Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολεμικές τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολεμικές τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10.11.25

The One (2001) Review


ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ

The One 2001 movie Review cinEnoxos
Επιστημονικής Φαντασίας, Δράσης, Πολεμικές Τέχνες

Διάρκεια: 87'




Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ο Τζετ Λι έχοντας ήδη στην πλάτη του μεγάλη καριέρα στο Κινεζικό σινεμά δράσης, προσπαθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1990 να κάνει το πέρασμά του στο Χόλιγουντ ή αν θέλετε το Χόλιγουντ προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την αύρα του Κινέζου. Το ντεμπούτο του έρχεται με το Φονικό Όπλο 4 και ακολουθεί μια σειρά από ταινίες που, το καλύτερο πράγμα που έχουν να επιδείξουν οι περισσότερες, είναι η παρουσία του Λι, όταν τον αφήνουν να κάνει τα δικά του στην οθόνη.

 Το The One έρχεται το 2001, ένα χρόνο μετά το Romeo Must Die, που ήταν η πρώτη ταινία που ο Λι κουβάλησε πάνω του σαν πρωταγωνιστής πια και τα πήγε αρκετά καλά από άποψη εσόδων αλλά και κριτικής αποδοχής. Εδώ βλέπουμε τον Λι να τα βάζει με τον εαυτό του, σε μια ιστορία που μπλέκει παράλληλα σύμπαντα και κάτι από Χαϊλάντερ καθώς ένας τύπος από κάποιο διαφορετικό σύμπαν, εκεί όπου έχουν ανακαλύψει τον τρόπο να ταξιδεύουν στο πολυσύμπαν, πετάγεται σε κάθε γωνιά αυτού, με σκοπό να εξοντώσει κάθε εκδοχή του εαυτού και να γίνει ο "Ένας και Μοναδικός", κάτι που απ' ότι φαίνεται του χαρίζει υπερδυνάμεις. Αυτός ο τύπος είναι ο Τζετ Λι και αυτός που πρέπει να τον σταματήσει είναι πάλι ο Τζετ Λι, έχοντας στο πλευρό του δύο πράκτορες που εργάζονται για την ισορροπία του πολυσύμπαντος και τους υποδύονται ο Ντελρόϊ Λίντο και ο Τζέισον Στέιθαμ.

 Την σκηνοθεσία εδώ αναλαμβάνει ο Τζέιμς Γουόνγκ, που κουβαλά στις αποσκευές του την επιτυχία του Final Destination, μόλις ένα χρόνο πριν. Ο Γουόνγκ γεννήθηκε στο Χονγκ Κονγκ και στα δέκα του χρόνια μετακόμισε στην Αμερική. Σκέφτεσαι όμως ότι υπάρχει η αντίστοιχη κουλτούρα μέσα του, οπότε το αντάμωμα του με τον Τζετ Λι, έχει πιθανότητες να δουλέψει ικανοποιητικά. Έλα όμως που ο Γουόνγκ κατέχει καλύτερα το κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας και της συγγραφής παρά το κομμάτι πολεμικές τέχνες και σκηνοθεσία. Ο Γουόνγκ είναι έξαλλου ένας από τους σημαντικούς σεναριογράφους/ παραγωγούς του X-Files, οπότε έχει ήδη κάποια σημαντικά γαλόνια στον τομέα επιστημονική φαντασία. Το σενάριο του The One, που έγραψε ο ίδιος με τον συνεργάτη του, Γκλεν Μόργκαν (ένας ακόμα σημαντικός εργάτης των X-Files), δεν προοριζόταν για αυτού του τύπου την ταινία δράσης. Κάπου στην πορεία μπήκε στην κουβέντα το όνομα του Τζετ Λι για τον πρωταγωνιστικό ρόλο κι εκεί φαίνεται ότι η μορφή της ταινίας θα έπρεπε να προσαρμοστεί στις ικανότητες του πρωταγωνιστή της. Το αποτέλεσμα είναι λοιπόν μια ταινία που άλλο ήθελε να είναι πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα και άλλο κατέληξε να γίνει.

 Έχουμε λοιπόν ένα μείγμα επιστημονικής φαντασίας και δράσης με πολεμικές τέχνες, που δεν μπορείς να πεις ότι δουλεύει πολύ καλά. Ο Τζετ Λι χρησιμοποιεί διαφορετικά είδη πολεμικών τεχνών για τους δύο χαρακτήρες που υποδύεται ενώ τη σκηνοθεσία των σκηνών που έχουμε χρήση πολεμικών τεχνών αναλαμβάνει ο έμπειρος στο είδος Κόρεϊ Γιούεν (ένα χρόνο μετά έκανε το The Transporter, που καθιέρωσε σε παγκόσμιο σταρ τον Στέιθαμ). Το επίπεδο αυτών των σκηνών δεν φτάνει δυστυχώς το αντίστοιχο επίπεδο των κινεζικών ταινιών καθώς έχουμε υπερβολική χρήση ψηφιακών εφέ, σκοινιών για να κρέμονται οι πρωταγωνιστές και το υπερβολικά γρήγορα μοντάζ, που αντί να κάνει πιο θεαματική τη σκηνή, στην ουσία την καταστρέφει, παρά τις όποιες ικανότητες του εκάστοτε πρωταγωνιστή. 

 Από την άλλη, οι ιδέες που έχουν ο Γουόνγκ και ο Μόργκαν στο κομμάτι του πολυσύμπαντος δεν είναι κακές και μπορούν να γίνουν κινηματογραφικά ενδιαφέρουσες αλλά κι αυτές χάνονται μέσα στην προσπάθεια δημιουργίας μιας ταινίας με περισσότερη δράση. Καταλήγουμε έτσι σε μια ταινία που ούτε στην εποχή της κατάφερε να κερδίσει το κοινό αλλά ούτε και σήμερα τη μνημονεύει κανείς έστω και με διάθεση νοσταλγίας. Δεν περνάς άσχημα κατά την προβολή της αλλά αν έχεις δει τις Κινεζικές παραγωγές του Λι ή ακόμα και κάποιες άλλες από τις εκτός Ασίας παραγωγές, το The One μοιάζει αρκετά αδύναμο μπροστά τους.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr


10.6.25

Fight or Flight (2024) Review

 

ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΠΤΗΣΗ

Δράσης, Θρίλερ, Πολεμικών Τεχνών, Κωμωδία

Διάρκεια: 102'



Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

   Ο Τζος Χάρτνετ είναι από αυτούς τους ηθοποιούς που χρόνια αναρωτιέμαι γιατί δεν έχει παραμείνει στην πρώτη σειρά των ονομάτων του Χόλιγουντ. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, όπου έκανε την είσοδό του στον κινηματογράφο με τα Halloween H20 και The Faculty, μέχρι τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, όπου γίνεται μεγάλος σταρ χάρη στο Perl Harbor και το Black Hawk Down, ο Χάρτνετ διαγράφει μια πορεία που φαίνεται να οδηγεί συστηματικά στην καθιέρωσή του ως ένα από τα δυνατά πρώτα ονόματα της βιομηχανίας. Παρότι όμως είχε όλο το πακέτο, η συνέχεια της πορείας του φανέρωσε έναν ηθοποιό που μάλλον δεν τον ένοιαζε τόσο η καθιέρωση σαν ένας αστέρας της βιομηχανίας όσο το να κάνει ενδιαφέρουσες επιλογές και ενίοτε επιλέγοντας περίεργες ταινίες. Μια παρόμοια περίπτωση είναι και η ευχάριστη έκπληξη του Fight or Flight.

 Πρώην μυστικός πράκτορας των Αμερικανικών υπηρεσιών βρίσκεται παροπλισμένος στην Μπανγκόγκ. Εκεί του δίνεται η δυνατότητα να επιστρέψει στη δράση και να εξιλεωθεί όταν το Φάντασμα, ένας αγνώστου ταυτότητας στόχος της μυστικής υπηρεσίας, φαίνεται σύμφωνα με στοιχεία να έχει επιβιβαστεί στην πτήση Μπανγκόγκ - Σαν Φρανσίσκο. Η υπηρεσία του ζητά να αναγνωρίσει και να βρει τον στόχο και να τον παραδώσει ζωντανό στην υπηρεσία. Το πρόβλημα είναι ότι μέσα στην ίδια πτήση βρίσκονται ένα σωρό δολοφόνοι που κυνηγούν το Φάντασμα και στη συνέχεια τον ίδιο τον πράκτορα.

