Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δράση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δράση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14.6.20

Da 5 Bloods (2020) Review

Είδος: Δραματική, Περιπέτεια

"Το Da 5 Bloods δεν κατηγοριοποιείται εύκολα. Δεν είναι μόνο πολιτική ταινία, δεν είναι μόνο αντιπολεμική ταινία, δεν είναι μόνο κοινωνική ταινία, δεν είναι μόνο μια περιπέτεια με άφθονη δράση και κωμικές στιγμές. Είναι όλα αυτά και είναι όλα δεμένα με μαεστρία μεταξύ τους, με εξαιρετική χρήση του μοντάζ αλλά και την αναλογία διαστάσεων της οθόνης."

Σκηνοθεσία:Spike Lee
Σενάριο:Danny Bilson,Paul De Meo,
Spike Lee,Kevin Willmott
Παίζουν:Delroy Lindo,
Jonathan Majors,Clarke Peters
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Η νέα ταινία του Σπάικ Λι δε θα μπορούσε να κυκλοφορήσει σε πιο "κατάλληλη" περίοδο, όσο κι αν ο ίδιος το είχε σχεδιάσει. Σε περίπτωση που ο μελλοντικός αναγνώστης αναρωτιέται τι έχει αυτή η περίοδος που την κάνει τόσο "κατάλληλη" για μια ταινία του Σπάικ Λι, δεν έχει παρά να αναζητήσει στο Google στοιχεία για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και άμεσα θα κατανοήσει. Ο αναγνώστης του σήμερα φαντάζομαι ότι εφόσον δε ζει μέσα σε γυάλινη σφαίρα αλλά βρίσκεται έστω και σε τυπική επικοινωνία με τον κόσμο μας, μπορεί να καταλάβει εύκολα το λόγο που το Da 5 Bloods είναι πιο επίκαιρο και αναγκαίο από ποτέ.
 Η βασική πλοκή (ή αν θέλετε η τυπική πλοκή, γιατί το "βασικό" του φιλμ είναι άλλο) θέλει τέσσερις Αφροαμερικανούς, βετεράνους του πολέμου του Βιετνάμ να επιστρέφουν εκεί μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια. Ο λόγος αυτής της επανένωσης είναι για να φέρουν πίσω στην Αμερική ότι έχει απομείνει από τη σωρό του συμπολεμιστή και φίλου τους, Νόρμαν, αλλά και μερικές δεκάδες πλάκες χρυσού που είχαν κρύψει την περίοδο του πολέμου. 
 Το Da 5 Bloods δεν κατηγοριοποιείται εύκολα. Δεν είναι μόνο πολιτική ταινία, δεν είναι μόνο αντιπολεμική ταινία, δεν είναι μόνο κοινωνική ταινία, δεν είναι μόνο μια περιπέτεια με άφθονη δράση και κωμικές στιγμές. Είναι όλα αυτά και είναι όλα δεμένα με μαεστρία μεταξύ τους, με εξαιρετική χρήση του μοντάζ αλλά και την αναλογία διαστάσεων της οθόνης. Στα φλασμπακ των ηρώων η εικόνα μετατρέπεται στο κλασικό 4:3 ενώ τη στιγμή που το φιλμ αλλάζει σχεδόν ολοκληρωτικά ύφος και γίνεται περιπέτεια μέσα στη ζούγκλα το πλάνο ανοίγει εντελώς και οι μαύρες μπάρες χάνονται για να αποδοθεί όσο καλύτερα γίνεται το τοπίο και όσα συμβαίνουν στην οθόνη!
 Ο Ντελρόι Λίντο ξεχωρίζει από τους βετεράνους, γιατί είναι ο πιο καλογραμμένος χαρακτήρας και αυτός που έχει το περισσότερο ζουμί, καθώς μιλάμε για έναν Αφροαμερικανό, που πολέμησε στο Βιετνάμ, έφτασε στο σήμερα κουβαλώντας ένα μεγαλύτερο βάρος από τους υπόλοιπους σχετικά με εκείνο τον πόλεμο και καταλήγει να ψηφίζει τον Τραμπ και να είναι εμφανώς ρατσιστής. Ο γιος του, που υποδύεται ο Τζόναθαν Μέιτζορς, είναι αυτός που θα φέρει λίγο περισσότερο συναίσθημα στην ταινία ενώ σίγουρα η τελευταία σκηνή που μοιράζεται ο Λίντο με τον Τσάντγουικ Μπόουσμαν (παίζει τον νεκρό συμπολεμιστή τους στα φλασμπακ και σε σκηνές οραμάτων του Λίντο) είναι από τις πιο συγκινητικές της ταινίας.
 Μπορεί η μεγάλη διάρκεια του φιλμ να βγάζει μερικές αδυναμίες αφού νιώθεις ότι υπάρχουν στιγμιότυπα, συνομιλίες και χαρακτήρες που θα μπορούσαν να λείπουν αλλά απ' την άλλη έχεις να κάνεις με έναν ιδιαίτερο σκηνοθέτη που σχεδόν όλη η φιλμογραφία του αποτελείται από ταινίες τέτοιας διάρκειας. Ο τελικός απολογισμός βγαίνει σίγουρα υπέρ του Λι και της ταινίας του, αυτής της ταινίας που ενώ ενδιάμεσα γίνεται μια αναπάντεχα βίαιη περιπέτεια δράσης, αρχίζει και ολοκληρώνεται με το επίκαιρο όσο ποτέ πολιτικό της μήνυμα, για την αξία των ζωών των Αφροαμερικανών, η οποία μοιάζει ποτέ να μην "ζύγιζε" ίσα στη ζυγαριά της Αμερικανικής κοινωνίας.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn
IMDb



23.3.16

The Dark Knight Rises (2012)

Είδος: Περιπέτεια, Δράσης, Θρίλερ, Κόμικ

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ:
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Σκηνοθεσία:Christopher Nolan
Σενάριο:Christopher Nolan,
Jonathan Nolan,David S. Goyer(story)
Παίζουν:Christian Bale,
Tom Hardy,Anne Hathaway
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Μπρους Γουέιν ζει απομονωμένος στην έπαυλή του και ο Μπάτμαν αποτελεί παρελθόν. Η πόλη του Γκόθαμ, όμως, έχει ανάγκη ξανά τον σκοτεινό προστάτη της, όταν ένας παράξενος μισθοφόρος, εξόριστος από τη Λεγεώνα των Σκιών, έρχεται και καταλαμβάνει την πόλη με το στρατό του. Ο Σκοτεινός Ιππότης θα εμφανιστεί ξανά αλλά αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι πολύ πιο δύσκολα για αυτόν.


