, της κατασκοπείας και των κλασικών ταινιών του Μποντ. Μπείτε σε μια αίθουσα που προβάλει το Μυστικό Έθνος, χαλαρώστε και σίγουρα θα βγείτε ανανεωμένοι και χαρούμενοι! Ομολογώ ότι είχα πολύ καιρό να βγω τόσο ικανοποιημένος από την κινηματογραφική αίθουσα. Γέλασα, ένιωσα αγωνία, διασκέδασα με τη δράση, συμπάθησα τους χαρακτήρες των καλών, αντιπάθησα τον κακό! Το Μυστικό Έθνος είναι μια από τις καλύτερες περιπέτειες που έχω παρακολουθήσει στη μεγάλη οθόνη!




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Επικίνδυνη αποστολή: Μυστικό έθνος (2015) on IMDb



27.8.15

Mission: Impossible - Ghost Protocol (2011)

Είδος : Περιπέτεια, Κατασκοπίας

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ-
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ:ΦΑΝΤΑΣΜΑ
Σκηνοθεσία:Brad Bird
Σενάριο:Josh Appelbaum,
André Nemec
Παίζουν:Tom Cruise,
Jeremy Renner,Simon Pegg
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Ίθαν Χαντ και η ομάδα του βρίσκονται παγιδευμένοι για ακόμα μια φορά και η IMF (Ομάδα Επικίνδυνων Αποστολών) κατηγορείται για βομβιστική επίθεση στο Κρεμλίνο. Η IMF κλείνει και ο Χαντ με την ομάδα του πρέπει να δουλέψουν μυστικά για να αποδείξουν την πλεκτάνη εις βάρος τους. Πυρηνικές κεφαλές, διαμάντια, κακοί και καλοί πράκτορες, τρελοί επιστήμονες, διεφθαρμένοι στρατιωτικοί και άλλη μια επικίνδυνη αποστολή ξεκινά.

ΑΠΟΨΗ: Σήμερα κάνει πρεμιέρα στη χώρα μας το πέμπτο μέρος της Επικίνδυνης Αποστολής με τον Τομ Κρουζ να κρατά ακόμα τα ηνία και όχι μόνο να μη χαλαρώνει αλλά να επιστρέφει κάθε φορά με περισσότερη ενέργεια, κάνοντάς μας να ξεχνάμε ότι έχει πατήσει τα 53! Τρία μόλις χρόνια πριν συμμετείχε στο τέταρτο μέρος της επιτυχημένης σειράς ταινιών, σε μια από τις πιο απολαυστικές περιπέτειες των τελευταίων ετών και την καλύτερη της σειράς κατά την ταπεινή μου άποψη.
  Ο έμπειρος σε ό,τι έχει να κάνει με το animation, Μπραντ Μπέρντ, αναλαμβάνει την πρώτη κινηματογραφική ταινία του με αληθινούς ηθοποιούς και το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Ο Μπερντ εμφανίζει απόλυτη άνεση τόσο στο χειρισμό της δράσης όσο και στη δημιουργία αγωνίας. Σέβεται τις δυνατότητες του σεναρίου, αφήνοντας την πλοκή να εξελιχθεί, δείχνοντας ότι μια περιπέτεια δεν χρειάζεται απαραίτητα να επιλέξει αν θέλει να βασιστεί στη δράση ή στην υπόθεσή της αλλά μπορεί να χρησιμοποιήσει κατάλληλα και τα δύο, διατηρώντας τις ισορροπίες. Το Πρωτόκολλο: Φάντασμα θα σας θυμίσει αρκετά το πρώτο φιλμ της σειράς, καθώς διατηρείται το κατασκοπευτικό κλίμα και υπάρχουν στιγμές που νιώθεις να μπερδεύεσαι από πρόσωπα και καταστάσεις, τα οποία όμως ξεδιαλύνονται σύντομα.
  Τον Τομ Κρουζ πλαισιώνουν οι Σάιμον Πεγκ, Τζέρεμι Ρένερ και η Πόλα Πέιτον, δίνοντάς μας μια σαφώς πιο ενδιαφέρουσα ομάδα σε σύγκριση με το προηγούμενο φιλμ. Ο Πεγκ δίνει τον κωμικό τόνο με εύστοχο τρόπο, ο Ρένερ μοιάζει να μπήκε στην ομάδα με σκοπό ίσως να αντικατασταθεί κάποια στιγμή ο Κρουζ στο μέλλον, το πότε θα το αποφασίσει μάλλον ο ίδιος αφού είναι και παραγωγός της σειράς και καλά κρατεί ακόμα απ' ότι λένε οι κριτικές του Μυστικού Έθνους, ενώ η Πέιτον είναι η απαραίτητη σέξι και σκληρή θηλυκή παρουσία. Οι κακοί εδώ είναι θεωρητικά δύο, με κύριο τον Μίκαελ Νίκβιστ και σε λίγο πιο αδιάφορο ρόλο την Λία Σεϊντού. Εδώ βρίσκεται και το ίσως μοναδικό μειονέκτημα του φιλμ. Παρότι καλός ηθοποιός, ο Νίκβιστ δεν πείθει απόλυτα ως κακός, παίζοντας τον χαρακτήρα του με αρκετά "επίπεδο" τρόπο, στερώντας ένταση από τις στιγμές που βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ίθαν Χαντ.
  Αυτό το μικρό μειονέκτημα δεν στέκεται αρκετό να μας στερήσει από δύο ώρες καθαρής κινηματογραφικής χαλάρωσης και διασκέδασης. Οι σκηνές δράσης είναι εξαιρετικά σκηνοθετημένες από τον Μπερντ και δοσμένες με ευφάνταστο τρόπο. Άλλες αληθοφανείς, άλλες πάλι όχι, αλλά δε νομίζω ότι θα σας νοιάξει ιδιαίτερα αυτό. Το Πρωτόκολλο Φάντασμα είναι χορταστικό και είναι η καλύτερη Επικίνδυνη Αποστολή του Τομ Κρουζ μέχρι σήμερα! 