 Ξέφρενη δράση, βία, σκηνές μάχης σώμα με σώμα, πολεμικές τέχνες και χιούμορ σε καλές ισορροπίες, καθιστούν την πρώτη σκηνοθετική δουλειά του σπεσιαλίστα των ειδικών εφέ, Τζέιμς Μάντιγκαν, άκρως διασκεδαστική. Το Fight or Flight είναι μια χαμηλότερου προϋπολογισμού εκδοχή του Bullet Train αλλά με τον δικό του χαρακτήρα. Ο Χάρτνετ το παίρνει πάνω του ερμηνευτικά χωρίς να κάνει πίσω στις σκηνές μάχης. Το δούλεψε και φαίνεται, πράγμα που αυτόματα δίνει έξτρα πόντους στον ηθοποιό που αποφασίζει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία δράσης αλλά ανεβάζει παράλληλα και την ταινία.

 Μειονέκτημα οι υποστηρικτικοί ρόλοι γύρω από τον Χάρτνετ καθώς οι ερμηνείες θα μπορούσαν να βρίσκονται ένα κλικ πιο πάνω αλλά και πάλι η ταινία έχει δηλώσει από την αρχή ξεκάθαρα την ταυτότητά της, οπότε ελάχιστα σε ενοχλούν οι ερμηνευτικές ελλείψεις, τα κενά του σεναρίου ή η τηλεοπτική υφή του ανά διαστήματα, κλασική παθογένεια του σύγχρονου σινεμά. Από εκεί που περίμενα μια βαρετή ταινία δράσης, το Fight or Flight εξελίχθηκε σε ένα διασκεδαστικό φιλμ, ιδανικό για του φίλους της δράσης.



Εξωτερικοί Σύνδεσμοι
Filmy.gr



25.4.21

Mortal Kombat (2021) Review

 

Φαντασίας, Δράσης, Πολεμικών Τεχνών

Σκηνοθεσία:Simon McQuoid
Σενάριο:Greg Russo,Dave Callaham
Πρωταγωνιστούν:Lewis Tan,Jessica McNamee,Josh Lawson,Joe Taslim, Mehcad Brooks

Διάρκεια: 110'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

Η Γη κινδυνεύει και σε αυτή τη Χολιγουντιανή παραγωγή και λίγοι εκλεκτοί είναι αυτοί που θα βοηθήσουν για τη σωτηρία της. Μαχητές απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου, που φέρουν ένα εκ γενετής σημάδι, που φανερώνει τις ειδικές δυνάμεις που κατέχουν, συγκεντρώνονται στο βασίλειο του Θεού του Κεραυνού, Ρέιντεν, για να προφυλαχτούν από τις σκοτεινές δυνάμεις του Απόκοσμου και για να προετοιμαστούν για το τουρνουά που θα κρίνει το μέλλον της ανθρωπότητας. Αυτό το τουρνουά δεν είναι το πρώτο αλλά το δέκατο που γίνεται μέσα σε εκατντάδες χρόνια και οι μαχητέ της Γης δεν τα πάνε και πολύ καλά μέχρι τώρα. Βασικά, τα πάνε όσο χειρότερα θα μπορούσαν να τα πάνε καθώς έχουν χάσει τα προηγούμενα εννιά. Ακόμα κι έτσι όμως αρκεί να κερδίσουν το επόμενο και να σπάσουν το σερί του Απόκοσμου, για να αποτρέψουν την εισβολή των σατανικών δυνάμεων του άρχοντα του Απόκοσμου, Σανγκ Τσανγκ. Ο άρχοντας όμως παίζει βρώμικα και προσπαθεί να ξεκάνει τους εκλεκτούς πριν από το τουρνουά. Ο χρόνος λοιπόν πιέζει και οι μαχητές πρέπει σύντομα να είναι έτοιμοι και να ανακαλύψουν τις κρυφές δυνάμεις τους.

Ό,τι πρέπει για καλτάκι ακούγεται, έτσι δεν είναι; Μόνο που αυτό υπάρχει ήδη από το 1995 και την ταινία Mortal Kombat του Π. Άντερσον. Μια ταινία με καλύτερο μοντάζ, καλύτερη κινηματογράφηση, μέτριες ερμηνείες, "χαζές" ατάκες και χαλαρή διάθεση, σε σχέση με το δημιούργημα του 2021, που φαίνεται να σέβεται το υλικό του αλλά να το παίρνει λίγο πιο σοβαρά απ’ ότι χρειάζεται, πράγμα που δεν θα ήταν πρόβλημα αν μπορούσε να το διαχειριστεί λίγο καλύτερα.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης , Σάιμον ΜακΚουόιντ, φτιάχνει εδώ μια ταινία που στην ουσία στήνει τον κόσμο του Mortal Kombat και της μεγάλης μάχης που θα ακολουθήσει στην ή στις επόμενες ταινίες. Δεν πετυχαίνει όμως απόλυτα να κάνει αυτό τον κόσμο γοητευτικό. Δίνει στην ταινία του μια πάρα πολύ καλή αρχική σκηνή και μια αρκετά καλή τελική σκηνή μονομαχίας, ανάμεσα στους δύο από τους τρεις πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες της ταινίας. Αυτές οι δ ύο σκηνές είναι και οι μόνες που είναι λίγο πιο ξεκάθαρα κινηματογραφημένες και που κάπου σου προκαλούν το ενδιαφέρον να δεις ένα ακόμα κεφάλαιο σε αυτή την ιστορία.

Υπάρχει όμως και ο ενδιάμεσος χρόνος. Χρόνος ο οποίος αναλώνεται σε κακογραμμένους διαλόγους και αδιάφορους χαρακτήρες, με χειρότερο όλων δυστυχώς τον υποτιθέμενο πρωταγωνιστή της ταινίας, Κόουλ Γιανγκ, ανέμπνευστα δοσμένο από τον Λούις Ταν. Και πάλι βέβαια λίγο θα σε ένοιαζε αυτό αν υπήρχαν έστω ενδιαφέρουσες μάχες μέσα στην ταινία αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε αυτό, καθώς χορογραφίες μονομαχιών μπορεί να έχουμε καλές –όταν αυτές συμβαίνουν- όμως η κινηματογράφησή τους τις καθιστά αδιάφορες.

Κι εδώ απλώς αναρωτιέμαι: Γιατί σε μια ταινία πολεμικών τεχνών δεν αποφασίζει κανείς να χρίσει σκηνοθέτη έναν Κινέζο, έναν Κορεάτη, ή έστω έναν άνθρωπο που να έχει δώσει τα διαπιστευτήριά του στο είδος; Την ίδια απορία είχα και με το φιλμ του 1995!Υπάρχουν αρκετοί σκηνοθέτες εκεί έξω-ακόμα και στο Χόλιγουντ- που θα μπορούσαν να κάνουν καλύτερα τη δουλειά που απαιτεί η συγκεκριμένη ταινία να γίνει.

Η ταινία ωστόσο θεωρώ ότι κάπως σώζεται στα μάτια των φίλων του περίφημου βιντεοπαιχνιδιού. Δεν κάνει πίσω στη χρησιμοποίηση ψηφιακού αίματος, «τιμώντας» έτσι τον βίαιο χαρακτήρα του παιχνιδιού, ενώ δεν λείπουν και αρκετές χαρακτηριστικές ατάκες και κινήσεις χαρακτήρων αλλά και κάποια από τα λεγόμενα fatalities (ήταν της εποχής μου και το έπαιζα κι εγώ ανά διαστήματα έστω κι αν δεν ανήκω στους φίλους του συγκεκριμένου παιχνιδιού).Οι φανς θα διακρίνουν σίγουρα πολλά περισσότερα πράγματα, ονόματα και αναφορές, χώρια από αυτά που θα δουν στην οθόνη τους.

Οι επιβλητικοί Σαμπ Ζίροου και Σκόρπιο αλλά και ο συμπαθητικά αντιπαθής Κέινο ξεχωρίζουν (ίσως και λόγω του καλού κάστινγκ) σε ένα πλήθος ίσως κακών επιλογών, όπως το ίδιο συμβαίνει με τα πρώτα δέκα και τα τελευταία δέκα λεπτά της ταινίας. Κι αυτά ξεχωρίζουν μέσα στο πλήθος των υπόλοιπων άνισων στιγμών που προσφέρει η ταινία, η οποία δύσκολα θα ικανοποιήσει κάποιον που δεν ανήκει στους φίλους της σειράς βιντεοπαιχνιδιών. Μικρές προσδοκίες λοιπόν για το επόμενο κεφάλαιο, κάτι που ίσως και να βγει σε καλό.