ΑΠΟΨΗ: Η τριλογία του Κρίστοφερ Νόλαν ολοκληρώνεται με το The Dark Knight Rises και εμείς μπορούμε να μιλάμε για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές τριλογίες, με κάθε ταινία να μας τροφοδοτεί με διαφορετικά συναισθήματα κάθε φορά.
  Όπως την πρώτη φορά που είδα το φιλμ στον κινηματογράφο, έτσι και αυτή τη φορά που το είδα στην τηλεόρασή μου για να γράψω αυτό το κείμενο, ένιωσα το ίδιο ακριβώς συναίσθημα: φόβος. Το τρίτο φιλμ της τριλογίας είναι το πιο σκοτεινό, πεσιμιστικό, ζοφερό αλλά και πολιτικό. Στην ουσία είναι το πιο πολιτικό υπερηρωικό φιλμ που έχω δει. Από εκεί προκύπτει και το συναίσθημα του φόβου. Η οικονομική τρομοκρατία του Μπέιν, ο στρατιωτικός νόμος, η ταξική πάλη, η αναρχία και τα λαϊκά δικαστήρια είναι πράγματα που βλέποντάς τα στο φιλμ, νιώθεις ότι παρακολουθείς μια ζοφερή εικόνα του μέλλοντος, για κάποιο περίεργο λόγο. Ο Νόλαν ρίχνει περισσότερο βάρος σε όλη αυτή την πολιτική δήλωση, στην κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού στην ουσία,  αφήνοντας για αρκετή ώρα τη δράση στην άκρη. Μετά τη θεαματική εναρκτήρια σκηνή, η υπόλοιπη δράση βρίσκεται στα τελευταία τριάντα λεπτά του φιλμ, με αποτέλεσμα να είναι πολύ βαρύ το κλίμα και αυτό είναι απλώς μια παρατήρηση, χωρίς να το θεωρώ μειονέκτημα ή πλεονέκτημα για την ταινία. 
  Το κυριότερο πρόβλημα που βρίσκω στο φιλμ του Νόλαν, αφήνοντας στην άκρη τα σεναριακά κενά που είναι πολύ μεγαλύτερα από τα δύο προηγούμενα φιλμ, είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί α)την αστυνομία β)την "επανάσταση" και γ)την αστική τάξη. Δε θέλω να μιλήσω πολιτικά και δε θα το κάνω, όμως, το φιλμ εγείρει κάποια ερωτήματα ή μάλλον προσπαθεί να δώσει κάποιες ενοχλητικές απαντήσεις, τις οποίες θα εντοπίσετε αν εστιάσετε στα τρία παραπάνω σημεία και ίσως σε κάποιο άλλο κείμενο σχετικά με τα καθοδηγούμενα μηνύματα πίσω από τις κινηματογραφικές παραγωγές του Χόλιγουντ να αναπτύξουμε το θέμα. Εδώ, όμως, θα το αποφύγω για την ώρα.
  Στο ερμηνευτικό κομμάτι τα πράγματα είναι αρκετά καλά, με τον Μπέιν του Τομ Χάρντι να κλέβει την παράσταση από τον Μπρους Γουέιν του Κρίστιαν Μπέιλι. Ο Χάρντι φτιάχνει έναν τρομακτικά έξυπνο και δυνατό κακό, τον μόνο άνθρωπο ικανό να "τσακίσει" τον ήδη κουρασμένο Μπάτμαν, που βλέπουμε σε αυτό το φιλμ. Ο Μπέιλι, πολύ καλός και σε αυτό το φιλμ, μας δίνει έναν κουρασμένο και αποσυρμένο από τη δράση πλέον Μπάτμαν, που μόνο όταν πέσει τελείως κάτω θα αναγκαστεί να εγερθεί ξανά και να πάρει τη θέση του προστάτη και σωτήρα του Γκόθαμ (και του Δυτικού πολιτισμού...). Ο Τζόζεφ Γκόρντον Λέβιτ παίζει το ρόλο νεαρού αστυνομικού, συμβολικό για τη μυθολογία του Μπάτμαν αλλά μόνο στο τέλος το καταλαβαίνουμε, η Σελίνα Κάιλ/ Κάτγουμαν της Ανν Χάθαγουεϊ στέκεται με αξιοπρέπεια, μην επιτρέποντας συγκρίσεις με τη Μισέλ Φάιφερ του Batman Returns, ενώ λίγο πιο αδιάφορη σε σχέση με τους υπόλοιπους ηθοποιούς είναι η Μαριόν Κοτιγιάρ, η οποία κρατά, όμως, ρόλο κλειδί για την εξέλιξη του φιλμ. Όλοι οι υπόλοιποι κινούνται στα γνωστά, καλά τους στάνταρ. Γκάρι Όλντμαν, Μόργκαν Φρίμαν αποτελούν σταθερές αξίες ενώ ο Μάικλ Κέιν έχει δύο πολύ συγκινητικές στιγμές.
  Άλλη μια εξαιρετική παραγωγή για τον Σκοτεινό Ιππότη, άλλο ένα πολύ καλό φιλμ από τον Νόλαν. Το τρίτο κομμάτι της τριλογίας έχει αρκετές καλές στιγμές, έχει ανατροπές, έχει λιγότερη δράση, έχει διφορούμενα μηνύματα και μόνο αδιάφορο φιλμ δε μπορείς να το χαρακτηρίσεις. Μπορεί να σου αρέσει, μπορεί και όχι, αλλά δε μπορείς να αδιαφορήσεις με όσα συμβαίνουν εδώ. Σε αντίθεση με το The Dark Knight, εδώ ο Μπάτμαν από παρείσακτος και κυνηγημένος, ανάγεται σε σύμβολο ελπίδας, με το όχι και τόσο ξεκάθαρο φινάλε της ταινίας. 




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Ο σκοτεινός ιππότης: Η επιστροφή (2012) on IMDb



19.1.16

Mad Max : Fury Road (2015)

Είδος : Περιπέτεια, Δράσης

MAD MAX : 
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ
Σκηνοθεσία:George Miller
Σενάριο:George Miller,
Brendan McCarthy,Nick Lathouris
Παίζουν:Tom Hardy,
Charlize Theron,Nicholas Hoult
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Μαντ Μαξ συνεχίζει τις περιπλανήσεις του στο μετα-αποκαλυπτικό μέλλον και αυτή τη φορά αιχμαλωτίζεται από μια ομάδα που έχει αρχηγό της τον αυτοαποκαλούμενο Αθάνατο Τζο, έναν τύραννο που διατηρεί ολόκληρο στρατό και κρατά υποδουλωμένους ανθρώπους, παρέχοντας του ένα από τα αγαθά που βρίσκονται σε έλλειψη: το νερό. Η Φουριόσα, μια από τις αξιωματικούς του, επαναστατεί και μαζί με μια μικρή ομάδα κοριτσιών, που ο Αθάνατος Τζο χρησιμοποιούσε για "αναπαραγωγή", προσπαθεί να επιστρέψει στην πατρίδα της. Σύμμαχος της σε αυτή την περιπέτεια θα είναι ο Μαξ αλλά κι ένας από τους στρατιώτες του Αθάνατου Τζο. 

ΑΠΟΨΗ: Θρησκευτικοί, κοινωνικοί, ταξικοί προβληματισμοί αλλά και ασταμάτητη δράση με εντυπωσιακές σκηνές, χωρούν όλα μέσα στο νέο δημιούργημα του εβδομηντάχρονου έφηβου σκηνοθέτη, που ακούει στο όνομα Τζορτζ Μίλερ!