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Επικίνδυνη αποστολή - Πρωτόκολλο: Φάντασμα (2011) on IMDb



30.9.14

The Living Daylights (1987)

Είδος: Περιπέτεια

The Living Daylights
ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ, ΠΡΑΚΤΩΡ 007:
ΜΕ ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΟ ΣΤΗ
ΣΚΑΝΔΑΛΗ
Σκηνοθεσία:John Glen
Σενάριο:Richard Maibaum,
Michael G. Wilson
Παίζουν:Timothy Dalton,
Maryam d'Abo,Jeroen Krabbé
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ένας Ρώσος πράκτορας αυτομολεί στη Δύση με τη βοήθεια του Μποντ. Τα πράγματα όμως δεν είναι όπως φαίνονται και ο Μποντ αποκαλύπτει μια πλεκτάνη σχεδιασμένη από έναν τρελό λαθρέμπορο όπλων και το Ρώσο πράκτορα, με σκοπό να προκαλέσουν τον Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο.


ΑΠΟΨΗ: Ο Κόνερι έπλασε τον χαρακτήρα του Μποντ, δίνοντας του στιβαρότητα, γοητεία αλλά και το απαραίτητο χιούμορ. Ο Μουρ επέλεξε λίγο περισσότερο χιούμορ από τον προκάτοχό του και έκανε τον Μποντ περισσότερο φλεγματικό και τζέντλεμαν. Ο Ντάλτον, αποφασίζει να πάει πιο κοντά στον Μποντ του Φλέμινγκ παρά στον κινηματογραφικό, διατηρώντας ελάχιστη ίχνη χιούμορ και παρουσιάζοντας έναν πιο σκοτεινό και σοβαρό Μποντ. Ο Ντάλτον πέτυχε το στόχο του αλλά το κοινό στα '80ς προτιμούσε έναν λίγο πιο ανάλαφρο Μποντ, που θα έπαιρνε περισσότερο στην πλάκα όλα όσα συνέβαιναν γύρω του. Κι εδώ που τα λέμε, μέχρι τότε οι ταινίες του Μποντ, ήταν ένα μεγάλο λούνα παρκ για αγόρια, που στόχευαν απλώς στη διασκέδαση του κοινού, κάτι που επιχείρησε να αγνοήσει ο Ντάλτον.