 

 

Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn

 

 

 

12.2.21

Kickboxer (1989) Review

Kickboxer
ΚΙΚΜΠΟΞΕΡ

Δράσης,Πολεμικών Τεχνών,


Σκηνοθεσία:Mark DiSalle,David Worth

Σενάριο:Mark DiSalle,Glenn A. Bruce,
Πρωταγωνιστούν:Jean-Claude Van Damme, Dennis Alexio,Dennis Chan,Michel Qissi, HaskellV. Anderson III

Διάρκεια: 97'

 

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

Η δεκαετία του 1980 είναι αναμφισβήτητα η περίοδος που ο Αμερικανικός κινηματογράφος ανακαλύπτει τις πολεμικές τέχνες και οι εταιρείες παραγωγής προσπαθούν να βρουν τον ιδανικό πρωταγωνιστή για να πουλήσει το προϊόν. Το 1988 ήταν η χρονιά που εμφανίστηκε ο Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ και με το Bloodsport φαίνεται να ανατέλλει ένα νέο αστέρι στο χώρο. Αθλητικός αλλά και ιδιαίτερα εμφανίσιμος, ο Βαν Νταμ λίγα χρόνια μετά θα καταφέρει να μπει κι αυτός στο πάνθεον των ηρώων ταινιών δράσης, έχοντας στη φιλμογραφία του ταινίες που απέφεραν τεράστια κέρδη, κοστίζοντας λίγα χρήματα στα στούντιο. Το περίεργο με τις ταινίες που πρωταγωνίστησε ο διάσημος Βέλγος είναι ότι πούλαγαν τρέλα στα βίντεο κλαμπ και οι περισσότερες από την πρώτες ταινίες του έχτισαν "καλτ" όνομα. Μια τέτοια ταινία είναι και το Kickboxer, που ήρθε ένα χρόνο μετά την επιτυχία του Bloodsport και κατάφερε να γίνει ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία με αρκετές συνέχειες, που φτάνουν μέχρι το 2019!
Kickboxer
Προφανώς εδώ δεν μιλάμε για "καλό" κινηματογράφο, ούτε καν για το είδος. Έχουμε ένα σενάριο αρκετά "βασικό" και σχεδόν όμοιο με την προηγούμενη αλλά και κάποιες επόμενες ταινίες του πρωταγωνιστή, με κακές ερμηνείες και αδιάφορες σκηνές μάχης. Αμφιβάλλω μάλιστα (με κάθε επιφύλαξη γιατί δεν είμαι γνώστης) αν βλέπουμε καθόλου πραγματικό κικμπόξινγκ μέσα στην ταινία. Βλέπουμε τον Ζαν Κλοντ να επιδίδεται στα γνωστά του σπλιτ, να πλακώνει στο ξύλο μερικούς τύπους κι ένα δέντρο και να εκτονώνεται με μερικά ουρλιαχτά στην τελική μάχη. Στο ενδιάμεσο θα δούμε και μερικά ωραία κινηματογραφημένα τοπία της Ταϊλάνδης, λίγο δράμα και την πιο αναπάντεχη χορευτική σκηνή σε ταινία "πολεμικών τεχνών".
 
Kickboxer

Ο ήρωας εδώ είναι ο Κερτ Σλόαν, που στέκεται στο πλευρό του αδερφού του, Έρικ, παγκόσμιο πρωταθλητή του Κικ Μπόξινγκ. Ο Έρικ και ο Κερτ φθάνουν στην Ταϊλάνδη, την γενέτειρα του αθλήματος, για να αντιμετωπίσει ο πρώτος τον Τονγκ Πο, κορυφαίο κικμπόξερ της χώρας. Ο θηριώδης Τονγκ Πο όμως δεν σκοπεύει απλώς να νικήσει τον Έρικ αλλά να τον συνθλίψει κι έτσι σε μια εκτός κανονισμών κίνηση αφήνει ανάπηρο τον πρωταθλητή. Τώρα είναι η σειρά του μικρού αδελφού να αναζητήσει τον κατάλληλο μέντορα, να προπονηθεί και να πάρει εκδίκηση για τον αδερφό του.
 Όπως καταλαβαίνετε έχουμε μια τυπική ιστορία εκδίκησης, καμουφλαρισμένη σε ταινία πολεμικών τεχνών ή και το αντίστροφο. Όλα ωστόσο είναι ραμμένα στα μέτρα του Βαν Νταμ και καλώς λέω εγώ γιατί παρότι υποκριτικά δεν πάμε πολύ καλά, το χάρισμα το έχει ο Βέλγος και ήταν αρκετό να πάει την ταινία και τον ίδιο παραπέρα, όπως εκ των υστέρων γνωρίζουμε. Προσωπικά, μπορώ να ξαναδώ αρκετές ταινίες του Βέλγου αλλά τόσο το Kickboxer όσο το Bloodsport δεν είναι μέσα σε αυτές. Το Bloodsport το θεωρώ τουλάχιστον μέτριο για ταινία πολεμικών τεχνών και το Kickboxer σχεδόν κακό. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θεωρώ πως είναι μια ταινία που δεν είναι διασκεδαστική. Ασφαλώς, όχι! Είναι χαρακτηριστικό δείγμα ταινίας που είναι τόσο κακή που τη θεωρείς καλή!
 Ποια είναι τα σημεία που κάνουν τη διαφορά; 1.Η υπερβολικά εγωκεντρική περσόνα του Βαν Νταμ και το πάθος του στην τελική μάχη. 2.Τα σπλιτ! 3. Η φουλ σεξιστική διάθεση, χωρίς ψήγματα ενοχής... 4. Ο κλασικός πλέον χορός του Βαν Νταμ. 5.Ο "κακός" της υπόθεσης και η εισαγωγή του χαρακτήρα του, ενώ προπονείται χτυπώντας μια τσιμεντοκολώνα! 6.Ο βετεράνος του Βιετνάμ που πάντα υπάρχει σε αυτές τις ταινίες και κάποια στιγμή θα πάρει τα όπλα. 7. Ο Ντένις Τσαν, που υποδύεται τον μέντορα του Κερτ και μοιάζει να είναι ο μόνος στην ταινία που καταλαβαίνει που βρίσκεται.
 Που προτείνεται λοιπόν το Kickboxer. Φυσικά στους φαν του Βαν Νταμ, οι οποίοι φαντάζομαι ότι θα το έχουν ήδη δει γιατί αλλιώς τι φαν θα ήταν. Επίσης είναι καλή πρόταση για τους λάτρεις των b movies της δεκαετίας του 1980 και κατανοούν τον όρο "τόσο κακό που είναι καλό". Απ' την άλλη, παρότι είναι θεωρητικά ταινία πολεμικών τεχνών, δεν θα την πρότεινα εύκολα σε κάποιον που αναζητά να δει κάτι από το είδος. Υπάρχουν άπειρα καλύτερα δείγματα εκεί έξω.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων





18.11.20

The Quest (1996) Review

The Quest
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

 Περιπέτεια,
Δράσης, Πολεμικών Τεχνών


Σκηνοθεσία:Jean-Claude Van Damme

Σενάριο:Jean-Claude Van Damme,
Steven Klein,Paul Mones

Πρωταγωνιστούν:Jean-Claude Van Damme,
Roger Moore,James Remar,Janet Gunn,
Jack McGee


Διάρκεια: 95'


Γράφει ο Νίκος Ρέντζος  

Η δεκαετία του 1990 βρίσκει στο πρόσωπο του Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ τον απόλυτο ήρωα ταινιών δράσης. Από το 1988 και την κυκλοφορία του Bloodsport, η φήμη του Βέλγου συνεχώς μεγαλώνει και σύντομα καταφέρνει να πρωταγωνιστήσει σε ταινίες με υψηλούς προϋπολογισμούς. Σε αυτό βοήθησε η επιτυχία των Death Warrant και Double Impact, οι οποίες με όχι ιδιαίτερα υψηλή χρηματοδότηση κατάφεραν να φέρουν στα στούντιο πολλά χρήματα. Έτσι έρχονται στην πορεία τα Universal Soldier, Timecop, Sudden Death, Street Fighter, Maximum Risk και η συνεργασία με καταξιωμένους σκηνοθέτες Ανατολής και Δύσης, όπως ο Πίτερ Χάιαμς, ο Ρίνγκο Λαμ και ο μέγιστος Τζον Γου. Εκείνη την περίοδο ο Βαν Νταμ μπορούσε να έχει ότι ήθελε αφού ήταν εγγύηση για τα ταμεία. Αυτό που τώρα ήθελε λοιπόν ήταν να σκηνοθετήσει το δικό του σενάριο και το πέτυχε το 1996, με την ταινία The Quest!