  Τριάντα χρόνια μετά το Βασίλειο του Κεραυνού, ο Μαντ Μαξ και ο δημιουργός του επιστρέφουν στη μεγάλη οθόνη και μας δίνουν μια από τις καλύτερες περιπέτειες όλων των εποχών. Πόσο υπέροχο franchise είναι το Mad Max! Κάθε μια ταινία που δημιούργησε ο Μίλερ έχει να πει αρκετά. Από το συμβολικό ξεκίνημα της σειράς, πάμε στο εκρηκτικό δεύτερο μέρος, οδηγούμαστε στο παραμύθι για μεγάλους του τρίτου φιλμ και εν έτει 2015 ο Μαξ επανακάμπτει με αξιοθαύμαστο τρόπο. Ο Μίλερ βάζει τα γυαλιά στους νεαρούς σκηνοθέτες  δράσης και φτιάχνει τις σκηνές του χρησιμοποιώντας τον παλιό αλλά και το νέο τρόπο. Το CGI χρησιμοποιείται διακριτικά και η μίξη του με τη ζωντανή δράση είναι τόσο καλή που υπάρχουν σκηνές που αναρωτιέσαι: "το έκαναν στα αλήθεια ή είναι ψηφιακό;" Εκπληκτικά σταντς και απίστευτη ενέργεια στα πλάνα του Μίλερ, με το φιλμ να μεταμορφώνεται ανά διαστήματα σε μια μεγαλειώδη παράσταση τσίρκου, από αυτές που βλέπαμε στα παιδικά μας χρόνια και παρακολουθούσαμε τους ακροβάτες με κομμένη την ανάσα.
  Ο Δρόμος της Οργής, όμως, δεν είναι απλώς μια περιπέτεια, μια εξαιρετική ταινία δράσης με τεχνικές λεπτομέρειες προσεγμένες στο έπακρο. Ακόμα και μόνο αυτό να ήταν, είναι αρκετό αλλά υπάρχουν βαθύτερα μηνύματα στο δυστοπικό κόσμο του Μαξ. "Μην εθιστείτε στο νερό... Θα σας λείψει όταν δε θα το έχετε", κηρύττει στο "ποίμνιό" ο Αθάνατος Τζο. Είναι αυτή ατάκα που ακούς σε μια ταινία δράσης; Η χρησιμοποίηση της γυναίκας από τον ημίθεο Αθάνατο Τζο για αναπαραγωγή και μόνο, είναι κάτι που συναντάς σε μια απλή ταινία δράσης; Η εκστρατεία με τη συνοδεία κρουστών και μιας ηλεκτρικής κιθάρας, σε ήχους μέταλ, ενώ από την κεφαλή του οργάνου βγαίνουν φλόγες σε κάθε νότα, είναι στοιχεία που απασχολούν μια απλή ταινία δράσης;  Η γέννηση ενός νεκρού βρέφους πάνω σε ένα όχημα που κινείται ασταμάτητα στην έρημο; Αυτά και αρκετοί ακόμα συμβολισμοί που υπάρχουν στο Fury Road, δεν είναι στοιχεία που απασχολούν τις ταινίες δράσης. Το νέο φιλμ του Μαντ Μαξ είναι λοιπόν κάτι παραπάνω από μια εξαιρετική ταινία δράσης.
  Ο Τομ Χάρντι παίρνει τη σκυτάλη από το Μελ Γκίμπσον και δεν έχει κανένα πρόβλημα. Δεν δίνει κάτι διαφορετικό στον χαρακτήρα αλλά διατηρεί το ύφος του προκατόχου του και μέσα σε ελάχιστα λεπτά τον έχουμε δεχτεί με ευκολία ως τον τρελό Μαξ Ροκατάνσκι, που ακόμα δεν ησυχάζει απ' το τραγικό παρελθόν του. Την παράσταση, όμως, από τον Μαξ κλέβει η δυναμική Φουριόσα της Σάρλιζ Θέρον. Η Φουριόσα είναι ο πιο "σκληρός" τύπος της ταινίας και η Θέρον το υποστηρίζει απόλυτα, δίνοντας μια αρκετά αξιόλογη ερμηνεία. Εδώ που τα λέμε, το Fury Road έχει ένα σωρό ενδιαφέροντες χαρακτήρες, είτε αυτοί έχουν μεγάλο ρόλο είτε μικρό μέσα στο φιλμ. Τόσο ο Ναξ, του πολύ καλού Νίκολας Χουλτ, όσο και ο Ρίκτους, ο Αρχηγός της Φάμπρικας των Σφαιρών, ο Ανθρωποφάγος και φυσικά ο Αθάνατος Τζο, ερμηνευμένος από τον άνθρωπο που έπαιξε τον "κακό" στο πρώτο φιλμ του Μαντ Μαξ, είναι όλοι χαρακτήρες που έχουν λόγο ύπαρξης και που ταιριάζουν απόλυτα στο σύμπαν που έφτιαξε ο Τζορτζ Μίλερ. Ένα σύμπαν που δε διστάζει αυτή τη φορά να γίνει όσο πιο φεμινιστικό θα μπορούσε να γίνει ένα τόσο σκοτεινό και θλιβερό σύμπαν. Η Φουριόσα
και οι υπόλοιπες γυναικείες παρουσίες είναι αυτές που οδηγούν την εξέλιξη μιας ταινίας που ανήκει σε ένα είδος ανδροκρατούμενο μέχρι σήμερα. Ίσως, μετά τη Ρίπλεϊ της Σιγκούρνεϊ Γουίβερ, η Φουριόσα να είναι η πιο ... bad ass θηλυκή παρουσία της μεγάλης οθόνης.
  Θαυμαστό το επίτευγμα του Μίλερ! Τόση ενέργεια στην οθόνη από έναν άνθρωπο εβδομήντα ετών! Τόσο εκπληκτικά δουλεμένες σκηνές και τρομερή δουλειά με την κάμερα και τους κασκαντέρ, θυμίζοντάς μας το λόγο που η δεκαετία του '80 αλλά και του '90 μας έδωσε μερικές κινηματογραφικές περιπέτειες που αγγίζουν το κοινό μέχρι σήμερα: η άμεση εμπλοκή στη δράση από τους ανθρώπους που βλέπουμε στην οθόνη. Όταν πείθεσαι ότι ηθοποιοί και κασκαντέρ είναι αυτοί που γυρίζουν τις δύσκολες σκηνές, ενθουσιάζεσαι και συμμετέχεις κι εσύ πιο ενεργά στη θέαση του φιλμ και ο Μίλερ το γνωρίζει αυτό, γιατί έτσι έμαθε να φτιάχνει ταινίες. Ο Αυστραλός σκηνοθέτης, όμως, δεν παραβλέπει το σενάριο, τους χαρακτήρες, τα κοινωνικά, ταξικά και θρησκευτικά σχόλια, αφήνοντας λόγους στο κοινό να επισκεφτεί ξανά και ξανά τον κόσμο του Μαντ Μαξ, αναζητώντας τις λεπτομέρειες στα πλάνα και τους συμβολισμούς τους. Εκπληκτική εμπειρία.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Mad Max: Ο δρόμος της οργής (2015) on IMDb



22.12.15

Point Break (2015)

Είδος : Περιπέτεια, Δράση
ΣΠΑΣΕ ΤΑ ΟΡΙΑ ΣΟΥ
Σκηνοθεσία:Ericson Core
Σενάριο:Kurt Wimmer,
Rick King & W. Peter Iliff(story)
Παίζουν:Édgar Ramírez,
Luke Bracey,Ray Winstone
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ένας νεαρός εκπαιδευόμενος πράκτορας του FBI εισχωρεί σε μια ομάδα αθλητών των extreme sports, οι οποίοι φαίνεται να είναι υπεύθυνοι για μια σειρά ακραίων ληστειών. Στόχος των ληστών δε μοιάζει να είναι τα χρήματα καθώς ποτέ δεν τα κρατούν για τους ίδιους. Σύντομα, ο νεαρός πράκτορας γοητεύεται από την προσωπικότητα του αρχηγού της ομάδας και προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ νόμου και ανομίας.