  Το The Living Daylights μπαίνει δυναμικά και ο πρωταγωνιστής του του προσθέτει αυτό που δε μπορούσε να δώσει πλέον ο Μουρ. Ενέργεια, λοιπόν, με μεγάλη συμμετοχή του Ντάλτον στις σκηνές δράσης και μικρότερη χρησιμοποίηση κασκαντέρ. Όσο το φιλμ επικεντρώνεται στη δράση και στις πιο σοβαρές σκηνές, ο Ντάλτον είναι πολύ καλός και πείθει ως Μποντ. Όταν όμως έρχεται η ώρα να κάνει πλάκα ή να γίνει γοητευτικός, χάνει το παιχνίδι. Ο Ντάλτον θέλει να είναι ανθρώπινος αλλά το φιλμ έχει σκηνές που δε μπορεί να συμβούν στα αλήθεια, όπως η απόδραση του Μποντ με το κορίτσι μέσα σε μια θήκη τσέλο! Ακριβώς σε εκείνη τη στιγμή, ο Ντάλτον μοιάζει έξω από τα νερά του. Ο Κόνερι και ιδιαίτερα ο Μουρ μπορούσαν να ανταπεξέλθουν σε παρόμοιες σκηνές με ευκολία, λόγω του χιούμορ τους, ο Ντάλτον όμως δεν πείθει.
  Γενικά, το φιλμ δεν απομακρύνεται από τη λογική των ταινιών του Μποντ. Έχει απίθανα κυνηγητά, έχει εκρήξεις, έχει θεαματικά ακροβατικά, με κορυφαίο την πάλη του Μποντ με έναν από τους κακούς ενώ κρέμονται έξω από ένα αεροπλάνο! Όσα περιμένεις είναι εδώ αλλά από τη μέση κι έπειτα αδιαφορείς για τα περισσότερα. Δε μπορώ να εστιάσω ακριβώς στον λόγο αλλά έχω την αίσθηση ότι η σοβαρότητα του Ντάλτον δε βοηθάει το δεύτερο μισό του φιλμ, αυτό δηλαδή που συμβαίνουν τα περισσότερα απίθανα πράγματα στις ταινίες του Μποντ.
  Κι αν ο Μποντ του Ντάλτον έχει κάποια θετικά αλλά υστερεί στον τομέα χιούμορ και γοητεία, τα πράγματα είναι χειρότερα σε δύο άλλους σημαντικούς τομείς. Ο ένας είναι η γυναικεία παρουσία, που εδώ είναι μόνο μία αλλά είναι από τις χειρότερες, εάν όχι η χειρότερη, σε ολόκληρη τη σειρά. Η Μάριαμ Ντ' Αμπό είναι άχρωμη στο ρόλο της Ρωσίδας πράκτορα και η συνύπαρξή της με τον Ντάλτον είναι αδιάφορη. Το χειρότερο, όμως, για το φιλμ, είναι ο κακός της υπόθεσης. Δε θα μπορούσε να γίνει χειρότερη επιλογή από τη συγκεκριμένη. Ο Γουιτάκερ, ο τρελός λαθρέμπορος όπλων, τον οποίο ερμηνεύει ο Τζο Ντον Μπέικερ, δε μοιάζει απειλητικός για τον Μποντ. Θυμίζει περισσότερο άκακο τρόφιμο ψυχιατρικής κλινικής παρά άνθρωπο που ετοιμάζεται να προκαλέσει τον τρίτο Παγκόσμιο. Ακόμα και το πρωτοπαλίκαρό του, ο Νέκρος, ξεχνιέται σύντομα. Τραγικό λάθος για ταινία του Μποντ, να πορευτεί με τέτοιους κακούς.
  Ο Ντάλτον προσπαθεί αλλά το όχημα για τον Μποντ που θέλει να ερμηνεύσει δεν είναι το Living Daylights. Το επόμενο φιλμ θα προσαρμοστεί περισσότερο πάνω του και θα τον βοηθήσει να παρουσιάσει τον Μποντ που ήθελε, άσχετα με το αν το κοινό τον δέχτηκε ή όχι. Το Living Daylights είχε επιτυχία στην εποχή του, σήμερα όμως μοιάζει αρκετά αδύναμη ταινία της σειράς του Μποντ.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
The Living Daylights (1987) on IMDb



10.9.14

Never Say Never Again (1983)

Είδος: Περιπέτεια

Never Say Never Again
ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ, ΠΡΑΚΤΩΡ 007:
ΠΟΤΕ ΜΗ ΞΑΝΑΠΕΙΣ ΠΟΤΕ
Σκηνοθεσία:Irvin Kershner 
Σενάριο:Kevin McClory,
Jack Whittingham,Lorenzo Semple Jr.
Παίζουν:Sean Connery,
Kim Basinger,Klaus Maria Brandauer
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Η μυστική τρομοκρατική οργάνωση SPECTRE κλέβει δύο πυρηνικές κεφαλές από τους Αμερικάνους και ο Μποντ πρέπει να ανακαλύψει τον στόχο τους.


ΑΠΟΨΗ: Αν ζούσαμε στο 1983, τότε σίγουρα το Never Say Never Again θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον ή τουλάχιστον θα πήγαινα να το παρακολουθήσω στον κινηματογράφο με περισσότερο ενδιαφέρον, λόγω της επιστροφής του Κόνερι μετά από 12 χρόνια στον πιο χαρακτηριστικό ρόλο της καριέρας του. Ο Μποντ έγινε γνωστός με το πρόσωπο του Κόνερι και με τον τρόπο που τον υποδύθηκε ο Κόνερι αλλά και ο Κόνερι έγινε σταρ πρώτου μεγέθους χάρη στον Μποντ. Αν μη τι άλλο, ήταν σημαντική επιστροφή και μάλιστα σε μια εποχή που ο κινηματογραφικός Μποντ ήταν εδώ και μια δεκαετία ο Ρότζερ Μουρ.

  Όπως έγραψα και στο Επιχείρηση Οκτάπουσι, πριν λίγο καιρό, το 1983 ήταν η χρονιά της "Μάχης των Μποντ". Το Never Say Never Again κυκλοφόρησε τέσσερις μήνες μετά το Οκτάπουσι και ηττήθηκε στα ταμεία, παρ' ότι όλοι περίμεναν η επιστροφή του Κόνερι να φέρει περισσότερο κόσμο στους κινηματογράφους. Όπως, όμως, ξεκίνησα να γράφω, αν ζούσα το 1983 θα ήμουν περίεργος για την επιστροφή του Κόνερι, όμως, το 2014 δε με απασχολεί πια το συγκεκριμένο θέμα και το μόνο που μένει είναι το φιλμ, αυτό καθεαυτό.
  Το Never Say Never Again ήταν για μένα ένα από τα πιο βαρετά Μποντ! Συγκεκριμένα, το χειρότερο μετά το Moonraker. Ξέρω ότι πολλοί θα διαφωνήσετε αλλά βρήκα το φιλμ άψυχο και ελάχιστα διασκεδαστικό. Έξυπνα παίζει με την ηλικία του Μποντ αλλά και του ίδιου του Κόνερι, ο οποίος είναι στα 53, παρουσιάζοντάς τον ελαφρώς ανενεργό πράκτορα και βάζει ενδιαφέροντες χαρακτήρες γύρω του. Ο Κλάους Μαρία Μπραντάουερ, στο ρόλο του Λάργκο, είναι ένας αρκετά συγκρατημένος κακός, διαφορετικός από τον Λάργκο του Thunderball, αν και προσωπικά προτιμώ τον δεύτερο. -( ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ-Αναφέρω το Thunderball, γιατί, όπως είχα γράψει και στο Οκτάπουσι, το Ποτέ Μη Ξαναπείς Ποτέ είναι ριμέικ της ταινίας του 1965 και μάλιστα δεν ανήκει στην επίσημη σειρά ταινιών του Μποντ αλλά είναι παραγωγή του σεναριογράφου του Thunderball, ο οποίος μετά από δικαστική διαμάχη με τον Ίαν Φλέμινγκ είχε κερδίσει το δικαίωμα να γυρίσει τη δικιά του ταινία Μποντ, με μόνο όρο, να βασίζεται στο σενάριο του Thunderball!Ουφ....Αυτά...Συνεχίζω...) - Η Μπάρμπαρα Καρέρε είναι ένα γοητευτικό, "κακό", Bond Girl ενώ το ερωτικό ενδιαφέρον του Μποντ υποδύεται η νεαρή Κιμ Μπέισινγκερ, πανέμορφη αλλά ακόμα όχι καλή υποκριτικά.
  Εκεί που το φιλμ χάνει είναι στους δευτερεύοντες ρόλους του Μ, του Q και της Μάνιπενι. Είναι δύσκολο να βλέπεις άλλους ηθοποιούς σε αυτούς τους ρόλους, ειδικά όταν ο Μποντ είναι ο ηθοποιός που έπλασε το ρόλο και επί δέκα χρόνια έπαιζε απέναντι στους ίδιους ανθρώπους, οι οποίοι είναι ρόλοι κλειδιά σε κάθε Μποντ. Περιμένεις την ανάθεση της αποστολής από τον Μ του Μπέρναρντ Λη και όχι από τον Έντουαρντ Φοξ! Μετά περιμένεις το πείραγμα του Μποντ στην Μάνιπενι και στη συνέχεια θέλεις να δεις τον Q του Νέσμοντ Λιούελιν, να εξηγεί τα νέα γκάτζετ στον Μποντ, πάντα με χιουμοριστική διάθεση. Εδώ, λοιπόν, όλα αυτά είναι ξένα και δε βοηθούν καθόλου το φιλμ.
  Άλλο ένα ζήτημα του Never Say Never Again είναι η διάρκεια και η επερχόμενη κόπωση του θεατή από ένα σημείο και μετά. Η λεγόμενη ασθένεια των ταινιών του Μποντ και η αναγκαστική διάρκεια δύο ωρών και πάνω που πρέπει να έχουν τα φιλμ, χτυπάει κι εδώ. Μέχρι τα μισά τα πράγματα πάνε σχετικά καλά αλλά από εκεί και μετά, δεν είναι πως δεν υπάρχει δράση αλλά μοιάζει ασθενική. Κυνηγητά με μηχανές, υποβρύχιες σκηνές, άλογα που πηδάνε στη θάλασσα από πύργους και άλλα πολλά συμβαίνουν, μοιάζουν όμως σκηνοθετημένα χωρίς μεράκι και ενέργεια.
  Ο Κόνερι υποδύθηκε άλλη μια φορά τον Μποντ με αρκετή άνεση παρά το προχωρημένο της ηλικίας του αλλά το φιλμ το ξεχνάμε γρήγορα και κρατάμε τη δεκαετία του '60 από τον φίλτατο Σον, με τα εξαιρετικά πρώτα Μποντ. Με το Never Say Never Again κλείνει το κεφάλαιο Μποντ  στον κινηματογράφο για τον Σον Κόνερι, όμως το 2005 θα δανείσει τη φωνή του στον 007 ακόμη μια φορά, για τις ανάγκες του βιντεοπαιχνιδιού "From Russia With Love".




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Never Say Never Again (1983) on IMDb



10.8.14

Live And Let Die (1973)

Είδος: Περιπέτεια

Live And Let Die
ΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ, ΠΡΑΚΤΩΡ 007:
ΖΗΣΕ ΚΙ ΑΣΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ
ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ
Σκηνοθεσία:Guy Hamilton 
Σενάριο:Tom Mankiewicz
 Παίζουν: Roger Moore,
Yaphet Kotto,Jane Seymour 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Μποντ πρέπει να σταματήσει το σχέδιο του Δρ Κανάνγκα, ο οποίος θέλει να γεμίσει ηρωίνη την αγορά, εξοντώνοντας κάθε αντίπαλό του κι έχοντας στο πλάι του μυστηριακές δυνάμεις, όπως το βουντού και μια πανέμορφη μελλοντολόγο.

ΑΠΟΨΗ: Οι παραγωγοί του Μποντ, προσφέρουν στον Σον Κόνερι το απίστευτο ποσό των 5,5 εκ. δολαρίων, για να συνεχίσει τον ρόλο του αλλά αυτός αρνείται! Έτσι, η εποχή Κόνερι τελειώνει και το 1973 έρχεται η στιγμή που το κοινό γνωρίζει  τον μακροβιότερο, μαζί με τον Σον Κόνερι, Μποντ, τον κύριο Ρότζερ Μουρ.


  Δεν λίγοι αυτοί που έχοντας στο μυαλό τους την εικόνα του Μουρ ως Σάιμον Τέμπλαρ, ο γνωστός τηλεοπτικός "Άγιος", σειρά που ξεκίνησε την ίδια χρονιά που στους κινηματογράφους παίχτηκε η πρώτη ταινία του Μποντ, Δρ Νο, θεωρούν ότι ο Μουρ ήταν ήδη ο Τζέιμς Μποντ. Η αλήθεια είναι ότι ο Μουρ ήταν ούτως ή άλλως η προσωπική επιλογή του δημιουργού του Μποντ, Ίαν Φλέμινγκ, για το ρόλο, καθώς επίσης κι ότι ο Άγιος, δημιούργημα του Λέσλι Τσάρτερις, έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον Βρετανό κατάσκοπο. Όπως και να 'χει, ο Μουρ μπαίνει στο ρόλο του 007 και το κάνει μάλιστα με αρκετή άνεση, ακόμα κι αν το φιλμ δεν τον βοηθά σε αυτό.
  Ο Μποντ του Μουρ δεν είναι το ίδιο σκληρός με του Κόνερι και δεν μπλέκεται συχνά σε σωματικές μάχες ενώ δε μοιάζει το ίδιο άνετος κρατώντας το πιστόλι του. Ο Μουρ είναι όμως χαρισματική προσωπικότητα, γράφει στην οθόνη και έχει τα δικά του όπλα. Ο Μουρ είναι πιο κομψός, ίσως αριστοκρατικός είναι η πιο σωστή λέξη, αποπνέοντας εύκολα τον αέρα του γνήσιου Άγγλου τζέντλεμαν ενώ το βρετανικό φλέγμα μοιάζει να υπάρχει σε μεγαλύτερη ποσότητα μέσα του, λέγοντας τις ατάκες με αρκετά κυνικό τρόπο. Το χιούμορ του Μουρ, υπήρξε ένα ζήτημα για τους fan του Μποντ και φαίνεται ήδη να εισβάλει στην πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση, ξενίζοντας κάποιους αλλά καθιερώνοντας το διαφορετικό ύφος του Μποντ-Μουρ. Οι συντελεστές του Live And Let Die, βάζουν το χεράκι τους στην αλλαγή του ύφους και στην προσπάθεια να μην γίνει σύγκριση του Μουρ με τον Κόνερι αλλάζοντας κάποια στάνταρ των προηγούμενων φιλμ. Για παράδειγμα, ο Μποντ δεν πίνει πια Μαρτίνι- Βότκα αλλά παραγγέλνει μπέρμπον, δεν παίρνει οδηγίες για την αποστολή του στο γραφείο του Μ αλλά στο διαμέρισμά του, ενώ δεν εμφανίζουν καθόλου τον Q στο συγκεκριμένο φιλμ.
  Το Live And Let Die διατηρεί όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά των ταινιών του Μποντ παρά την αλλαγή του ηθοποιού. Τα κυνηγητά με αυτοκίνητα υπάρχουν κι εδώ, με το Μποντ να οδηγεί ένα διώροφο λεωφορείο κάνοντας δύο θεαματικά σταντ ενώ αυτό που θα θυμάστε από το φιλμ είναι το κυνηγητό με τα ταχύπλοα στα νερά της Λουιζιάνα και πιθανόν τη σκηνή που ο Μποντ βρίσκεται περικυκλωμένος από δεκάδες κροκόδειλους και για να ξεφύγει πατάει πάνω στις πλάτες τεσσάρων εξ αυτών.
  Αντίπαλος του Μποντ είναι ο Κανάνγκα και είναι η πρώτη φορά που ο κατάσκοπος τα βάζει με έμπορο ναρκωτικών και μάλιστα μαύρο. Επειδή μάλιστα οι παραγωγοί φοβόντουσαν την αντίδραση του κοινού, είχαν απαγορέψει στον Γιάφετ Κότο, τον άνθρωπο που υποδύθηκε τον Κανάνγκα, όχι μόνο να κάνει δηλώσεις πριν την πρεμιέρα της ταινίας αλλά ακόμα και να μην εμφανιστεί στην πρεμιέρα. Ο Κότο φτιάχνει έναν από τους πιο αξιοπρεπείς κακούς στην ιστορία του Μποντ, χωρίς να γίνεται γραφικός ενώ πολλοί θα θυμούνται και το πρωτοπαλίκαρο του, τον Τι Χι, τον τύπο με το μηχανικό γάντζο για χέρι.
  Στο κομμάτι των Bond Girls γίνονται δύο ενδιαφέρουσες επιλογές, με την πρώτη εμφάνιση της Τζέιν Σέιμουρ (η τηλεοπτική Δρ Κουίν) να αφήνει καλές εντυπώσεις, για την "αγνή" ομορφιά της αλλά και με τη γενικότερη συμμετοχή της. Το δεύτερο Bond Girl είναι η μαύρη καλλονή, πρώην κουνελάκι του Playboy, Γκλόρια Χέντρι και περνάει στην ιστορία σαν το πρώτο αφροαμερικανικό φλερτ του Μποντ.
  Το μεγαλύτερο πρόβλημα με το Live And Let Die είναι ένα πρόβλημα που συναντάμε όλο και πιο συχνά στα Μποντ από το Diamonds Are Forever και μετά. Υπάρχει κάποιος άγραφος νόμος που δεν επιτρέπει στα φιλμ του Μποντ να είναι μικρότερα των δύο ωρών! Αυτό δυσκολεύει τους συντελεστές στη διατήρηση του ενδιαφέροντος των θεατών, κάτι που είναι φανερό και στο Live And Let Die. Η ιστορία του δεν είναι κακή ενώ προμηθεύει με αρκετά καλές ατάκες τον Μποντ και δημιουργούνται μερικές από τις πιο θεαματικές σκηνές της σειράς. Η ανάγκη όμως να φτάσει το φιλμ τις δύο ώρες, προκαλεί το ανεξήγητο "άπλωμα" αδιάφορων σκηνών, καθώς ακόμα και της σκηνής του κυνηγητού με τα ταχύπλοα, η οποία μοιάζει ατελείωτη, με αποτέλεσμα να χάνεσαι για λίγο, να επανέρχεσαι, να ξαναχάνεσαι και να κάνεις το τελικό comeback ένα τέταρτο πριν το τέλος του φιλμ.
  Με το Live And Let Die ανατέλλει το άστρο του Ρότζερ Μουρ ως Μποντ, το οποίο θα μείνει λαμπερό για τα επόμενα δώδεκα χρόνια. Ακόμα κι αν τα δύο πρώτα φιλμ του Μουρ ως Μποντ, στερούνταν δυναμικής, ο ίδιος εμφανίζει μια απίστευτη άνεση με το ρόλο και πείθει το κοινό, το οποίο δέχεται το διαφορετικό στιλ του και συνεχίζει να τον ακολουθεί και τον Μποντ παρά τις προβλέψεις των κριτικών, να συνεχίζει απτόητος την πορεία του σε αυτή τη νέα εποχή.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
Live and Let Die (1973) on IMDb