Ένας γνώριμος από τα παλιά του Βαν Νταμ, ο Φρανκ Ντουξ, φαίνεται να είναι ο άνθρωπος με τον οποίο ο Ζαν Κλοντ έγραψε την ιστορία της ταινίας. Ο Ντουξ είναι ο άνθρωπος στην ιστορία του οποίου βασίστηκε το Bloodsport, η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Βαν Νταμ. Εκεί ο Ντουξ επιμελήθηκε και κάποιες χορογραφίες αφού είχε τη φήμη αθλητή πολεμικών τεχνών αλλά και σκληρού μισθοφόρου, με συνεργασίες με τη CIA και άλλες υπηρεσίες. Στην πορεία βέβαια και μέχρι σήμερα, αμφισβητείται η εγκυρότητα όσων έχει υποστηρίξει κατά καιρούς ο Ντουξ, γιατί φαίνεται να μην υπάρχει μαρτυρία ή καταγεγραμμένο γεγονός που να επιβεβαιώνει όσα ο ίδιος διέδιδε επί χρόνια. Όπως και να έχει το όνομα του μπήκε στους συντελεστές της ταινίας αν και η σχέση του με τον Βαν Νταμ μάλλον χάλασε κάπου εκεί.

The Quest

Το σενάριο έγραψε ο Βαν Νταμ μαζί με κάποιον Στίβεν Κλάιν, που δεν είχαμε ακούσει το όνομα του ούτε πριν αλλά ούτε μετά την ταινία. Η ιστορία λοιπόν μας πάει πίσω στη δεκαετία του 1920 και ακολουθεί τον Κρίστοφερ Ντιμπουά, ο οποίος είναι ορφανός και μεγαλωμένος στους δρόμους τους Νέας Υόρκης, κι εκεί ηγείται μιας ομάδας ορφανών που κάνουν μικροκλοπές για να ζήσουν. Όταν θα κλέψουν ένα μεγάλο ποσό από μαφιόζους, ο Ντιμπουά βρίσκεται κυνηγημένος και μπαίνει κρυφά σε ένα καράβι που κατευθύνεται προς την Ταϋλάνδη. Το πλήρωμα τον ανακαλύπτει και τον αναγκάζει να κάνει δουλειές του καραβιού για να μην βρεθεί στη θάλασσα. Κατά την επίθεση ενός πειρατικού, ο ήρωάς μας θα διασωθεί από έναν μισθοφόρο, απατεώνα ολκής, που βρίσκεται τυχαία εκεί. Ο μισθοφόρος, Λόρδος Ντομπς, θα πουλήσει στη συνέχει τον Κρίστοφερ σε έναν άρχοντα στις ακτές του Σιάμ . Εκεί αρχίζει η ενασχόληση του Ντιμπουά με το Μουάι Τάι και λίγους μήνες μετά παίρνει πια μέρος σε αγώνες. Στόχος η συμμετοχή στον μυστικό αγώνα της Χαμένης Πόλης, όπου μαχητές από όλες τις γωνιές της Γης συμμετέχουν. Για τη συμμετοχή του εκεί θα φροντίσει και πάλι ο Ντομπς, ο οποίος έχει βάλει στο μάτι το οικονομικό έπαθλο αλλά και τον θησαυρό που λένε ότι βρίσκεται στη Χαμένη Πόλη.

 Η ιστορία δεν είναι πρωτότυπη. Την έχουμε δει και ακούσει αρκετές φορές στο παρελθόν από το Enter The Dragon μέχρι και το Bloodsport του ίδιου του Βαν Νταμ. Μυστικό τουρνουά με τους μεγαλύτερους μαχητές από όλο τον κόσμο. Απλώς εδώ ο Βαν Νταμ βάζει και λίγο αέρα περιπέτειας εποχής και προσπαθεί (στο μυαλό του τουλάχιστον) να παρουσιάσει κάτι μεγαλύτερο. Φυσικά, δεν το καταφέρνει και η ταινία σώζεται (όσο σώζεται) από τη γοητεία των πρωταγωνιστών, τις λίγες συμπαθητικές σκηνές δράσης και το συμμάζεμα που μάλλον έκανε ο υπεύθυνος παραγωγής αλλά και σκηνοθέτης ανά περιόδους, Πίτερ ΜακΝτόναλντ, κάτι που επιβεβαιώνει και ο Ρότζερ Μουρ στην αυτοβιογραφία του.

The Quest

Ο Ρότζερ Μουρ υποδύεται εδώ τον Ντομπς, με τον γνωστό του αέρα, αλλά η εμπειρία του στο The Quest μόνο ευχάριστη δεν ήταν. Τη θεωρεί τη χειρότερη ταινία της καριέρας του και μιλάει με τα χειρότερα λόγια για τον Βαν Νταμ, ο οποίος φαίνεται να ότι δε μπορούσε να χειριστεί καθόλου καλά την παραγωγή και τη διαδικασία των γυρισμάτων.

 Γενικά το φιλμ δεν το βρήκα όσο κακό το θυμόμουν από παλιότερη προβολή. Είναι μια αρκετά μέτρια ταινία δράσης που φαίνεται το μεγαλεπήβολο σχέδιο του πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη της. Το θέμα είναι ότι προφανώς έπρεπε να αρκεστεί στο ρόλο του πρωταγωνιστή και να αφήσει άλλον να κάτσει στην σκηνοθετική καρέκλα. Εκεί ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα, αν και το πρόβλημα ξεκινά από το σενάριο και από το ότι δεν είναι σαφώς προσανατολισμένο. Θέλει μια επική περιπέτεια με αποκορύφωμα στο φινάλε τις πολεμικές τέχνες (μάλλον αυτό ήθελε...) ή θέλει μια ταινία δράσης με επικάλυψη την περιπέτεια εποχής, με μεγαλύτερο βάρος στους χαρακτήρες; Όπως και να 'χει, λειψό βγαίνει στο τέλος!

 Πήγε για κάτι ελαφρώς διαφορετικό εδώ ο Βαν Νταμ αλλά δεν τα κατάφερε. Από τη χρονιά αυτή και μετά αρχίζει η κάθοδος στην καριέρα του. Ταινίες σαν το Knock Off και το Double Team δεν κάνουν την αναμενόμενη επιτυχία και στη δεκαετία του 2000 αρχίζει μια περίοδος μικρότερων παραγωγών και ταινιών που περνάνε κατευθείαν στην αγορά του dvd και μέχρι σήμερα η καριέρα του παραμένει στα ίδια περίπου επίπεδα με κάποιες μικρές αναλαμπές. Δεν ξέρω αν το The Quest ήταν η αρχή του τέλους αλλά σίγουρα η αποτυχία του στα ταμεία έπαιξε τεράστιο ρόλο στο να χαθεί πια η εμπιστοσύνη των μεγάλων στούντιο στο πρόσωπο του Βαν Νταμ.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων





31.3.20

Mortal Kombat (1995) Review

Είδος: Φαντασίας, Δράσης, Πολεμικών Τεχνών

"Φυσικά το Mortal Kombat δεν είναι καμία αψεγάδιαστη ταινία πολεμικών τεχνών, ούτε κάτι που δε θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερα, αν ίσως υπήρχε ένας σκηνοθέτης Κινέζος, που θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερο θέαμα στις σκηνές μάχης, εκεί που είναι όλη η ουσία της ταινίας. Φτιάχνεις μια ταινία βασισμένη σε ένα βιντεοπαιχνίδι μάχης άρα ποντάρεις στη δυναμικότητα των μαχών.
 Ακόμα κι έτσι όμως, ακόμα και με ένα προσχηματικό, μέτριο σενάριο με μέτριες ερμηνείες έχουμε μια εκδοχή του Enter The Dragon για νεότερες γενιές, χωρίς να έχουμε όμως τον Μπρους Λι ή τον Τζιμ Κέλι."

ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΜΑΧΗ
Σκηνοθεσία:Paul W.S. Anderson
Σενάριο:Kevin Droney
Παίζουν:Christopher Lambert,
Robin Shou,Linden Ashby
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Νομίζω ότι αν γυρίσεις πίσω στο χρόνο ψάχνοντας μια επιτυχημένη ταινία βασισμένη σε βιντεοπαιχνίδι, τότε η πρώτη εύκολη απάντηση που έρχεται είναι το Mortal Kombat. Δε μιλάμε φυσικά για αποδοχή από τους κριτικούς ταινιών, για να μην έχουμε παρεξηγήσεις, αλλά για αποδοχή από το κοινό και κυρίως τους φίλους του διάσημου αυτού παιχνιδιού.
 Το 1992 κυκλοφόρησε το πρώτο παιχνίδι Mortal Kombat και η επιτυχία ήταν τεράστια. Απ' ότι φαίνεται, η μίξη πολεμικών τεχνών και στοιχείων φαντασίας σε ένα παιχνίδι μάχης σώμα με σώμα ενθουσίασε τους gamers εκείνης της περιόδου, που μέχρι τότε έπαιζαν το επίσης απόλυτα επιτυχημένο Street Fighter και Street Fighter II, που καθόρισε το είδος και είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν το Mortal Kombat. Το σημείο που έκανε το Mortal Kombat να ξεχωρίσει ήταν το τέλος της μάχης, όπου ο νικητής αποτελείωνε τον ηττημένο με το λεγόμενο fatality, μια κίνηση χαρακτηριστική κάθε παίκτη που αποτελείωνε τον αντίπαλό του.
 Τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του παιχνιδιού έρχεται η σειρά της κινηματογραφικής ταινίας. Οι δημιουργοί του παιχνιδιού, Εντ Μπουν και Τζον Τομπάιας, θέλουν να πρωταγωνιστήσει ο Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ καθώς όταν έφτιαχναν το παιχνίδι αυτόν είχαν στο μυαλό τους. Ο Βαν Νταμ απορρίπτει την πρόταση για να πρωταγωνιστήσει στην κινηματογραφική μεταφορά του Street Fighter, όπου θα είχε μεγαλύτερο ρόλο και κάπως έτσι αρχίζει η αναζήτηση των κατάλληλων ατόμων για την παραγωγή της ταινίας.
 Η σκηνοθεσία πάει στον νεαρό τότε Σκωτσέζο σκηνοθέτη, Πολ Γ. Σ. Άντερσον. Ο Άντερσον είναι γνωστός σήμερα για την πορεία του στις ταινίες δράσης και επιστημονικής φαντασίας και παρότι δε χαίρει γενικότερα ευρύτερης εκτίμησης, εκείνη η αρχική του περίοδος έχει να δείξει μερικά ενδιαφέροντα φιλμς, βάζοντας μέσα, γιατί όχι, ακόμα και το Mortal Kombat. Ο Άντερσον λοιπόν αρχίζει να στήνει την ταινία με ιδιαίτερο άγχος λόγω της απειρίας του, κάτι που κατάφερε να ξεπεράσει στην πορεία, με τη βοήθεια του επιτελείου του και ιδιαίτερα μερικών εκ των πρωταγωνιστών του.
 Η ιστορία της ταινίας θέλει να πραγματοποιείται ένα μυστικό τουρνουά πολεμικών τεχνών ανάμεσα στους καλύτερους μαχητές της Γης εναντίον των μαχητών του Απόκοσμου. Γη και Απόκοσμος μάχονται για γενιές ολόκληρες. Όταν οι μαχητές του Απόκοσμου κερδίσουν δέκα συνεχόμενες φορές τη διοργάνωση τότε ο αυτοκράτοράς τους, Σάο Κανγκ, θα μπορέσει να βασιλέψει στη Γη. Εδώ βρισκόμαστε πια στις εννιά νίκες του Απόκοσμου και τα πράγματα είναι κρίσιμα για το μέλλον της ανθρωπότητας. Έτσι, ο Ράιντεν, θεός του κεραυνού και προστάτης της Γης, μαζεύει μερικούς από τους καλύτερους μαχητές, ανάμεσά τους ο Λιου Κανγκ, ο Τζόνι Κέιτζ και η Σόνια Μπλέιντ, ελπίζοντας να κερδίσουν αυτή τη διοργάνωση.
 Θα ξεκινήσουμε με κάποια από τα μειονεκτήματα της ταινίας και θα πάμε στην πορεία στα θετικά της. Βασικότερο πρόβλημα θεωρώ ότι είναι η επιλογή των πρωταγωνιστών και συγκεκριμένα των τριών βασικών. Ο Κριστόφ Λαμπέρτ μπορεί να είναι το μεγαλύτερο όνομα της ταινίας και να βοήθησε αρκετά την παραγωγή αλλά δεν πείθει απόλυτα ως Ράιντεν. Δεν είναι κακός αλλά χρειαζόταν κάτι άλλο ο συγκεκριμένος ρόλος. Επίσης η επιλογή των ηθοποιών που ενσάρκωσαν τον Τζόνι Κέιτζ και τη Σόνια Μπλέιντ (Λίντεν Άσμπι και Μπρίτζετ Γουίλσον αντίστοιχα), ήταν μια επιλογή άστοχη. Ήταν δύο ρόλοι που έπρεπε να πάνε σε ανθρώπους που γνώριζαν πολεμικές τέχνες, όπως συνέβη με τους περισσότερους ηθοποιούς που υποδύθηκαν τους κακούς μαχητές. Εκεί όπως και στην επιλογή του Ρόμπιν Σου ως Λιου Κανγκ, τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα, γιατί οι ηθοποιοί πείθουν το κοινό ότι γνωρίζουν να μάχονται.
 Τα δύο άλλα θεματάκια της ταινίας είναι η χρησιμοποίηση αρκετών ψηφιακών εφέ, που ήταν ακόμα σε αρχικά στάδια, με αποτέλεσμα σήμερα να φαίνονται αρκετά ξεπερασμένα. Ο Άντερσον δεν κατέχει ακόμα τον τρόπο που πρέπει να τα προβάλει στην ταινία και το αποτέλεσμα είναι αρκετά κακό σε μερικές σκηνές, όπως το ίδιο συμβαίνει και σε μερικές σκηνές μάχης, λόγω της απειρίας του Άντερσον, που φαίνεται όμως να βελτιώθηκε στη διάρκεια των γυρισμάτων.
 Και κάπως έτσι πάμε στα θετικά, συνεχίζοντας με το χειρισμό της κάμερας σε σκηνές μάχης που βελτιώνεται σημαντικά και φανερώνει ότι ο Άντερσον το δούλεψε, ακούγοντας και συμβουλές από τον έμπειρο στο είδος, Ρόμπιν Σου, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Αποτέλεσμα είναι να έχουμε μερικές καλές σκηνές μάχης και μερικά ενδιαφέροντα σκηνικά, που με την κάμερα του Άντερσον γίνονται ακόμα καλύτερα, όπως για παράδειγμα η μάχη του Τζόνι Κέιτζ με τον Σκόρπιο στο δάσος και η μονομαχία Λιου Κανγκ με το ΣαμπΖίροου.
 Ένα ακόμα θετικό είναι ο σχεδιασμός του Γκόρο, θηριώδους πλάσματος με τέσσερα χέρια και όψη τρομακτική. Πρακτικό εφέ που χρειάζονταν περίπου δώδεκα άτομα για να κάνει ολοκληρωμένες κινήσεις. Πόσο μου λείπουν εκείνες οι εποχές των πρακτικών εφέ! Χάνονταν η αληθοφάνεια αλλά υπήρχε μια μαγεία σε όλο αυτό.
  Φυσικά το Mortal Kombat δεν είναι καμία αψεγάδιαστη ταινία πολεμικών τεχνών, ούτε κάτι που δε θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερα, αν ίσως υπήρχε ένας σκηνοθέτης Κινέζος, που θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερο θέαμα στις σκηνές μάχης, εκεί που είναι όλη η ουσία της ταινίας. Φτιάχνεις μια ταινία βασισμένη σε ένα βιντεοπαιχνίδι μάχης άρα ποντάρεις στη δυναμικότητα των μαχών.
 Ακόμα κι έτσι όμως, ακόμα και με ένα προσχηματικό, μέτριο σενάριο με μέτριες ερμηνείες έχουμε μια εκδοχή του Enter The Dragon για νεότερες γενιές, χωρίς να έχουμε όμως τον Μπρους Λι ή τον Τζιμ Κέλι. Σίγουρα εδώ θα βοηθούσε η προσθήκη έστω του Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ. Όπως και να έχει όμως, είκοσι πέντε χρόνια μετά, το Mortal Kombat, έχει μια καλτ διάσταση, είναι διασκεδαστικό για εμάς που ζήσαμε τη δεκαετία του 1990 και παραμένει μια περίπτωση επιτυχημένης ταινίας βασισμένη σε βιντεοπαιχνίδι. 