ΑΠΟΨΗ: Το νέο Point Break δεν έχει Πάτρικ Σουέιζι, δεν έχει Κιάνου Ριβς, δεν έχει ούτε Κάθριν Μπίγκελοου στη σκηνοθεσία. Μπορεί να περηφανεύεται μόνο για ένα πράγμα που έχει και δεν είχε το φιλμ του 1991. Τι είναι αυτό; Το 3D φυσικά! Αν του αφαιρέσεις και αυτό, τα πράγματα γίνονται πολύ δύσκολα για το φιλμ του Έρικσον Κόουρ.
  Διευθυντής φωτογραφίας σε ταινίες όπως τα Payback, The Fast And The Furious και Daredevil, ο Κόουρ πέρασε σύντομα και στη σκηνοθεσία. Προηγούμενη δουλειά του ήταν το σχετικά επιτυχημένο στην Αμερική φιλμ του 2006, The Invincible, με πρωταγωνιστή τον Μαρκ Γουόλμπεργκ, ενώ το Point Break αποτελεί τη δεύτερη ουσιαστική του απόπειρα σκηνοθεσίας κινηματογραφικής ταινίας και δε μπορείς να τη θεωρήσεις επιτυχημένη. Αν είχαμε να κάνουμε με ένα βίντεο κλιπ, φτιαγμένο από εικόνες και θεαματικές σκηνές βγαλμένες μέσα από τα extreme sports, θα μιλάγαμε για ένα όμορφο αποτέλεσμα, το οποίο με τη χρήση του 3D αποκτά άλλες "διαστάσεις". Μια ταινία, όμως, απαιτεί κι άλλα πράγματα που δυστυχώς εδώ περνούν σε δεύτερη μοίρα. Η σχετική με την πλοκή δράση είναι ανύπαρκτη και οι εξηγήσεις που δίνονται για όσα συμβαίνουν, εκτός του ότι δεν είναι ποτέ επαρκείς, δε μπορούν να γίνουν δεκτές από οποιονδήποτε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει για ελάχιστα λεπτά τη λογική του.
  Αμηχανία επικρατεί και στους ηθοποιούς, τους οποίους ο Κόουρ δεν καταφέρνει να καθοδηγήσει και φαίνεται να μην τον νοιάζει κιόλας, σύμφωνα με το τελικό αποτέλεσμα. Ο μόνος που προσπαθεί
να δώσει κάτι παραπάνω και που έχει ίσως τον πιο καλογραμμένο ρόλο είναι ο Έντγκαρ Ραμίρεζ, ως Μπόντι. Ο συμπρωταγωνιστής του, Λουκ Μπρέισι, όσο κι αν θέλει να το παλέψει, μάλλον "δε
μπορεί" και δεν καταφέρνει ποτέ να δώσει πνοή στον χαρακτήρα του, ενώ ατελής παραμένει η ανάλυση της σχέσης των δύο πρωταγωνιστών. Η θηλυκή παρουσία της παρέας, Τερέσα Πάλμερ, δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης μέσα στην ταινία, καθώς το ειδύλλιο της με τον Γιούτα, τον χαρακτήρα που υποδύεται ο Μπρέισι, δεν αγγίζει ποτέ το θεατή, κάτι που, σύμφωνα με την εξέλιξη του φιλμ, επιθυμεί ο Κόουρ. Υπάρχουν και οι έμπειροι Ντελρόι Λίντο και Ρέι Γουάινστοουν αλλά τι να σου κάνουν κι αυτοί. Περιφέρονται και λένε ατάκες που προκαλούν γέλιο με την αστοχία τους.
  Είμαι σίγουρος ότι αν είχα παρακολουθήσει το Point Break στην κλασική 2D μορφή θα το είχα αφήσει στη μέση. Εξαιρετικά τα ακροβατικά, εξαιρετική η κινηματογράφησή τους, τολμηρή η απόφαση εν έτει 2015 να χρησιμοποιηθούν όσο λιγότερα ψηφιακά εφέ γίνεται και πάρα πολύ καλή η απόδοση του 3D, το οποίο υπάρχουν σημεία που σου κόβει την ανάσα. Αυτό, όμως, δεν αρκεί και δεν βγάζει συναισθήματα που θα έπρεπε να βγάζει μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική εμπειρία, καλή ή κακή. Αν εσείς παρ' ολ' αυτά αποφασίσετε να δείτε το φιλμ στον κινηματογράφο, είτε γιατί ανήκετε στους θαυμαστές του αρχικού Point Break, είτε γιατί σας αρέσουν τα extreme sports (δε βρίσκω άλλο λόγο θέασης) δώστε κάτι παραπάνω και φορέστε τα ειδικά γυαλάκια, γιατί αλλιώς φοβάμαι ότι θα απογοητευθείτε πλήρως. 




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Σπάσε τα όρια σου (2015) on IMDb



28.11.15

Close Range (2015)

Είδος : Περιπέτεια, Δράση

Σκηνοθεσία:Isaac Florentine
Σενάριο:Chad Law,Shane Dax Taylor
Παίζουν:Scott Adkins,
Nick Chinlund,Caitlin Keats
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Κόλτον Μακρίντι, πρώην παρασημοφορημένος στρατιωτικός, εισβάλει στο άντρο καρτέλ ναρκωτικών και παίρνει πίσω την ανιψιά του που έχει απαχθεί. Μαζί με το κορίτσι, όμως, παίρνει εν αγνοία του και ένα USB στικάκι, το οποίο περιέχει πληροφορίες που μπορούν να εκθέσουν το καρτέλ. Σύντομα οι άντρες του καρτέλ θα φθάσουν στη φάρμα της αδερφής του και ο Κόλτον θα πρέπει να παλέψει για τη ζωή της αδερφής του, της ανιψιάς του και τη δική του, έχοντας να αντιμετωπίσει όχι μόνο τους κακοποιούς αλλά και τον διεφθαρμένο ντόπιο σερίφη. 


ΑΠΟΨΗ: Έρχονται κάποιες νύχτες που θέλεις απλώς να αράξεις μπροστά από την τηλεόραση και να δεις κάτι χαλαρό. Μια περιπέτεια όπως εκείνες που γυρίζονταν παλιότερα, με λίγα λόγια, απλή πλοκή, χωρίς να νοιάζεσαι για εκπλήξεις, ανατροπές και μπερδεμένα σενάρια, αλλά μόνο για ικανοποιητική δράση. Το Close Range είναι ακριβώς αυτή η ταινία, στα χνάρια των προηγούμενων ταινιών που γύρισε ο Ισαάκ Φλορεντάιν, με πρωταγωνιστή πάντα τον πολύ καλό στο συγκεκριμένο είδος, Σκοτ Άντκινς.

  Ο Φλορεντάιν είναι ένας σκηνοθέτης ικανός για καλή δουλειά σε ταινίες δράσης με χαμηλούς προϋπολογισμούς, κατηγορία στην οποία ανήκει και το Close Range. Αγνή, καθαρή δράση, μάχες σώμα με σώμα και πολεμικές τέχνες, παρουσιάζονται με μαεστρία μέσα από την κάμερα του Φλορεντάιν. Μια ματιά σε ταινίες όπως το Ninja, Ninja: Shadow of A Tear και Undisputed III: Redemption θα σας πείσει για την ικανότητά του να σκηνοθετεί τη δράση. Αυτό είναι το δυνατό του χαρτί και το χρησιμοποιεί εξαιρετικά, διαλέγοντας σενάρια που δεν έχουν απαίτηση εμβάθυνσης σε χαρακτήρες και καταστάσεις αλλά τα πολύ βασικά για το χτίσιμο της δράσης. Από τη στιγμή που μπορείς να δεχτείς αυτό και δεν περιμένεις από το φιλμ πολυδιάστατους χαρακτήρες και πρωτότυπο σενάριο αλλά αρκείσαι στις θεμελιώδεις αρχές μιας ταινίας δράσης παλιάς κοπής, τότε με το Close Range μπορείς να διασκεδάσεις.
  Βασικός παράγοντας της δυναμικής του φιλμ είναι και ο πρωταγωνιστής του, ο αεικίνητος Σκοτ Άντκινς. Ιδανικός action hero ο Άντκινς, δε φοβάται να μπει ο ίδιος στη μάχη, απαραίτητο προσόν για τους πρωταγωνιστές ταινιών δράσης και πολεμικών τεχνών. Αθλητής και ο ίδιος, γνώστης των πολεμικών τεχνών, με μαύρη ζώνη στο κικ-μπόξινγκ, μπορεί να γυρίζει τις δύσκολες σκηνές μόνος του και να είναι παράλληλα αρκετά θεαματικές. Στα περισσότερα φιλμ που έχει πρωταγωνιστήσει ο Άντκινς μέχρι στιγμής φέρεται έξυπνα, τόσο αυτός όσο και ο εκάστοτε σκηνοθέτης, διαλέγοντας λιγομίλητους χαρακτήρες, καθώς τα πολλά λόγια δεν είναι το δυνατό σημείο του. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, όσο κανείς γνωρίζει τις δυνατότητες του και είναι ειλικρινής απέναντι στο κοινό που τον ακολουθεί και ο συγκεκριμένος σε αυτό που κάνει είναι αρκετά ξεκάθαρος.
  Το Close Range, όπως και ο πρωταγωνιστής του, είναι μια ειλικρινής ταινία δράσης. Γρήγορη, μικρή σε διάρκεια, χωρίς διάθεση να δημιουργήσει κάτι το ιδιαίτερο, μπαίνει κατευθείαν στο ψητό. Λίγο πολεμικές τέχνες, λίγο γουέστερν, πάντα με αφέλειες σεναριακές και χωρίς ενδιαφέροντες δεύτερους χαρακτήρες, αλλά με καλά χορογραφημένες μάχες σώμα με σώμα, καλά σταντς και μερικά θεαματικά πλάνα, σήμα κατατεθέν του Φλορεντάιν.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
Close Range (2015) on IMDb



10.11.15

Quantum of Solace (2008)

Είδος : Περιπέτεια, Δράσης

Σκηνοθεσία:Marc Forster
Σενάριο:Paul Haggis,
Neal Purvis,Robert Wade
Παίζουν:Daniel Craig,
Olga Kurylenko,Mathieu Amalric 
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Μποντ θέλει εκδίκηση μετά το θάνατο της Βέσπερ και ψάχνει να βρει στοιχεία για τη μυστική οργάνωση που φαίνεται να έχει απλώσει τα πλοκάμια της παντού αλλά η MI 6 δε γνωρίζει τίποτα γι αυτή. Τα στοιχεία που θα βρει ο Μποντ τον οδηγούν στον ιδιοκτήτη της εταιρείας Quantum, Ντόμινικ Γκριν, ο οποίος με κάλυψη την εταιρεία του που μοιάζει να είναι φιλική προς το περιβάλλον, επιθυμεί να εκμεταλλευτεί το πόσιμο νερό της Βολιβίας. Συνεργάζεται λοιπόν με έναν επίδοξο δικτάτορα της χώρας, αγοράζοντας τεράστιες εκτάσει ερήμου, χτίζοντας εκεί υπόγεια φράγματα, αφήνοντας πόλεις χωρίς πόσιμο νερό. 


ΑΠΟΨΗ: Αν με ρωτούσες πριν λίγο καιρό : "Τι θυμάσαι από το Quantum of Solace;", θα σου έλεγα κάτι για ένα παράξενο κτίριο στη μέση του πουθενά και τη διαρκής αίσθηση κυνηγητού που με διακατείχε σε όλη τη διάρκεια του φιλμ. Βλέποντας τον 23ο Μποντ ξανά χθες το βράδυ, μπορώ να σας επιβεβαιώσω ότι σήμερα το πρωί, αυτά τα δύο πράγματα εξακολουθώ να θυμάμαι.

  Το Quantum of Solace ήταν ένα πολύ διαφορετικό βήμα για τον Μποντ σε σχέση με το προ δύο ετών Casino Royale. Στο φιλμ του 2006 είχε δοθεί μεγάλη προσοχή στην πλοκή και στους χαρακτήρες και ο Μποντ αναγεννήθηκε με πολύ προσεκτικό τρόπο. Η δράση ήταν αρκετή και ήταν καλογυρισμένη αλλά υπήρχε η αίσθηση ισορροπίας. Σενάριο και δράση υπήρχαν και αλληλοσυμπληρώνονταν, κάνοντας τη δημιουργία του Μάρτιν Κάμπελ ένα από τα καλύτερα Μποντ που γυρίστηκαν ποτέ. Το 2008, όμως, ο ικανότατος Μαρκ Φόστερ αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία του νέου Μποντ και, παρότι ο ίδιος καμία σχέση δεν είχε μέχρι τότε με ταινίες δράσης, αποφασίζει να φτιάξει μια ταινία που ξεχειλίζει από δράση. Υπερβολικά γρήγορη, υπερβολικά θεαματική. Το κλειδί της αποτυχίας του Quantum of Solace βρίσκεται στη λέξη "υπερβολικά". Ενώ αρχικά εντυπωσιάζεσαι με τις σεκάνς δράσης και αρκετές αν τις απομονώσεις θα δεις ότι είναι από τις θεαματικότερες που είχε ποτέ ο Μποντ, στο τέλος νιώθεις πονοκέφαλο από το γρήγορο μοντάζ και την ασταμάτητη φασαρία.
  Το ζήτημα με το Quantum of Solace είναι ότι μπορεί εύκολα κανείς να το θεωρήσει μια από τις καλύτερες ταινίες Μποντ, με τη λογική του ότι έχει ασταμάτητη δράση και φαίνεται να θέλει να γυρίσει στις παλιές εποχές του ήρωα, μπορεί, όμως, το ίδιο εύκολα κάποιος να το θεωρήσει ένα από τα χειρότερα Μποντ, χρησιμοποιώντας ακριβώς τα ίδια επιχειρήματα! Αυτό που φάνηκε με το Casino Royale (και με το Skyfall αργότερα) είναι ότι ο Μποντ θα μεταμορφωθεί σταδιακά στον γνωστό Μποντ αφού κινηθεί σε λίγο πιο ρεαλιστικά και σκοτεινά μονοπάτια. Στο Quantum of Solace, όμως, φάνηκε να βιάζονται να μετατρέψουν τον Κρεγκ σε καθαρό action hero, ο οποίος μια χαρά το υποστηρίζει, αλλά απομακρύνεται αρκετά από τον χαρακτήρα που φάνηκε ξεκάθαρα ότι θέλει να χτίσει από το προηγούμενο φιλμ.
  Ο Ντάνιελ Κρεγκ βγαίνει αλώβητος από την αποτυχία του Quantum of Solace. Στηρίζει απόλυτα το ρόλο του, με συνέπεια στη λογική του άμεσου σίκουελ, καθώς το Quantum of Solace ξεκινάει ακριβώς εκεί που τελειώνει το Casino Royale. Ο Μποντ του Κρεγκ είναι θυμωμένος και καθοδηγείται από οργή και μίσος (εδώ θυμίζει αρκετά την περίπτωση του Τίμοθυ Ντάλτον στο Licence to Kill). Εξακολουθεί να είναι ένας διαφορετικός Μποντ, που έχει όμως πείσει το σύγχρονο κοινό ότι είναι ο Μποντ που του χρειάζεται.
  Η αίσθηση συνέχειας είναι πιο έντονη χάρη στη σταθερά που ακούει στο όνομα Τζούντι Ντεντς και που αποδεικνύεται ικανότατη τελικά σε έναν ανδροκρατούμενο ρόλο των περασμένων δεκαετιών. Επιστρέφει επίσης ο Τζέφρι Ράιτ στο χαρακτηριστικό ρόλο του μετέπειτα φίλου του Μποντ από το Αμερικανικό στρατόπεδο, Φίλιξ Λάιτερ.
  Τα κορίτσια του Μποντ εδώ είναι ίσως τα πιο αδιάφορα καθώς ούτε η Όλγα Κιριλένκο, που έχει τον μεγαλύτερο ρόλο, ούτε η Τζέμα Άρτερτον μπορούν να προκαλέσουν ιδιαίτερες συγκινήσεις. Ακόμα και η αναφορά στον Χρυσοδάκτυλο, με το δολοφονημένο κορίτσι στο κρεβάτι του Μποντ βουτηγμένο στο πετρέλαιο, περνάει στα ψιλά. 
  Μια από τα ίδια και για τον κακό της υπόθεσης. Ο Ματιέ Αμαλρίκ είναι μια χαρά ηθοποιός. Σαν αντίπαλος του Μποντ, όμως, δεν είναι ικανοποιητικός. Ούτε το σενάριο τον στηρίζει απόλυτα αλλά ούτε και ο ίδιος μπορεί να κάνει πολλά για να δώσει κάτι παραπάνω στον χαρακτήρα του Ντόμινικ Γκριν. Η μεγαλύτερη απειλή για τον Μποντ παραμένει αυτή η μυστική οργάνωση που έχει ανθρώπους παντού και που τόσο ο Λε Σιφρ, από το προηγούμενο φιλμ, όσο κι ο Γκριν, αποτελούσαν πιόνια της.
  Νομίζω ότι λίγοι θεατές έμειναν ικανοποιημένοι από το Quantum of Solace. Αν δεν ανήκε στην κληρονομιά του Μποντ θα είχε ίσως ξεχαστεί εντελώς, ως μια θεαματική μεν περιπέτεια αλλά υπερβολική σε όλα της, χωρίς το βαθμό διασκέδασης που θα μπορούσε ίσως να προσφέρει αν δεν έπαιρνε στα σοβαρά τον εαυτό της. Επειδή, όμως, ο Μποντ του Κρεγκ θέλει να είναι σοβαρός, πιο σκοτεινός και με λιγότερο χιούμορ σε σχέση με τους προκατόχους του, το φιλμ δε μπορεί να λειτουργήσει. Η υπερβολή στις κινηματογραφικές περιπέτειες εξισορροπείται από το χιούμορ, κάτι που γνώριζαν οι παλιότεροι Μποντ. Όταν το χιούμορ δεν υπάρχει κινδυνεύεις να βρεθείς παγιδευμένος στη σοβαροφάνεια.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Quantum of Solace (2008) on IMDb



18.6.15

Run All Night (2015)

Είδος: Περιπέτεια

Run All Night
ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ
Σκηνοθεσία:Jaume Collet-Serra
Σενάριο:Brad Ingelsby
Παίζουν:Liam Neeson,
Ed Harris,Joel Kinnaman
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Τζίμι Κόνλον είναι ένας μεσόκοπος εκτελεστής που λειτουργούσε πάντα υπέρ του αδερφικού φίλου και αφεντικού του, Σον Μαγκουάιρ. Τα χρόνια όμως έχουν περάσει και ο Τζίμι έχει πάρει τη κάτω βόλτα, ζώντας αποκομμένος σχεδόν, μοναχικά, χωρίς αρκετά έσοδα και με συντροφιά το αλκοόλ. Θα χρειαστεί όμως για μια νύχτα να θυμηθεί τον παλιό εαυτό του, όταν ο γιος του, Μάικλ, οδηγός λιμουζίνας, θα γίνει μάρτυρας της δολοφονίας δύο μαφιόζων από το γιο του Σον, Ντάνι. Ο Ντάνι κυνηγά το Μάικλ θέλοντας να τον σκοτώσει και ο Τζίμι προσπαθώντας να σώσει τον γιο του αναγκάζεται να πυροβολήσει και να σκοτώσει το γιο του αδερφικού του φίλου. Τότε ξεκινά ένα ανθρωποκυνηγητό, με τον Τζίμι και το Μάικλ, να προσπαθούν να ξεφύγουν από τους μαφιόζους, την αστυνομία, τους ομοσπονδιακούς και έναν ψυχρό επαγγελματία δολοφόνο που βρίσκεται στο κατόπι τους. 


ΑΠΟΨΗ: "Τι γίνεται, Λίαμ;", σκέφτεσαι βλέποντας το τρέιλερ του Run All Night. "Πάλι μια απ' τα ίδια; Δε βαρέθηκες; Κι άλλο Taken;" Δικαιολογημένη η σκέψη σου αλλά υπάρχουν δύο τινά εδώ πέρα. Καταρχάς και έτσι να είναι και να έχουμε ένα ακόμα Taken, δε σε βλέπω να λες όχι και δεύτερον, εδώ δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ναι μεν ο Λίαμ τρέχει, ο Λίαμ ρίχνει ψιλές, ο Λίαμ πυροβολεί αλλά εδώ υπάρχει λίγο περισσότερο βάθος σεναριακό και καλές ερμηνείες από την πλειοψηφία των συντελεστών.
  Ο Χομ Κολέτ Σερά είναι καλός σκηνοθέτης. Ξέρει πως να χειρίζεται τη δράση, την αγωνία αλλά το παλεύει συνήθως και με τους ηθοποιούς. Εδώ έχει πρώτης τάξεως υλικό, με Νίσον, Χάρις, Ντ' Ονόφριο και, γιατί όχι, Κίναμαν. Υπάρχει λοιπόν ένα ενδιαφέρον σενάριο και ηθοποιοί που μπορούν να το στηρίξουν εύκολα, τόσο στους διαλόγους, όσο και στη δράση. Ο Νίσον ξεκινά λίγο διαφορετικά εδώ, παίζοντας έναν τύπο φαινομενικά τελειωμένο. Χωρίς σεβασμό από κανένα γύρω του, παραπαίει πίνοντας και καπνίζοντας, ενώ φροντίζει πλέον μικροδουλειές για το φίλο-αφεντικό, Σον Μαγκουάιρ, το μόνο άνθρωπο που τον βλέπει μέχρι σήμερα με σεβασμό, καθότι παιδικοί φίλοι. Εδώ έρχεται έξυπνα το σενάριο να βάλει σε αντιπαράθεση θανάσιμη τους δύο αυτούς χαρακτήρες, ενώ παράλληλα προσπαθεί να φέρει κοντά το Τζίμι με το γιο του. Εκεί βασίζεται το χτίσιμο του φιλμ και κάποιες στιγμές τα πάει πολύ καλά. Έχει σκηνές με δυνατούς διαλόγους και ερμηνείες και παράλληλα αρκετές καλογυρισμένες σκηνές δράσης. Άρα το φιλμ είναι σούπερ; Εδώ είναι το θέμα. Το φιλμ θα μπορούσε να είναι σούπερ. Αν εξαιρέσουμε τα πρώτα τριάντα λεπτά που στήνει την ιστορία του πολύ καλά, μετά για κάθε μια καλή σκηνή διαλόγων, υπάρχει και μία που μοιάζει ανούσια. Ενώ όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες παρουσιάζονται με στρωτό τρόπο, έρχονται δύο σκηνές απ΄το πουθενά, για να βάλουν δύο ακόμα χαρακτήρες για ελάχιστα λεπτά στην ιστορία, χωρίς να συνεισφέρουν σχεδόν τίποτα στην εξέλιξη. Τώρα, το αν μπορείς να ανεχτείς κάποια από αυτά  και να τα παραβλέψεις είναι καθαρά στο χέρι σου. Αν μπορείς, θα βρεις το φιλμ πολύ καλύτερο απ' ότι ίσως είναι. Αν όχι, όπως συνέβη με εμένα, θα βρεις το φιλμ καλό, αξιοπρεπές αλλά πολύ μεγαλύτερο απ' όσο θα έπρεπε και με μερικούς παραπάνω διαλόγους που δεν βοηθούν καθόλου. Η δράση απ΄την άλλη είναι πάντα καλή, έστω κι αν είναι αναληθοφανής σε κάποιες στίγμες.
  Επειδή πάντως μιλάμε πλέον για προβολή στο σπίτι, θεωρώ το Run All Night ιδανική περίπτωση περιπέτειας "για το σπίτι". Όχι κάτι διαφορετικό εν τέλει, έστω κι αν αρχικά φαίνεται να έχει άλλες προθέσεις, όχι κάτι υπερβολικά θεαματικό, όχι όμως και η κενή περιπέτεια με το ασταμάτητο "τρέμουλο της κάμερας" και τις αδιάφορες ερμηνείες. Τουλάχιστον στο τελευταίο κομμάτι δε μπορείς να παραπονεθείς καθόλου νομίζω.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Νυχτερινή καταδίωξη (2015) on IMDb



12.5.15

Mad Max 2 (1981)

Είδος : Περιπέτεια, Δράσης

Mad Max 2
ΜΑΝΤ ΜΑΞ Νο2:
ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ ΠΕΡΑ ΑΠΟ
ΤΟ ΝΟΜΟ
Σκηνοθεσία:George Miller
Σενάριο:George Miller,Terry Hayes,
Brian Hannant
Παίζουν:Mel Gibson,Bruce Spence,
Michael Preston
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Στο κοντινό μέλλον, όπου τα αποθέματα καυσίμων είναι λιγοστά, ένας μοναχικός περιπλανώμενος τύπος θα βοηθήσει τους κατοίκους μιας μικρής κοινότητας με άφθονα καύσιμα, να μεταφερθεί μακριά από τους επικίνδυνους ληστές που λυμαίνονται τη βενζίνη τους.

ΑΠΟΨΗ: Το Μαντ Μαξ 2 είναι το φιλμ που πρέπει να παρακολουθούν οι εταιρείες παραγωγής ταινιών, για να κατανοήσουν το λόγο ύπαρξης ενός σίκουελ. Η αρχική ιδέα του Mad Max εδώ τελειοποιείται και ο Τζωρτζ Μίλερ παραδίδει μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.
  Το Mad Max του 1979 κατάφερε, παρά το χαμηλό προϋπολογισμό του, να γράψει τη δική του ιστορία στο χώρο του κινηματογράφου. Εκπληκτικά δυνατό φιλμ, παρά τα κενά στη διήγησή του και το λίγο αταίριαστο σε μερικά σημεία soundtrack. Όπως έγραψα πριν λίγες μέρες στο σχετικό κείμενο, το φιλμ οφείλει τα πάντα στο δυνατό ξεκίνημα και το ακόμα πιο έντονο τέλος του. Εκεί βλέπουμε τον ήρωα του τίτλου να μεταμορφώνεται σταδιακά από Μαξ σε Μαντ Μαξ. Ήταν φανερό όμως ότι μπορούσαν να έχουν ειπωθεί περισσότερα κι αυτό το διέκρινε πρώτος ο σκηνοθέτης του. Η ευκαιρία λοιπόν που του δίνεται μερικά χρόνια μετά να σκηνοθετήσει τη συνέχεια του φιλμ με προϋπολογισμό δέκα φορές μεγαλύτερο, δεν πάει χαμένη. Ο Μίλερ παραδίδει μια ταινία υπόδειγμα ταινίας δράσης. Κάμερα, φωτογραφία, ενορχήστρωση των σκηνών καταδίωξης, ακροβατικά, ατμόσφαιρα, όλα εδώ είναι εξαιρετικά. Το σενάριο έχει τόσα όσα χρειάζονται να ειπωθούν και δείχνει ξεκάθαρα πλέον την εξάρτηση του ανθρώπου από τα καύσιμα.
  Ο Μελ Γκίμπσον άγνωστος ακόμα στο ευρύ κοινό παίζει με πολύ πιο ώριμο τρόπο αυτή τη φορά και εκπέμπει την άνεση που τον έχουμε συνηθίσει. Δε λέει πολλά, ίσως λέει λιγότερα από κάθε άλλο φιλμ του, αλλά ΕΙΝΑΙ ο Μαντ Μαξ. Είναι ένας περιπλανώμενος καουμπόι, λιγομίλητος και κυνικός, χωρίς καμία ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο. Θέλει απλώς να μετακινείται και να θυμάται τη χαμένη γυναίκα και το γιο του. Είναι θρύλος όταν αρχίζει το φιλμ και στο τέλος ο θρύλος του είναι ακόμα μεγαλύτερος.
  Μεγάλοι πρωταγωνιστές του Mad Max 2 είναι φυσικά τα οχήματα. Το τεράστιο βυτιοφόρο που οδηγεί στο τέλος ο Μαξ, το μονοθέσιο ελικόπτερο, τα περίεργα φτιαγμένα οχήματα των ληστών, όλα παίζουν έναν ρόλο μέσα στο φιλμ του Μίλερ. Τα πλάνα των οχημάτων είναι εκπληκτικά και οι σκηνές καταδίωξης μοναδικά δοσμένες! Μην ξεχνάτε ούτε στιγμή παρακολουθώντας το φιλμ, ότι όλα όσα βλέπετε δεν είναι ούτε οπτικά, ούτε μηχανικά εφέ. Βρισκόμαστε στο 1981 και έχουμε να κάνουμε με μια Αυστραλιανή παραγωγή! Τα οχήματα είναι αληθινά και οι οδηγοί τους ολοζώντανοι άνθρωποι, οι οποίοι κατάφεραν να κάνουν μερικά από τα πιο δύσκολα σταντς που είδε ποτέ το κινηματογραφικό πανί και ο Μίλερ κατάφερε να αποτυπώσει στην οθόνη όλη αυτή την ένταση και τη δυναμική των φασαριόζικων μηχανών.
  Ο κόσμος του Μαντ Μαξ είναι εδώ ολοκληρωμένος και το μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό που παρουσίαζε το πρώτο φιλμ, εδώ αποκτά μεγαλύτερες και πιο εφιαλτικές διαστάσεις. Αν κάποιος αμφιβάλλει για την επιρροή των ταινιών του Μίλερ σε όλες τις μετέπειτα μελλοντολογικές, μετα-αποκαλυπτικές περιπέτειες, ας παρακολουθήσει με προσοχή το Mad Max 2 και θεωρώ ότι οι αμφιβολίες του θα διαλυθούν. Τα οχήματα αλλά και η εξωτερική εμφάνιση των πρωταγωνιστών θα κοπιαριστούν ουκ ολίγες φορές μέχρι σήμερα.

Σημαντική βελτίωση, που πρέπει να αναφέρω γιατί βοηθά τα μέγιστα την ατμόσφαιρα της ταινίας, έχουμε στη μουσική. Ο Μπράιαν Μέη είναι ο άνθρωπος που έγραψε τη μουσική και στο πρώτο φιλμ. Εκεί υπήρχαν στιγμές που δεν έδενε αρμονικά το μουσικό θέμα με όσα διαδραματίζονταν στην οθόνη. Εδώ η διαφορά είναι τεράστια. Τα μουσικά θέματα είναι επιβλητικά και βοηθούν στην αύξηση αδρεναλίνης κατά τη διάρκεια των καταδιώξεων.   
  Το Mad Max 2 είναι το αγαπημένο φιλμ της σειράς του Μελ Γκίμπσον. Έχει μπει σε αρκετές αξιόλογες λίστες καλύτερων ταινιών όλων των εποχών ενώ η αναγνώριση της δουλειάς του Μίλερ είναι τεράστια από καταξιωμένους συναδέλφους του, όπως ο Κάμερον και ο Σπίλμπεργκ. Αν χρειάζεστε περισσότερα στοιχεία για να πειστείτε να παρακολουθήσετε το δεύτερο φιλμ του Μαντ Μαξ, κάντε μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο και διαβάστε κριτικές τις εποχές, οι οποίες ακόμα και από "δύσκολους" κριτικούς ήταν διθυραμβικές. Ο μεγάλος Ρότζερ Έμπερτ έγραψε στην κριτική του, ότι "η εμπειρία (παρακολούθησης του φιλμ) είναι τρομακτική, μερικές φορές αποτροπιαστική και συναρπαστική. Το Μαντ Μαξ 2 είναι μια ταινία που δεν μοιάζει με καμιά άλλη". Δείτε το.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Mad Max: Εκδικητής πέρα από το νόμο (1981) on IMDb



9.5.15

Skin Trade (2014)

Είδος : Περιπέτεια, Δράσης

Skin Trade
Σκηνοθεσία:Ekachai Uekrongtham
Σενάριο:Gabriel Dowrick,Steven Elder,
Dolph Lundgren,
John Hyams(uncredited)
Παίζουν:Dolph Lundgren,Tony Jaa,
Ron Perlman
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο ντετέκτιβ Νικ Κάσιντι κυνηγά τον Σέρβο μαφιόζο Βίκτορ Ντράγκοβιτς. Όταν μαθαίνει ότι ο Ντράγκοβιτς θα βρίσκεται στο λιμάνι του Νιού Τζέρσεϊ για να παραλάβει το νέο του εμπόρευμα, νεαρές κοπέλες από την Ασία στοιβαγμένες σε κοντέινερ, θα στήσει ενέδρα με την αστυνομία του Τζέρσεϊ. Ακολουθεί συμπλοκή στην οποία σκοτώνεται από τον Κάσιντι ο μικρός γιος του Ντράγκοβιτς , ενώ ο ίδιος ο Ντράγκοβιτς συλλαμβάνεται. Την επόμενη νύχτα η σύζυγος και η κόρη του Κάσιντι δολοφονούνται από τους μεγαλύτερους γιους του Ντράγκοβιτς και λίγες ώρες μετά ο μαφιόζος αφήνεται ξανά ελεύθερος λόγω έλλειψης στοιχείων. Ο Κάσιντι θα κυνηγήσει τον Ντράγκοβιτς μέχρι την Ταϊλάνδη, για να εκδικηθεί το χαμό της οικογένειάς του. Εκεί θα συνεργαστεί με έναν ντόπιο αστυνομικό που προσπαθεί να εξαρθρώσει το κύκλωμα διακίνησης λευκής σάρκας του Ντράγκοβιτς.

ΑΠΟΨΗ: Τί πρέπει να περιμένεις από ένα φιλμ στο οποίο πρωταγωνιστούν οι Ντολφ Λούντγκρεν, Τόνι Τζα, Μάϊκλ Τζ. Γουάιτ αλλά και ονόματα όπως οι Ρον Πέρλμαν και Πίτερ Γουέλερ και έχει ως κινητήριο θέμα του το εμπόριο λευκής σάρκας; Αξιοπρεπής δράση, αξιοπρεπείς ερμηνείες και ελπίδα για σχόλιο πάνω σε ένα κοινωνικό και βαθύτατα πολιτισμικό θέμα. Το Skin Trade μπορεί να περηφανεύεται για τα δύο πρώτα. Το τρίτο κομμάτι μένει πιο επιφανειακά, όπως ήταν αναμενόμενο.
  Ο Λούντγκρεν συνεργάζεται στη συγγραφή του σεναρίου και όπως έχει ξανακάνει στο παρελθόν, προσπαθεί να βάλει μέσα στα φιλμ που σκηνοθετεί ή γράφει ο ίδιος μια πιο κοινωνική διάσταση. Το Skin Trade προσπαθεί να θίξει το εμπόριο λευκής σάρκας και να το χρησιμοποιήσει ως αναφλεκτήρα της δράσης. Αυτό που ακολουθεί είναι μια δυνατή περιπέτεια πολεμικών τεχνών με τον Τόνι Τζα να είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής των σκηνών που χρειάζονται σωματική επαφή! Αεικίνητος και με φοβερή άνεση κάθε φορά που έρχεται η ώρα για ακροβατικά, ο Τζα είναι χάρμα οφθαλμών στις πολύ καλά χορογραφημένες σκηνές δράσης του φιλμ. Όταν πρέπει να μιλήσει τα πράγματα είναι λίγο χειρότερα για τον Τζα αλλά εκεί έρχεται η εμπειρία και η άνεση του Λούντγκρεν, που ξέρει πλέον πολύ καλά τι χρειάζεται ένα τέτοιο φιλμ από έναν ηθοποιό, ακόμα κι αν σωματικά δε μπορεί να υποστηρίξει τις σκηνές δράσης με την άνεση του παρελθόντος. Έχει κινηματογραφικό εκτόπισμα, τουλάχιστον στο συγκεκριμένο είδος ο Σουηδός. Ακολουθεί φυσικά άλλο ένα μεγάλο όνομα των ταινιών δράσης, ο Μάικλ Τζ. Γουάιτ, ο οποίος παρότι δε μοιάζει εδώ και στην καλύτερη του φόρμα, μπορεί ωστόσο να καλύψει το ρόλο του με ικανοποίηση. Ο φανερός κακός της υπόθεσης (υπάρχει κι ένας που αποκαλύπτεται μετά τα μισά του φιλμ) είναι ο Ρον Πέρλμαν, στο ρόλο του Ντράγκοβιτς. Ο Πέρλμαν γενικά είναι καλός ηθοποιός, όμως εδώ ξενίζει λίγο η επιλογή του στο ρόλο ενός Σέρβου. Η προφορά τον χαλάει αρκετά. Μικρότερο ρόλο έχει και ο θρυλικός Πίτερ Γουέλερ, ο πρωτότυπος Ρόμποκοπ!
  Γενικότερα, το Skin Trade είναι ένα φιλμ δράσης που θα ικανοποιήσει τους φίλους των ταινιών του είδους αλλά δεν αποκλείεται να βρει και λίγο μεγαλύτερο κοινό λόγω του ευαίσθητου θέματος. Μπορεί να αγγίζει επιδερμικά το ζήτημα της διακίνησης νεαρών κοριτσιών από τις φτωχές χώρες της Ανατολής, ωστόσο προσπαθεί να δώσει μια-δυο φορές ουσιαστικό χρόνο διαλόγων και σκηνών πάνω σε αυτό το θέμα. Η αλήθεια είναι ότι δεν περιμένεις κάτι βαθύτερο, αν έρθει καλοδεχούμενο, αλλά σπάνια συμβαίνει κάτι τέτοιο σε ταινίες δράσης. Το κυρίως πιάτο έχει να κάνει με τις πολεμικές τέχνες και την περιπέτεια, κομμάτι στο οποίο το φιλμ στέκεται με αξιοπρέπεια, σεβόμενο το κοινό που ακολουθεί τους πρωταγωνιστές του. Ίσως από τις καλύτερες επιλογές του Λούντγκρεν τα τελευταία χρόνια. 




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Skin Trade (2014) on IMDb



27.1.15

Taken 3 (2014)

Είδος : Περιπέτεια, Δράση

Taken 3
Η ΑΡΠΑΓΗ 3
Σκηνοθεσία:Olivier Megaton
Σενάριο:Luc Besson,
Robert Mark Kamen
Παίζουν:Liam Neeson,
Forest Whitaker,Maggie Grace
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Μπράιαν Μιλς κατηγορείται για το φόνο της πρώην συζύγου του. Μια πλεκτάνη έχει στηθεί γύρω του και τώρα χρησιμοποιεί τις ιδιαίτερες ικανότητες του για να αποδείξει ότι οι κατηγορίες δεν ευσταθούν. 

ΑΠΟΨΗ: Ο action hero της μέσης ηλικίας επιστρέφει! Εντάξει, πλάκα κάνω! Ο Νίσον μου είναι απόλυτα συμπαθής σαν ηθοποιός και όταν μερικά χρόνια πίσω αποφάσισε να πρωταγωνιστήσει στο Taken και να ακολουθήσει μια ελαφρώς διαφορετική πορεία και μάλιστα στην ηλικία των πενήντα φεύγα, με έπεισε ότι το μπορεί άνετα! Κάπως έτσι γεννήθηκε το franchise του Taken, στηριζόμενο στον χαρισματικό Λίαμ Νίσον μπροστά από τις κάμερες, αλλά και στη στιβαρή σκηνοθεσία του Πιέρ Μορέλ, ο οποίος παραδίδει μια από τις κορυφαίες ταινίες δράσης των τελευταίων ετών. Λίγα χρόνια μετά όμως ο Μορέλ δεν επιστρέφει για το δεύτερο μέρος του Taken και τη θέση του παίρνει ένας άλλος Γάλλος, ο Olivier Megaton. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν εξελίσσονται πολύ καλά στο δεύτερο μέρος, το οποίο εκτός από χαζό σενάριο είχε και κακές ερμηνείες αλλά και κουραστική, τραβηγμένη από τα μαλλιά δράση. Όλα καλά βέβαια στο box office, οπότε πάμε και για ένα τρίτο μέρος και βλέπουμε.


  Όσο κι αν σας φανεί παράξενο, γιατί φαντάζομαι θα έχετε ακούσει και διαβάσει διάφορες κριτικές που κατακεραυνώνουν το Taken 3, εγώ το παρακολούθησα αρκετά χαλαρά και πέρασα πολύ καλύτερα σε σύγκριση με το δεύτερο μέρος. Σαφώς δεν έχουμε κάτι πρωτότυπο (η θύμηση του Φυγά πλανάται πάνω από το φιλμ, θες δε θες) αλλά το Taken 3 έχει ένα δύο θετικά στοιχεία. Θετικό πρώτο λοιπόν, ότι οι ερμηνείες διατηρούνται σε καλά επίπεδα, σημείο στο οποίο βοηθά και η προσθήκη του Φόρεστ Γουίτακερ αλλά και ο μεγαλύτερος ρόλος του Ντάγκρεϊ Σκοτ, ενώ φυσικά ο Νίσον δείχνει να μη χάνει το κέφι του καθόλου. Θετικό επίσης για το φιλμ είναι το γρήγορο τέμπο του.
  Πάμε και στα αρνητικά τώρα; Το πιο κουραστικό για μένα δεν ήταν ούτε το απρόσεκτο σενάριο με τις δεκάδες τρύπες, ούτε η έλλειψη πρωτοτυπίας, ούτε το ότι η αληθοφάνεια πάει περίπατο σε πολλές σκηνές δράσης. Το χειρότερο σημείο του φιλμ βρίσκεται κατά την προσωπική μου άποψη στον τρόπο κινηματογράφησης της δράσης. Το μεγαλύτερο σε διάρκεια πλάνο του Megaton νομίζω ότι δεν ξεπερνά τα δύο δευτερόλεπτα και πολλές φορές στις σκηνές δράσης νιώθεις να σου προκαλείται εκνευρισμός από αυτή την άσκοπη εναλλαγή πλάνων.
  Παρά τα ελαττώματα που βρήκα στο φιλμ, όπως έγραψα και πιο πάνω, το διασκέδασα. Δεν πήγα να το δω με υψηλές απαιτήσεις και ίσως αυτό να έπαιξε το ρόλο του. Το τοποθετώ πάντως με ευκολία στη δεύτερη θέση της τριλογίας, αρκετά πάνω από το Taken 2 αλλά και αρκετά πιο κάτω από το αρχικό φιλμ. Διασκεδαστικό παρά τα λάθη του.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Η αρπαγή 3 (2014) on IMDb