Υ.Γ. Ξέχασα το άξιο αναφοράς σάουντρακ που το 1995 είχε κάνει πάταγο. Κάθε φορά που μια μάχη ξεκίναγε στην οθόνη έπαιζε εκείνη τρανς μουσική που έχει συνδεθεί απόλυτα με την ταινία...



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
IMDb


7.2.19

Revenger (2019)

Είδος: Δράσης

"Κάμερα που συμμετέχει στις μάχες, γρήγορο μοντάζ και εξαιρετικές χορογραφίες, αποζημιώνουν εν τέλει για το αλλοπρόσαλλο του σεναρίου στην προσπάθεια να δώσει παραπάνω κίνητρα και να μας κάνει να συμπαθήσουμε περισσότερο τον πρωταγωνιστή, χωρίς να χρειάζεται, αφού και μόνο το κίνητρο της εκδίκησης για το χαμό της οικογένειάς του αρκεί."

Η ΤΕΛΙΚΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Σκηνοθεσία:Seung-Won Lee
Σενάριο:Bruce Khan
Παίζουν:Bruce Khan,
Hee-soon Park,Jin-seo Yoon
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Ο Μπρους Καν, ο άνθρωπος που δε μπορείς να βρεις πολλά πράγματα για αυτόν στο διαδίκτυο, είναι ο σεναριογράφος και πρωταγωνιστής του Revenger. Προσπάθησα να συλλέξω πληροφορίες για τον Καν αλλά μάταια, καταφέρνοντας να μάθω μόνο ότι κατάγεται από τη Νότια Κορέα και ότι έχει εργαστεί ως χορογράφος πολεμικών και κασκαντέρ σε μερικά φιλμς, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Το The Revenger φαίνεται να είναι η προσπάθειά του να κερδίσει μια θέση ανάμεσα στους πρωταγωνιστές των ταινιών πολεμικών τεχνών και προσωπικά με κέρδισε, δείχνοντας ότι έχει αυτό που χρειάζεται για τις ταινίες του είδους. Υστερεί μεν σε υποκριτικό ταλέντο αλλά στις ταινίες που στοχεύει δεν είναι αυτό το κύριο ζητούμενο. Οι πρωταγωνιστές ταινιών δράσης και ειδικά στον τομέα των πολεμικών τεχνών, αυτό που χρειάζεται να κάνουν είναι να μπαίνουν οι ίδιοι μπροστά από την κάμερα και να λερώνουν τα χέρια τους, πράγμα που ο Καν μπορεί άνετα να κάνει.
  Στο Revenger γράφει ένα προσχηματικό σενάριο, το οποίο αν το βάλεις κάτω δε θα βρεις να "στέκει" σαν ρεαλιστική ιστορία αλλά απλώς βοηθά στην επίδειξη πολεμικών τεχνών που θέλει να στήσει ο πρωταγωνιστής. Παρακολουθούμε λοιπόν έναν πρώην αστυνομικό να φυλακίζεται για κάποιο έγκλημα σε ένα νησί- φυλακή για βαρυποινίτες. Σκοπός είναι να βρει τον άνθρωπο που δολοφόνησε τη γυναίκα και το παιδί του και να πάρει εκδίκηση.
  Το φιλμ δεν αργεί να πάρει μπροστά και δείχνει από την πρώτη σκηνή τι είναι αυτό που θέλει να κάνει, έστω κι αν προσπαθεί να στήσει μια αλλόκοτη ιστορία που δεν έχει κανένα νόημα αν το καλοσκεφτείς. Δεν ξέρω τι δουλειά έχουν ολόκληρες οικογένειες φυλακισμένες σε ένα νησί το οποίο είναι φυλακή για στυγερούς εγκληματίες, ούτε μπόρεσα να καταλάβω τι έκανε ο ίδιος ο αστυνομικός για να βρεθεί εκεί αλλά είπαμε ότι στο συγκεκριμένο είδος μπορούμε να κάνουμε μερικές παραχωρήσεις, αρκεί η δράση και μάχες σώμα με σώμα να μπορούν να προσφέρουν το αναμενόμενο θέαμα. Ευτυχώς εκεί τα πάει μια χαρά η ταινία. Κάμερα που συμμετέχει στις μάχες, γρήγορο μοντάζ και εξαιρετικές χορογραφίες, αποζημιώνουν εν τέλει για το αλλοπρόσαλλο του σεναρίου στην προσπάθεια να δώσει παραπάνω κίνητρα και να μας κάνει να συμπαθήσουμε περισσότερο τον πρωταγωνιστή, χωρίς να χρειάζεται, αφού και μόνο το κίνητρο της εκδίκησης για το χαμό της οικογένειάς του αρκεί.
  Η περίπτωση "Μπρους Καν" μοιάζει ενδιαφέρουσα μπροστά στην κάμερα. Του λείπει κάτι από φυσιογνωμία, κάτι πιο έντονο που θα ήθελες να δεις στο πρόσωπο ενός ήρωα ταινιών δράσης αλλά έχει όλο το υπόλοιπο πακέτο. Το κομμάτι της υποκριτικής εδώ το καλύπτει έξυπνα, φροντίζοντας να ανοίξει το στόμα του ελάχιστα, κρύβοντας τα κενά που είναι φανερό ότι υπάρχουν αλλά όλα μπορούν να προχωρήσουν καλά για τον Καν με την επιλογή κατάλληλων ρόλων. Ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος "action hero" περιορισμένων ερμηνευτικών ικανοτήτων θα είναι.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
PopCorn
IMDb



27.6.17

The Big Boss (1971)

Είδος: Περιπέτεια, Δράσης

"Η πρώτη προσωπική κινηματογραφική στιγμή για την περσόνα που δημιούργησε ο Μπρους Λη είναι ένα φιλμ που αξίζει να δεις!"

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ
Σκηνοθεσία:Wei Lo
Σενάριο:Wei Lo
Παίζουν:Bruce Lee,
Maria Yi,James Tien
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Τριάντα Οκτωβρίου, 1971, σε ένα κινηματογράφο του Χονγκ Κονγκ πέφτουν οι τίτλοι τέλους του The Big Boss, του νέου φιλμ που πρωταγωνιστεί ένα ανερχόμενο αστέρι του Κινεζικού κινηματογράφου. Μια περίεργη σιωπή απλώνεται στην αίθουσα και κρατά για μερικά δευτερόλεπτα, για να ακολουθήσει ένα πανδαιμόνιο ενθουσιασμού. Ακριβώς εκείνη είναι η στιγμή που ο Μπρους Λη γίνεται ο μεγαλύτερος κινηματογραφικός αστέρας στη χώρα του, μόλις δύο χρόνια πριν η φήμη του γίνει παγκόσμια και ο ίδιος μας αφήσει για πάντα.
  Όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα φιλμ που πρωταγωνίστησε ο Μπρους Λη, με μόνη εξαίρεση ίσως το Fist Of Fury, το αμέσως επόμενο δηλαδή, το δυνατό τους χαρτί είναι οι σκηνές μάχης που χορογραφεί ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Το αδύναμο μέρος τους είναι πάντα το σενάριο, παρότι εδώ, όπως και στο Fist of Fury, τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα. Η ιστορία έχει ενδιαφέρον καθώς παρακολουθούμε γεγονότα βασισμένα σε αληθινά περιστατικά που έλαβαν χώρα στην Ταϊλάνδη. Ο Μπρους Λη υποδύεται τον Cheng Chao An, ένα Κινέζο που πηγαίνει στην Ταϊλάνδη για να βρει τα ξαδέρφια του και να δουλέψει μαζί τους στο εργοστάσιο πάγου. Ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου είναι αυταρχικός τύραννος που χρησιμοποιεί το εργοστάσιο για διακινεί ναρκωτικά. Εργάτες που ανακαλύπτουν τυχαία τα ναρκωτικά μέσα στον πάγο, εξαφανίζονται μυστηριωδώς την επόμενη μέρα και σύντομα την ίδια τύχη θα έχει κι ένας ξάδερφος του Cheng. Σύντομα ο πρωταγωνιστής, θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του, αναζητώντας ο ίδιος το χαμένο ξάδερφο και βοηθώντας τους εργάτες να εναντιωθούν στο τυραννικό καθεστώς του αφεντικού τους. 
Ενδιαφέρουσα ιστορία και ό,τι πρέπει ακόμα και για αστυνομικό μυστήριο, όμως ο σκηνοθέτης, Wei Lo, δεν καταφέρνει να διατηρήσει καλό ρυθμό στο μέσο του φιλμ. Για λίγο κουράζει με τη χρησιμοποίηση του μελό και μερικούς αχρείαστους διαλόγους αλλά όταν έρχεται η στιγμή για δράση, το φιλμ αποκτά (κλισέ αλλά έτσι είναι) άγρια ομορφιά. Πιο βίαιο απ' ότι περιμένεις από ένα φιλμ της εποχής του, Ο Μεγάλος Αρχηγός αφήνει αυτό τον τυφώνα που ακούει στο όνομα Μπρους Λη ελεύθερο και η οθόνη γεμίζει με τη μοναδική προσωπικότητά του. Οι ταχύτατες και αέρινες κινήσεις του- όσες προλαβαίνουμε να δούμε, τέλος πάντων- μαγεύουν. Κλασική πλέον η τελευταία μονομαχία και ο τρόπος που ο Cheng αποτελειώνει το τυραννικό αφεντικό του, κορυφώνοντας έτσι όσα έχουν προηγηθεί με άκρως ικανοποιητικό τρόπο για το κοινό.
  Το The Big Boss μαζί με το Fist of Fury είναι τα δύο καλύτερα - σαν κινηματογραφικά δημιουργήματα- φιλμς του Μπρους Λη. Παρά τις δημιουργικές διαφωνίες του ίδιου με τον Wei Lo, ο Κινέζος σκηνοθέτης του δίνει δύο ενδιαφέροντες χαρακτήρες να υποδυθεί και χώρο και τρόπο (ιδίως στο Fist of Fury) να δείξει τα πιστεύω του γύρω από τις πολεμικές τέχνες. Η πρώτη προσωπική κινηματογραφική στιγμή για την περσόνα που δημιούργησε ο Μπρους Λη είναι ένα φιλμ που αξίζει να δεις!
 



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb

11.6.17

Game of Death (1978)

Είδος: Περιπέτεια, Δράσης

"Δεν μπορείς να αντικαταστήσεις τον Μπρους Λη. Δε μπορείς μια τέτοια μορφή με τέτοια δυναμική παρουσία στην οθόνη να την αντικαταστήσεις με γελοία τρικ και εμβόλιμες σκηνές κοντινών πλάνων του και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα περίπου είκοσι λεπτά πριν το τέλος του φιλμ. Έκει εμφανίζεται ο πραγματικός Μπρους Λη για περίπου δώδεκα λεπτά, στις σκηνές που είχε γυρίσει ο ίδιος έξι χρόνια πριν και η οθόνη ηλεκτρίζεται."

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Σκηνοθεσία:Robert Clouse
Σενάριο:Robert Clouse
Παίζουν:Bruce Lee,Gig Young,
Colleen Camp
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Δεν πέρασαν λίγες μέρες από το κείμενο που ανεβάσαμε για το Enter The Dragon, το τελευταίο φιλμ που γύρισε ο Μπρους Λη, και όπως καταλαβαίνετε δε μπορέσαμε να αντισταθούμε στον πειρασμό να δούμε και το Game of Death, το φιλμ που κυκλοφόρησε πέντε χρόνια μετά το θάνατο του μεγάλου σταρ. Ακούστε λοιπόν πως έχει η ιστορία για ένα από τα πιο ξακουστά εκτρώματα του σινεμά πολεμικών τεχνών.
  Ο Μπρους Λη γύρω στο 1972 έχει την ιδέα να γυρίσει ένα φιλμ που θα επικεντρώνεται σε έναν πρώην αθλητή πολεμικών τεχνών, ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με μέλη της Κορεάτικης μαφίας. Ο αρχηγός του ζητά από τον αθλητή να εισέλθει σε μια παγόδα, στην οποία γίνεται παράνομη διακίνηση όπλων και φυλάσσεται από καλά εκπαιδευμένους μαχητές. Ο αθλήτης αρνείται και για να τον πείσουν, οι μαφιόζοι απαγάγουν τα δύο αδέρφια του. Έτσι ο Μπρους Λη με δύο ακόμα τύπους πρέπει να μπουν στην παγόδα και να φτάσουν στον πέμπτο όροφο, όπου εκεί φυλάσσεται κάτι το οποίο δε γνωρίζουμε τι ακριβώς είναι. Στόχος του Λη ήταν σε κάθε επίπεδο της παγόδας να μονομαχεί με έναν αθλητή πολεμικών τεχνών, ο οποίος θα χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη τεχνική, ούτως ώστε να αποκαλύψει τις αδυναμίες και τα θετικά στοιχεία κάθε τεχνικής. Αυτό που πρόλαβε να κάνει ο Λη ήταν να γυρίσει περίπου εκατό λεπτά σκηνών για την ταινία, τα περισσότερα αφορούσαν τις σκηνές μάχης, τις τρεις που βλέπουμε και στο φιλμ που βγήκε στους κινηματογράφους. Ενδιάμεσα γίνεται η πρόταση για το Enter The Dragon που θα άνοιγε το δρόμο για το Χόλιγουντ και σταματούν για λίγο τα γυρίσματα του Game of Death, τα οποία δεν ολοκλήρωσε ποτέ.
  Πάμε στον Κλάους τώρα. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης λοιπόν φτιάχνει μια διαφορετική ιστορία, που ακολουθεί τον Μπίλι Λο, αστέρι του Ασιατικού κινηματογράφου και των ταινιών πολεμικών τεχνών, ο οποίος δε δέχεται προστασία από μαφιόζους και αυτοί βάζουν στόχο να τον εξοντώσουν, χτυπώντας δικούς του ανθρώπους αρχικά. Ο Κλάους χρησιμοποιεί δύο διαφορετικούς ηθοποιούς που μοιάζουν στον Μπρους Λη και προσπαθεί με διάφορα τρικ να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι αυτός που βλέπουμε στην οθόνη δεν είναι ο Λη, πράγμα που όπως καταλαβαίνετε δεν είναι δυνατό να συμβεί. Οι ηθοποιοί περιφέρονται με το πρόσωπό τους να είναι πάντα είτε σε σκιά, είτε με μεγάλα μαύρα γυαλιά ηλίου μέρα νύχτα, είτε φορώντας ένα ψεύτικο μούσι. Το θέμα είναι ότι δε μας πείθουν όχι μόνο σε κάποιες στιγμές που πρέπει να μονομαχήσουν, δε μας πείθουν ούτε όταν στέκονται ακίνητοι μπροστά στην κάμερα. Αποκορύφωμα δε είναι τα πλάνα από την πραγματική κηδεία του ηθοποιού, που ο Κλάους βρίσκει λόγο να τα προσαρμόσει μέσα στο φιλμ του.
  Δεν μπορείς να αντικαταστήσεις τον Μπρους Λη. Δε μπορείς μια τέτοια μορφή με τέτοια δυναμική παρουσία στην οθόνη να την αντικαταστήσεις με γελοία τρικ και εμβόλιμες σκηνές κοντινών πλάνων του και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα περίπου είκοσι λεπτά πριν το τέλος του φιλμ. Έκει εμφανίζεται ο πραγματικός Μπρους Λη για περίπου δώδεκα λεπτά, στις σκηνές που είχε γυρίσει ο ίδιος έξι χρόνια πριν και η οθόνη ηλεκτρίζεται. Τον βλέπουμε να μονομαχεί με το κλασικό κίτρινο ολόσωμο φορμάκι με τη μαύρη ρίγα σε σκηνές που χορογράφησε και σκηνοθέτησε ο ίδιος και όλα όσα είδαμε τα προηγούμενα λεπτά μοιάζουν αστεία. Αποκορύφωμα η ενδιαφέρουσα και οπτικά μονομαχία με τον γίγαντα Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ!
  Δεν είμαι φίλος του Enter The Dragon, πόσο μάλλον του τραγικού Game of Death, που στην ουσία ήταν Game of Money, με τους πάντες να πατάνε πάνω στο σάλο που προκαλούσε πλέον το όνομα του θανόντα αστέρα. Μπορείτε να δείτε τις πολύ καλές σκηνές που γύρισε ο Μπρους Λη ακόμα και στο YouTube και να μην υποστείτε το μαρτύριο της προβολής ολόκληρης της ταινίας. Ανακαλύψτε τα προηγούμενα φιλμ του αν δεν το έχετε κάνει μέχρι σήμερα.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb



7.6.17

Enter The Dragon (1973)

Είδος: Δράσης, Πολεμικών Τεχνών

"Δεν ξέρω τι μπορείς να πεις σήμερα για τον Μπρους Λη που δεν έχει ειπωθεί. Το χάρισμα τεράστιο, το κινηματογραφικό εκτόπισμα μοναδικό. Έχοντας ένα δικό του τρόπο κατάφερε να περάσει ψήγματα της φιλοσοφίας των πολεμικών τεχνών μέσα από τους τελευταίους ρόλους του. Το Enter The Dragon αποτέλεσε το όχημα που έφερε τις πολεμικές τέχνες στον δυτικό κόσμο και οδήγησε το κοινό να ψάξει τα προηγούμενα (και καλύτερα) φιλμς του θρυλικού πρωταγωνιστή. "

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ
ΤΟΥ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ
Σκηνοθεσία:Robert Clouse
Σενάριο:Michael Allin
Παίζουν:Bruce Lee,
John Saxon,Jim Kelly
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Ο θρύλος του Μπρους Λη γεννήθηκε λίγες μέρες μετά το θάνατό του, με την πρεμιέρα του Enter The Dragon, της πρώτης Αμερικανικής- Κινεζικής συμπαραγωγής. Το φιλμ μπορεί να θεωρείται ως αυτό που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στην εξάπλωση των ταινιών πολεμικών τεχνών, μπορεί να μπήκε στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου της Αμερικής, εκεί όπου μπαίνουν από το 1889 μέχρι σήμερα είκοσι πέντε ταινίες κάθε χρόνο, οποιουδήποτε είδους γιατί έχουν ιστορική, πολιτισμική ή αισθητική σημασία, αλλά σήμερα αυτό το ιστορικό φιλμ δε μπορεί να επιδείξει τίποτα άλλο πέρα από τον χαρισματικό πρωταγωνιστή του.
  Δεν ξέρω τι μπορείς να πεις σήμερα για τον Μπρους Λη που δεν έχει ειπωθεί. Το χάρισμα τεράστιο, το κινηματογραφικό εκτόπισμα μοναδικό. Έχοντας ένα δικό του τρόπο κατάφερε να περάσει ψήγματα της φιλοσοφίας των πολεμικών τεχνών μέσα από τους τελευταίους ρόλους του. Το Enter The Dragon αποτέλεσε το όχημα που έφερε τις πολεμικές τέχνες στον δυτικό κόσμο και οδήγησε το κοινό να ψάξει τα προηγούμενα (και καλύτερα) φιλμς του θρυλικού πρωταγωνιστή. Παρακολουθώντας σήμερα το φιλμ που σκηνοθέτησε ο Αμερικανός, Ρόμπερτ Κλάους, έρχονται στο μυαλό μου δύο πράγματα: Τζέιμς Μποντ και The Octagon. Ας γίνω λίγο πιο κατανοητός! Σε ό,τι αφορά τον Τζέιμς Μποντ είμαι σίγουρος ότι έχετε ήδη κάνει τη σύνδεση αν έχετε δει το Enter The Dragon. Η ατμόσφαιρα των ταινιών του Μποντ (και συγκεκριμένα του Doctor No και του Live And Let Die) είναι κάτι που φανερά ήθελε να πλησιάσει ο Κλάους και σχετικά το καταφέρνει. Το Octagon είναι μια από τις πρώτες ταινίες που πρωταγωνίστησε ο Τσακ Νόρις και θυμάμαι ότι, γράφοντας την κριτική για την ταινία, παρατήρησα το κακό πρώτο μισό της και το εκπληκτικό δεύτερο. Όπως συμβαίνει και με το Enter The Dragon (χωρίς να είναι τόσο κακό όσο το φιλμ του Νόρις) έτσι και σ' εκείνο το φιλμ υπάρχει ένα απογειωτικό δεύτερο μέρος, γεμάτο πολύ καλά χορογραφημένες σκηνές δράσης. Η σχηματική πλοκή, οι αδιάφοροι διάλογοι και οι μέτριες ερμηνείες δίνουν τη θέση τους στις χορογραφίες του ίδιου του Μπρους Λη και σε μέρικες μοναδικά στημένες σκηνές, με προσεγμένη φωτογραφία. Σαφώς η τελική αναμέτρηση στο δωμάτιο με τους καθρέφτες είναι αυτή που μένει ανεξίτηλη στη μνήμη των περισσοτέρων.
  Ολόκληρο το φιλμ είναι στημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να οδηγηθούμε στην τρίτη πράξη του όσο γίνεται πιο ανώδυνα. Ο Μπρους Λη υποδύεται έναν Σαολίν δάσκαλο πολεμικών τεχνών, τον οποίο προσεγγίζει η βρετανική μυστική υπηρεσία και του ζητά να διεισδύσει σε ένα τουρνουά πολεμικών τεχνών που διοργανώνει ο μαφιόζος Χαν, τον οποίο υποψιάζονται για διακίνηση ναρκωτικών και πορνείας. Για να δώσει ακόμα μεγαλύτερο κίνητρο στον ήρωα, ο σεναριογράφος προσθέτει δύο υπό πλοκές, που η μία θέλει τον Χαν να είναι πρώην Σαολίν που ντροπιάζει πια τη σχολή και το ναό, ενώ η δεύτερη θέλει ένα από τα τσιράκια του Χαν να είναι υπεύθυνο για το θάνατο της αδερφής του πρωταγωνιστή μας. Δε χρειάζεται κάτι άλλο για να πειστεί ο Λη και κάπως έτσι οδηγούμαστε στις συστάσεις και των άλλων δύο βασικών πρωταγωνιστών, των Αμερικανών Ρόπερ και Γουίλιαμς, οι οποίοι λαμβάνουν κι αυτοί μέρος στο τουρνουά και γίνονται φίλοι με τον Λη. Ακολουθούν μερικές αδιάφορες σκηνές γνωριμίας με τους χαρακτήρες και μπλα-μπλα, μέχρι να οδηγηθούμε στο ψητό και στη δράση που αναφέρουμε παραπάνω.
  Τους δύο φίλους του Λη υποδύονται ο Αμερικανός ηθοποιός με μαύρη ζώνη στο καράτε, Τζον Σάξον, και ο Αμερικανός πρωταθλητής του καράτε και πρωτοεμφανιζόμενος ηθοποιός, Τζιμ Κέλι, ο οποίος έγινε ο πρώτος μαύρος πρωταγωνιστής ταινιών πολεμικών τεχνών και blaxploitation. Άλλη μία γνωστή μορφή στους φίλους των ταινιών του είδους είναι ο Μπόλο Γιούνγκ, αθλητής πολεμικών τεχνών και κυρίως μπόντι μπίλντερ, ο οποίος λόγω του απίστευτου όγκου του και της σκληρής φυσιογνωμίας του έπαιξε σε αρκετούς παρόμοιους ρόλους κακών.
  Περισσότερο φιλμ ιστορικής σημασίας πια και όχι ιδιαίτερης κινηματογραφικής αξίας, το Enter The Dragon είναι μια ταινία σύμβολο για την επίδραση του πρωταγωνιστή της στο κινηματογραφικό στερέωμα. Τα τρία προηγούμενα φιλμς του Λη τα θεώρουσα πάντα πιο ενδιαφέροντα αλλά το Enter The Dragon αποτελεί το λόγο που η Δύση έμαθε τις ταινίες πολεμικών τεχνών. Λίγο μάθημα φιλοσοφίας στην πρώτη σκηνή, το αδιάφορο ενδιάμεσο και το δυναμικό τρίτο μέρος αρκούσαν στον Λη για να "μιλήσει" στον κόσμο για αυτά που ήθελε.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb