Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2011. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2011. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8.4.20

Thor (2011) Review

Είδος: Φαντασίας, Περιπέτεια, Κόμικ

"Ενθουσιάστηκα αρχικά, το έχασα για λίγο στη μέση, πέρασα καλά στο τέλος. Την επόμενη μέρα όμως, άρχισε να ξεθωριάζει η ταινία όσο τη σκεφτόμουνα. Σκέφτομαι ότι θα πέρναγα πολύ καλύτερα αν υπήρχε περισσότερος χρόνος στο Άσγκαρντ ή ακόμα κι αν όλη η πλοκή διαδραματίζονταν μόνο εκεί και υπήρχε έστω ένα πολύ μικρό σημείο που θα συνέδεε τον Θορ με τη Γη και τους Εκδικητές."

ΘΟΡ
Σκηνοθεσία:Kenneth Branagh
Σενάριο:Ashley Miller,
Zack Stentz,Don Payne
Παίζουν:Chris Hemsworth,
Anthony Hopkins,Natalie Portman
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 έρχεται η στιγμή που εμφανίζεται το όνομα Marvel Comics στο προσκήνιο. Η εταιρεία που ξεκίνησε ως Timely Comics, το 1939, μετονομάστηκε σε Atlas Comics, το 1951, μετατρέπεται πλέον στην γνωστή μας σήμερα, Marvel Comics. Το 1961 είναι η εποχή που ο Σταν Λη και ο Τζακ Κέρμπι δημιουργούν χαρακτήρες που δε θα χαθούν ποτέ από το προσκήνιο (εντάξει δημιούργησαν και αρκετούς που χάθηκαν σύντομα, αλλά δεν κολλάμε εκεί...). Οι Τέσσερις Φανταστικοί αποτελούν το πρώτο δημιούργημα της νέας εταιρείας και σε σύντομο χρονικό διάστημα έρχονται κι άλλοι κι άλλοι κι άλλοι! Ο Άιρον Μαν, ο Άντ Μαν, ο Σπάιντερ Μαν, ο Χαλκ... Στοπ, εδώ! Τον Αύγουστο του 1962 και αφού ο Σταν Λη ψάχνει πως θα δημιουργήσει έναν πιο δυνατό χαρακτήρα μετά το Χαλκ, στρέφεται στα Θεία. Όχι, δε ζητά θεϊκή παρέμβαση και βοήθεια από ψηλά για να σκεφτεί το νέο χαρακτήρα. Παίρνει έναν Σκανδιναβό Θεό και τον μετατρέπει σε υπερήρωα. Ο Θορ, θεός του Κεραυνού, στην Σκανδιναβική μυθολογία, παίρνει το σφυρί του και πετά στο τεύχος 83 του περιοδικού Journey Into Mystery. Ο Λη έχει την ιδέα, ο Κέρμπι του δίνει μορφή και την ιστορία επιμελείται ο αδερφός του Λη, Λάρι Λίμπερ. Αυτό ήταν! Ο Θορ, ιδρυτικό μέλος των Εκδικητών, παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πιο αγαπητούς κόμικ ήρωες.
 Το 2011 έρχεται η στιγμή που θα εμφανιστεί και στο νεοσύστατο τότε κινηματογραφικό σύμπαν της Μάρβελ. Τέταρτη κατά σειρά ταινία της Μάρβελ, μετά τα Iron Man, The Incredible Hulk και Iron Man 2, το Thor έρχεται να προσθέσει έναν ακόμα Εκδικητή (δύο βασικά, γιατί εδώ εμφανίζεται και ο Hawkeye) στο κινηματογραφικό πανί.
 Η ιστορία παρακολουθεί την πορεία του Θορ κατά την περίοδο που ετοιμάζεται να αναλάβει το Βασίλειο του Άσγκαρντ, διαδεχόμενος τον πατέρα του, Όντιν. Όμως, ο μοχθηρός αδερφός του Θορ, Λόκι, θέλοντας να πάρει αυτός τη βασιλεία, προδίδει τον αδερφό του κατασκευάζοντας μια απίθανη σκευωρία εναντίον του, συμμαχώντας με τους εχθρούς του Άσγκαρντ, Γίγαντες του Πάγου. Ο Όντιν ξεγελασμένος από το Λόκι, απογοητεύεται από τον Θορ και τον ρίχνει στη Γη, για να βιώσει την απώλεια των Θεϊκών δυνάμεων και να κατανοήσει το σφάλμα του. Εκεί, ο Θορ πέφτει πάνω σε μια ομάδα επιστημόνων, με αρχηγό την αστροφυσικό Τζέιν Φόστερ, η οποία κάνει πειράματα στο Νέο Μεξικό. Ο Θορ αναζητά τρόπο να επιστρέψει στο Άσγκαρντ για να αποκαλύψει την προδοσία.
 Πολύ έξυπνα, η σκηνοθεσία της ταινίας ανατίθεται στον Κένεθ Μπράνα. Ο Μπράνα είναι εξοικειωμένος με το Σαιξπηρικό στοιχείο, κάτι που ταιριάζει σαν τρόπο προσέγγισης σε μια ταινία που πρέπει να ασχοληθεί με ένα βασίλειο και μια ιστορία προδοσίας δύο αδελφών. Σε αυτό το σημείο εστιάζει και ο Μπράνα και φαίνεται ότι τον συναρπάζει η παρουσίαση αυτού του μυθικού κόσμου, σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν κατά την περιφορά του Θορ στη Γη. Το Άσγκαρντ και όλος αυτός ο μυθολογικός κόσμος παρουσιάζονται εξαιρετικά και κάθε φορά που βρισκόμαστε εκεί, η ταινία είναι απολαυστική. Αν έλειπαν τα κομμάτια της περιπέτειας του Θορ στη Γη, νομίζω ότι θα μιλάγαμε για μια πολύ καλή περιπέτεια επικής φαντασίας. Υπάρχει ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα, τα δύο αδέρφια που διεκδικούν το θρόνο, οι πολεμιστές/ ιππότες, η εχθρική φυλή των Γιγάντων του Πάγου, ο φύλακας της Πύλης που οδηγεί σε διαφορετικούς κόσμους. Τόσο οπτικά όσο και σεναριακά, η ταινία έχει αρκετό ενδιαφέρον σε αυτά τα κομμάτια. 
 Στα κομμάτια που εκτυλίσσονται στη Γη, βρίσκονται δυστυχώς οι αδυναμίες του φιλμ.Έπρεπε βέβαια ο Θορ να συνδεθεί με τους Εκδικητές οπότε δεν μπορούσαν να λείπουν οι συνδέσεις με τον κόσμο μας. Έπρεπε να παρουσιαστεί σε μεγαλύτερη έκταση η Α.Σ.Π.Ι.Δ.Α. και ο πράκτορας Κούλσον, να γίνει εισαγωγή του Χόκαϊ, να έχουμε και το ερωτικό ενδιαφέρον με τη γήινη Τζέιν Φόστερ, που χρησιμοποιήθηκε σε μια ακόμα ταινία και ξεχάστηκε μετά, και τέλος να εισάγουμε κι έναν επιστήμονα που θα χρησιμοποιηθεί από τον Λόκι, για τα μελλοντικά του σχέδια. Έτσι, ενώ η ταινία κυλάει αβίαστα για το πρώτο ημίωρο, κάπου εκεί στη μέση αρχίζει να μας χάνει για λίγο, να εστιάζει περισσότερο στο χιούμορ, μέχρι να πάρει ξανά πίσω τις δυνάμεις του ο Θορ και να πάμε στο αναμενόμενο φινάλε.
 Οι καλές επιλογές της Μάρβελ ως προς τους ηθοποιούς που καλούνται να ενσαρκώσουν του ήρωές της, συνεχίζονται κι εδώ , με τον Αυστραλό, Κρις Χέμσγουορθ, να φαντάζει σήμερα ως η μόνη επιλογή που θα μπορούσε να έχει γίνει για τον Θορ. Το ίδιο καλή και η επιλογή του Λόκι, με τον Τομ Χίντλεστον, να μοιάζει πραγματικά απωθητικός, με ένα διαβολικό βλέμμα, το οποίο φροντίζει να διατηρήσει και στις επόμενες ταινίες. Έχουμε και Άντονι Χόπκινς στο ρόλο του Όντιν, έχουμε και Ρενέ Ρούσο ως βασίλισσα Φρίγκα, έχουμε και Νάταλι Πόρτμαν ως Τζέιν, έχουμε και τον Σκανδιναβό Στέλαν Σκάρσγκαρντ να ερμηνεύει έναν Σκανδιναβό επιστήμονα. Μια χαρά γενικά το καστ!
 Όπως στην πρώτη προβολή του Θορ, το 2011 στον κινηματογράφο, έτσι και τώρα σε αυτή τη δεύτερη προβολή, μου συνέβη το ίδιο. Ενθουσιάστηκα αρχικά, το έχασα για λίγο στη μέση, πέρασα καλά στο τέλος. Την επόμενη μέρα όμως, άρχισε να ξεθωριάζει η ταινία όσο τη σκεφτόμουνα. Σκέφτομαι ότι θα πέρναγα πολύ καλύτερα αν υπήρχε περισσότερος χρόνος στο Άσγκαρντ ή ακόμα κι αν όλη η πλοκή διαδραματίζονταν μόνο εκεί και υπήρχε έστω ένα πολύ μικρό σημείο που θα συνέδεε τον Θορ με τη Γη και τους Εκδικητές. Θα μπορούσε να λείπει ακόμα και η Τζέιν Φόστερ και να μη χάσει τίποτα η ταινία. Οπότε, τελική εκτίμηση για τον Θορ. Πάλι μου αφήνει την αίσθηση της πιο αδιάφορης ταινίας από την πρώτη φάση της Μάρβελ. Δεν είναι ότι τη βρίσκω κακή αλλά τη βρίσκω άνισα μοιρασμένη ανάμεσα σε Γη και Άσγκαρντ, με πολλά σημεία της ταινίας να θυσιάζονται χάριν των επερχόμενων Εκδικητών. Κρίμα γιατί ο Μπράνα έδειξε ότι το είχε καλύτερα με το κομμάτι της επικής φαντασίας και αν ήταν ίσως λίγο πιο ελεύθερος θα μπορούσε να δώσει μια ακόμα καλύτερη αρχική ιστορία στον Θορ. Είναι ωστόσο διασκεδαστικό, όπως η πλειοψηφία των ταινιών της Μάρβελ. 



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Filmy.gr
PopCorn
IMDb


21.3.19

The Green Hornet (2011)

Είδος:Κωμωδία, Περιπέτεια,Δράσης, Κόμικ

"Ο Ρόγκεν θέλει να κάνει κωμωδία, ο Γκοντρί όχι ακριβώς κι έτσι λοιπόν αυτό που βγαίνει είναι ένα φιλμ χωρίς χαρακτήρα. Μια ταινία που θέλει να δώσει βάρος στην ιστορία του ήρωα αλλά το ξεχνάει πριν προλάβει να το χτίσει, μια ταινία που προσπαθεί να γίνει ταινία δράσης αλλά η προσπάθεια δεν είναι αρκετή."
Η ΠΡΑΣΙΝΗ ΣΦΗΚΑ
Σκηνοθεσία:Michel Gondry
Σενάριο:Seth Rogen,Evan Goldberg
Παίζουν:Seth Rogen,Jay Chou,
Christoph Waltz
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα με το χρόνο κι αυτό είναι ότι δεν είναι ποτέ αρκετός! Θέλω πάρα πολύ να πηγαίνω στον κινηματογράφο πιο συχνά αλλά ο καταραμένος χρόνος και η ανάγκη να προλάβεις... γενικά, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Ο τελευταίος χρόνος λοιπόν και οι υποχρεώσεις δεν βοηθούν τις επισκέψεις μου στη σκοτεινή αίθουσα. Τη θέση της έχει πάρει το Netflix και τα διάφορα καλούδια ή "κακούδια" που έχει να προσφέρει. Έχω παρακολουθήσει αρκετά καλές σειρές, έχω δει επεισόδια από κακές σειρές, είδα καλά stand ups (ίσως το μεγάλο μου κόλλημα από ότι μπορείς να βρεις στο Netflix) και είδα και αρκετές ταινίες. Φυσικά, τις περισσότερες φορές το μάτι μου πέφτει πάνω στις παλιότερες παραγωγές ή σε εντελώς άγνωστες παραγωγές. Ταινίες από τη δεκαετία του 1980, του 1990 και του 2000 υπάρχουν στην πλατφόρμα, χωρίς ουσία πολλές φορές αλλά γιατί προφανώς είναι φθηνές και βοηθούν το Netflix να γεμίσει το περιέχομενό του. Δεν είναι πάντα κακό αυτό, γιατί ανακαλύπτεις ταινίες που παίζονταν για χρόνια στην τηλεόραση, πάντα έλεγες ότι θα τις δεις, συνήθως το ξέχναγες ή δεν προλάβαινες ή ήταν πια αργά για να αντέξεις τις συνεχόμενες διακοπές για διαφημίσεις και πάει λέγοντας. Βρήκα λοιπόν και αρκετές από αυτές στο Netflix και άλλες άξιζαν την αναζήτηση, άλλες όχι. Επίσης στο Netflix πέφτεις πάνω σε ταινίες που έχεις δει, έχεις ψιλοξεχάσει ακόμα και ότι υπήρχαν και σου δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία. Μια από αυτές είναι το The Green Hornet του εξαιρετικού Μισέλ Γκοντρί, με πρωταγωνιστές τους ταλαντούχους Σεθ Ρόγκεν, Κριστόφ Βαλτζ και Κάμερον Ντίαζ. Σημαίνει αυτό ότι έχουμε και μια καλή ταινία; Όχι.
  Η δημιουργία της Πράσινης Σφήκας γίνεται το 1936 από τους ραδιοφωνικούς παραγωγούς Τζορτζ Τρεντλ και Φραν Στράικερ. Οι δυο τους στήνουν την ιστορία του Μπριτ Ριντ, εκατομμυριούχου εκδότη της εφημερίδας Ημερήσιος Φρουρός, ο οποίος τη νύχτα γίνεται μασκοφόρος εκδικητής και με τη βοήθεια του Κέιτο, του Ιάπωνα βοηθού του, αστέρι των πολεμικών τεχνών, πολεμούν το έγκλημα. Η Πράσινη Σφήκα γίνεται ραδιοφωνικό σίριαλ, αργότερα περνά στα κόμιξ, ενώ μεγάλη φήμη αποκτά με την τηλεοπτική σειρά του 1966, με τον Βαν Γουίλιαμς στο ρόλο του Ριντ και τον θρυλικό Μπρους Λι στο ρόλο του Κέιτο να κλέβει την παράσταση. Τα επόμενα χρόνια θα υπάρξουν κι άλλες εκδοχές του ήρωα, κυρίως στα κόμικς ενώ το 2011 και μετά από πολλά χρόνια άκαρπων προσπαθειών έρχεται η στιγμή της κινηματογραφικής μεταφοράς.
  Το σενάριο των Ρόγκεν και Γκόλντμπεργκ δίνει διαστάσεις κωμωδίας, στα όρια της παρωδίας, στην ταινία, πράγμα όχι απαραίτητα κακό αλλά φανερά αταίριαστο με τον ήρωα αλλά και τον σκηνοθέτη, Μισέλ Γκοντρί. Ο Ρόγκεν θέλει να κάνει κωμωδία, ο Γκοντρί όχι ακριβώς κι έτσι λοιπόν αυτό που βγαίνει είναι ένα φιλμ χωρίς χαρακτήρα. Μια ταινία που θέλει να δώσει βάρος στην ιστορία του ήρωα αλλά το ξεχνάει πριν προλάβει να το χτίσει, μια ταινία που προσπαθεί να γίνει ταινία δράσης αλλά η προσπάθεια δεν είναι αρκετή.
  Η ιστορία θέλει τον κακομαθημένο Μπριτ Ριντ να βρίσκεται μετά το θάνατο του πατέρα του, εκδότη του Ημερήσιου Φύλακα, εκτεθειμένος και αναγκασμένος να αναλάβει τις ευθύνες του, παίρνοντας το βάρος της εφημερίδας στις πλάτες του. Τυχαία γεγονότα τον φέρνουν μπροστά στην ανακάλυψη της δολοφονίας του πατέρα του από έναν νέο μαφιόζο που κυκλοφορεί στην πόλη. Κλειδί στην απόφαση του Ριντ να κάνει κάτι αποτελεί ο Κέιτο, μηχανικός και υπεύθυνος για διάφορα πράγματα στη βίλα του πατέρα του. Ο Κέιτο εκτός από ιδιοφυής μηχανικός και εφευρέτης είναι και γνώστης των πολεμικών τεχνών. Όταν ο Μπριτ τον βλέπει σε δράση τον πείθει να πάρουν το νόμο στα χέρια τους και να γυρίζουν τα βράδια ως μασκοφόροι, καθαρίζοντας την πόλη και προσπαθώντας να φτάσουν στον μαφιόζο που εκτέλεσε τον πατέρα του.
© 2010 - Sony Pictures, Inc.
  Ούτε θαυμαστής της Σφήκας είμαι, ούτε πολλά πράγματα γνωρίζω για το συγκεκριμένο δημιούργημα. Είναι ωστόσο φανερό ότι για να μιλήσει στο κοινό του σήμερα χρειαζόταν μεγάλη ανανέωση και εντελώς διαφορετική προσέγγιση ή επιστροφή στις ρίζες, όπως συνέβη με έναν άλλο μασκοφόρο ήρωα εκείνης της εποχής στην κινηματογραφική του εκδοχή, τον Άνθρωπο Σκιά. Εδώ παίρνεται η απόφαση ο ήρωας όχι μόνο να εκμοντερνιστεί αλλά και να γίνει αρκετά κωμικός. Βρισκόμαστε όμως πάντα στη μέση. Ο Γκοντρί θέλει να εκμοντερνίσει όμως δεν μας πείθει ότι το κάνει με την καρδιά του αλλά πιο πολύ για να δικαιολογήσει την πληρωμή του. Ο Ρόγκεν θέλει να κάνει πλάκα και το κάνει, αρκετές φορές πετυχημένα αλλά άστοχα με βάση το φιλμ και τον χαρακτήρα που πρέπει να υποστηρίξει. Ο Κριστόφ Βαλτζ είναι στη φάση που σχεδόν έχει τυποποιηθεί ο ρόλος του στο Χόλιγουντ και παίζει έναν ξενόφερτο κακό, κωμικά όμως εδώ. Ο Τζέι Τσου δεν ήταν και η καλύτερη επιλογή σε ένα ρόλο που έκανε γνωστό τον Μπρους Λι ενώ η Κάμερον Ντίαζ... υπάρχει στο φιλμ.
  Ταινία που δε μπορείς να προτείνεις σε κάποιον. Μερικές καλές σκηνές δράσης, στιγμές καλού χιούμορ αλλά συνολικά ένα απρόσωπο, χωρίς ξεκάθαρο στιλ φιλμ που θα έπρεπε ή να έχει διαλέξει διαφορετικό σκηνοθέτη ή διαφορετικό πρωταγωνιστή. Με λίγα λόγια, ή καν' το όπως ο Μπάτμαν του 1966 και άσε την κωμωδία να ξεφύγει ή δες το εντελώς σοβαρά και παρουσίασε έναν νουάρ ήρωα.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
IMDb



12.7.18

Green Lantern (2011)

Είδος: Κόμικ, Επιστημονικής Φαντασίας

Μια συμπαθητική ταινία φαντασίας με καθαρή εικόνα και εύκολο σενάριο, με αρκετές δυνατότητες να είναι κάτι παραπάνω αλλά κάπου μέσα στην προσπάθεια να συστήσει αρκετούς χαρακτήρες και να στήσει τον κόσμο του ήρωα, με την προοπτική να δημιουργηθεί μια σειρά ταινιών, χάνει σε πολλά σημεία τη συνοχή της.


Σκηνοθεσία:Martin Campbell
Σενάριο:Greg Berlanti,Michael Green,
Marc Guggenheim,Michael Goldenberg
Παίζουν:Ryan Reynolds,
Blake Lively,Peter Sarsgaard
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Πόσο εύκολο είναι να μεταφέρεις στον κινηματογράφο έναν υπερήρωα που το όνομά του είναι Πράσινος Φανός και που η δύναμή του πηγάζει από ένα "μαγικό" δαχτυλίδι που δίνει τη δυνατότητα να το μεταμορφώνει σε ό,τι η φαντασία του του επιτρέπει, είτε αυτό είναι μια τεράστια γροθιά είτε ένα τεράστιο παιδικό αυτοκινητάκι; Πόσο εύκολο είναι να βρεις ισορροπίες ανάμεσα στην φαντασία, την παιδικότητα και την ενήλικη διασκέδαση; Και πόσο εύκολο είναι να ικανοποιήσεις τους φίλους του υπερήρωα αλλά και να τραβήξεις και το υπόλοιπο κοινό που ιδέα δεν έχει ποιός και τι είναι αυτό ο τύπος; Όχι και πολύ εύκολο, έτσι δεν είναι; Αυτομάτως λοιπόν οι δυσκολίες για την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του Green Lantern ήταν αρκετές. Αποτέλεσμα ήταν το ναυάγιο της ταινίας στα ταμεία και οι αποκαρδιωτικές κριτικές που ματαίωσαν τότε τα σχέδια της Warner Bros για το ξεκίνημα του κινηματογραφικού σύμπαντος της DC, ενώ οι φήμες ξεκινούν από τότε για την απόλυτη παρέμβαση στο έργο των δημιουργών. Θύμα τότε, ο Μάρτιν Κάμπελ και ο αγαπημένος στην Αμερική, αλλά όχι με πολλούς θαυμαστές εκτός, Green Lantern.
© 2011 - Photo by Warner Bros. Pictures. TM & DC Warner Bros. Entertainment Inc
  Ο ιδιαίτερος αυτός υπερήρωας γεννήθηκε το 1940 από τους Μπιλ Φίνγκερ και Μάρτιν Νόντελ, έχοντας ένα διαφορετικό ιστορικό από αυτό που επικράτησε από το 1959 και μετά. Αρχικά λοιπόν, ο Green Lantern ήταν ο Άλαν Σκοτ, ο οποίος μετά από ένα ατύχημα βρίσκει ένα είδος λυχναριού/ φαναριού με μαγικές ικανότητες και το οποίο μπορεί να μιλά μαζί του. Το φανάρι του κατασκευάζει ένα δαχτυλίδι το οποίο μπορεί να το χρησιμοποιεί με διάφορους τρόπους και να παίρνει σχήματα και δυνάμεις που ο Σκοτ φαντάζεται. Μόνος περιορισμός το "ξύλο", το οποίο οι δυνάμεις δε μπορούν να διαπεράσουν, ενώ το δαχτυλίδι πρέπει να φορτίζεται αγγίζοντας το φανάρι κάθε 24 ώρες.
  Οι ιστορίες του Άλαν Σκοτ είχαν απήχηση για κάποια χρόνια αλλά το 1951, με τη δημοτικότητα του ήρωα να έχει πέσει πια, διακόπηκε η έκδοσή τους. Το έντονα φανταστικό στοιχείο των περιπετειών του δε μπόρεσε να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού κι έτσι για οκτώ χρόνια ο Green Lantern εξαφανίζεται.
  Το 1959 έρχεται η στιγμή που ο ήρωας παίρνει τη μορφή που στην ουσία κρατά μέχρι σήμερα, με την ιστορία να παραμένει κοινή αλλά με τα πρόσωπα που φορούν το δαχτυλίδι να αλλάζουν μέσα στα χρόνια.
Photo by Warner Bros. Pictures. TM & © DC - © 2011 Warner Bros. Entertainment Inc.
  Οι Τζούλιους Σβαρτζ, Τζον Μπρουμ και Τζιλ Κέιν επαναφέρουν τον ήρωα αλλάζοντας βασικά κομμάτια της ιστορίας του. Ο Green Lantern είναι πλέον ο Χαλ Τζόρνταν, πιλότος μαχητικών αεροσκαφών, ο οποίος έρχεται σε επαφή με έναν εξωγήινο, τον Άμπι Σουρ, ο οποίος είναι κι αυτός Green Lantern, καθώς όπως μαθαίνουμε στην πορεία, υπάρχει ένα ολόκληρο διαγαλαξιακό σώμα Green Lanterns και κάθε γωνιά του σύμπαντος έχει τον δικό της υπεύθυνο Lantern. Το σκάφος του Σουρ προσκρούει στη Γη, ο Τζόρνταν προσπαθεί να τον βοηθήσει αλλά ο εξωγήινος πεθαίνει και το δαχτυλίδι του Green Lantern περνά πια στον Τζόρνταν, ο οποίος γίνεται ο πρώτος Γήινος Green Lantern και φροντίζει για την ασφάλεια του πλανήτη και όχι μόνο.
  Οι Μπρουμ και Κέιν εισήγαγαν στοιχεία επιστημονικής φαντασίας στις ιστορίες και έφτιαξαν ένα τεράστιο κόσμο για τον Green Lantern. Όσο τα χρόνια περνούν και φτάνουμε στη δεκαετία του εβδομήντα, νέοι συγγραφείς και κομιστές αναλαμβάνουν τον υπερήρωα, δίνουν το δαχτυλίδι και σε άλλους γήινους και οι περιπέτειες του Φανού γίνονται διαγαλαξιακές και συμπεριλαμβάνουν πολλές φορές το Σώμα των Green Lanterns και αρκετούς εξωγήινους Φανούς που γίνονται αγαπημένοι στο κοινό με τα χρόνια.
Photo by Warner Bros. Pictures. TM & © DC - © 2011 Warner Bros. Entertainment Inc.
  Ο πιο διάσημος Πράσινος Φανός παραμένει με μικρή διαφορά νομίζω από τον δεύτερο, Τζον Στιούαρτ, ο Χαλ Τζόρνταν, ο οποίος εμφανίζεται κάποιες φορές στην τηλεόραση στη δεκαετία του 1960, του 1970 και του 1980 σε μορφή κινουμένων σχεδίων ενώ η πιο επιτυχημένη ίσως μεταφορά του ήρωα είναι αυτή στη σειρά κινουμένων σχεδίων, Justice League, στη δεκαετία του 2000. Εκεί είδαμε τον Πράσινο Φανό να έχει τη μορφή του Τζον Στιούαρτ.
  Κάπου στα τέλη του 1990 ξεκινούν οι συζητήσεις για τη μεταφορά στον κινηματογράφο του ήρωα. Πρόταση στον Κέβιν Σμιθ για να γράψει ένα σενάριο αλλά ο ίδιος αρνείται γιατί δεν θεωρεί τον εαυτό του κατάλληλο. Μετά μπλέκονται ονόματα όπως του Ταραντίνο, του σεναριογράφου Ρόμπερτ Σμίγκελ που ήθελε ως Lantern τον Τζακ Μπλακ (!), του Ντέιβιντ Σ. Γκόγιερ και του επίσης σεναριογράφου Κόρεϊ Ρέινολντς, που παραλίγο να πετύχει πάρει το πράσινο φως και να "περάσει" το σενάριο του που είχε πρωταγωνιστεί τον Τζον Στιούαρτ. Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2008 και το τρίο Γκρεγκ Μπερλάντι, Μάικλ Γκριν και Μαρκ Γκούγκενχαϊμ. Ο πρώτος θα σκηνοθετούσε και θα συνυπέγραφε το σενάριο με τους άλλους δύο αλλά ένα χρόνο μετά αποφασίζει να παραχωρήσει την καρέκλα του σκηνοθέτη στον Μάρτιν Κάμπελ και μετά την επιλογή του Ράιαν Ρέινολντς, παρότι ο Κάμπελ ήθελε τον Μπράντλεϊ Κούπερ, μπήκε το νερό στο αυλάκι και μπορούμε να μιλήσουμε για το φιλμ, αυτό καθαυτό.
Photo by Warner Bros. Pictures. TM & © DC - © 2011 Warner Bros. Entertainment Inc.
   Έχω δει από το 2011 μέχρι σήμερα τρεις φορές την ταινία του Μάρτιν Κάμπελ και κάθε φορά η εντύπωση παραμένει ίδια. Μια συμπαθητική ταινία φαντασίας με καθαρή εικόνα και εύκολο σενάριο, με αρκετές δυνατότητες να είναι κάτι παραπάνω αλλά κάπου μέσα στην προσπάθεια να συστήσει αρκετούς χαρακτήρες και να στήσει τον κόσμο του ήρωα, με την προοπτική να δημιουργηθεί μια σειρά ταινιών, χάνει σε πολλά σημεία τη συνοχή της. Δε θεωρώ όμως ότι η δουλειά του Κάμπελ είναι κακή. Ίσως παλιομοδίτικη αλλά όχι κακή. Την ιστορία του μια χαρά τη λέει προσπαθώντας να μοιράσει κατάλληλα το χρόνο ανάμεσα στη Γη και στο διάστημα, εκεί όπου είναι πιο ενδιαφέροντα τα πράγματα, ενώ γενικότερα κρατάει σε ανάλαφρο τόνο τη διήγησή του, επιλέγοντας σαφώς να κάνει το φιλμ προσιτό σε πολύ νεαρές ηλικίες.
  Ο Ράιαν Ρέινολντς φτιάχνει έναν καλό αλλά όχι αυθεντικό, με βάση τα κόμιξ, Χαλ Τζόρνταν. Ο Ρέινολντς δίνει πολλά από τα δικά του προσωπικά στοιχεία στον ήρωα, κάνοντας τον αρκετά θρασύ, προκλητικό και χιουμορίστα, στοιχεία που δεν διακρίνουν το χαρακτήρα στο κόμικ. Ωστόσο η προσπάθεια που κάνει να παρουσιάσει τον Χαλ Τζόρνταν δεν είναι κακή.
  Εκεί που εντοπίζω το μεγαλύτερο μειονέκτημα της ταινίας είναι στην επιλογή του κακού. Οι κακοί είναι στην ουσία βέβαια δύο αλλά το πρόβλημα το εστιάζω κυρίως στον Χάμοντ, που υποδύεται ο Πίτερ Σάρσγκαρντ. Μια χαρά ηθοποιός είναι ο άνθρωπος αλλά ο τρόπος που του ζήτησαν να παίξει και ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε ο χαρακτήρας του δεν βοήθησε ούτε τον ίδιο αλλά ούτε την ταινία. Ειδικά αυτά τα τραγικά ουρλιαχτά τα οποία πετάει ανά διαστήματα, σε χτυπάνε κατευθείαν στον εγκέφαλο.
Photo by Warner Bros. Pictures. TM & © DC - © 2011 Warner Bros. Entertainment Inc.
  Η τελική εικόνα του φιλμ έχει σίγουρα αρκετά ψεγάδια αλλά αυτό δεν απαγορεύει στο υλικό να είναι διασκεδαστικό. Δεν είναι σίγουρα αυτό που θέλεις για να ξεκινήσεις μια δυνατή σειρά ταινιών αλλά δεν είναι και τέτοιο το αποτέλεσμα που να το θεωρήσεις κακή ταινία. Υπάρχει μια αφέλεια και μια διάχυτη αίσθηση αθωότητας που προσωπικά μου αρέσει. Το πράσινο της ελπίδας και του ήρωα απέναντι στο κίτρινο του φόβου και της σκοτεινής οντότητας του Πάραλλαξ και το μήνυμα της αντιμετώπισης των φόβων μας, μαθαίνοντας να τους χειριζόμαστε, μια χαρά μου κάθεται, έστω και χωρίς να εμβαθύνει ποτέ η ταινία απόλυτα σε αυτό.
  Όπως πολλές φορές αναφέρω σε συζητήσεις γύρω από τις ταινίες, τα πάντα εξαρτώνται από το τι περιμένεις να πάρεις από μια ταινία πριν την παρακολουθήσεις. Αν περιμένεις από τον Green Lantern πράγματα που έχεις βρει στις τελευταίες ταινίες του Νολανικού, Μπάτμαν, τότε προφανώς θα απογοητευτείς οικτρά. Αν όμως αναζητάς ένα παραμύθι με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, που δεν έχει προθέσεις να σε βάλει σε βαθιά νερά αλλά μόνο να πει μια απλή κόμικ ηρωική ιστορία, τότε μια χαρά θα το βρεις το φιλμ το Μάρτιν Κάμπελ. Αυτό που μένει είναι να δούμε αν σε δύο χρόνια από τώρα, η DC θα μπορέσει να δώσει μια καλύτερη μεταφορά του ήρωα με το Green Lantern Corps κι αν οι ιθύνοντες έχουν κατανοήσει μετά και το τελευταίο ναυάγιο της Justice League, ότι πρέπει να δίνεται λίγο περισσότερο χώρος στους σκηνοθέτες να ολοκληρώσουν το όραμά τους.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb



2.2.18

S.W.A.T. : Firefight (2011)

Είδος: Δράσης, Θρίλερ

"Αισθητική διαφημιστικού της αστυνομίας, σενάριο κακό, διάλογοι ακόμα πιο κακοί, δράση που εστιάζει στον εξοπλισμό των πρωταγωνιστών και κακές ερμηνείες από τους πάντες, σε ένα φιλμ που δεν είχε δα και ιδιαίτερες απαιτήσεις!"

S.W.A.T. 2:
ΕΠΙΛΕΚΤΗ ΟΜΑΔΑ ΚΡΟΥΣΗΣ
Σκηνοθεσία:Benny Boom
Σενάριο:Reed Steiner
Παίζουν:Gabriel Macht,
Robert Patrick,Carly Pope
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Το S.W.A.T. Firefight γυρίστηκε το 2011 και, παρότι ο Ελληνικός τίτλος της ταινίας είναι S.W.A.T. 2, η αλήθεια είναι ότι σε αυτή τη σειρά ταινιών, που ξεκίνησε με την επιτυχία της ταινίας που προβλήθηκε το 2003 στους κινηματογράφους (S.W.A.T.), το φιλμ του 2011 είναι το τρίτο κατά σειρά. Κι ενώ η σειρά συνεχίζεται μέχρι σήμερα, έχοντας πέντε ή έξι τίτλους ήδη και μία τηλεοπτική σειρά, εγώ αναρωτιέμαι με ποια αιτιολογία και δικαιολογία γυρίζουν ακόμα παρόμοιες ταινίες, πέρα από τη διαφήμιση των ειδικών μονάδων της Αμερικανικής αστυνομίας.
  Δεν είμαι κι εγώ σίγουρος γιατί επέλεξα να παρακολουθήσω τη συγκεκριμένη ταινία, γιατί παρότι φίλος των φτηνών παραγωγών και των "δεύτερων" ταινιών δράσης, πάντα απέφευγα αυτές που ήταν φανερό από το περιεχόμενο ή ακόμα κι απ' την αφίσα τους, ότι είχαν φιλομιλιταριστικό περιεχόμενο. Μάλλον εδώ με ξεγέλασε το όνομα του Ρόμπερτ Πάτρικ, είδα και τον Γκάμπριελ Μαχτ, που ήταν στα πάνω του λόγω Suits εκείνη την εποχή και έριξα μια ματιά ενώ έκανα την άσκοπη βόλτα μου στους διαδρόμους του Netflix. "Δε μπορεί να είναι πολύ κακό", σκέφτηκα. Μια σκέψη που στα πρώτα δέκα λεπτά μετατράπηκε σε "μάλλον θα γίνει χειρότερο απ' ότι ήδη είναι". Δυστυχώς η δεύτερη σκέψη μου ήταν η σωστή.
  Ο Γκάμπριελ Μαχτ παίζει έναν πολύ μάγκα και άψογο σε όλα του διοικητή ομάδας ειδικών δυνάμεων, που δεν έχει χάσει ποτέ του όμηρο και δεν έχει αποτύχει ποτέ σε επιχείρηση. Στο νέο του τμήμα όμως, εκεί που οι υφιστάμενοί του δεν τον καλοβλέπουν, στην πρώτη επιχείρηση κάτι πάει στραβά, μια γυναίκα πέφτει νεκρή και ο σύζυγός της βάζει στόχο να διαλύσει την ομάδα, σκοτώνοντας όλα τα μέλη της.
  Αισθητική διαφημιστικού της αστυνομίας, σενάριο κακό, διάλογοι ακόμα πιο κακοί, δράση που εστιάζει στον εξοπλισμό των πρωταγωνιστών και κακές ερμηνείες από τους πάντες, σε ένα φιλμ που δεν είχε δα και ιδιαίτερες απαιτήσεις! Ο Μαχτ παίζει το ρόλο του απ' το Suits χωρίς να αλλάξει τίποτα παρά μόνο την γκαρνταρόμπα του, ενώ ακόμα κι ο Πάτρικ, που συνήθως αυτούς τους ρόλους του κακού τους βγάζει μια χαρά πέρα, φαίνεται να βαριέται οικτρά.
  Έχοντας γράψει για αρκετές ταινίες όλα αυτά τα χρόνια, θεωρώ πλέον ότι δεν είναι σωστό να λες σε κάποιον ξεκάθαρα να μην δει μια ταινία. Γράφεις τη γνώμη σου και ο καθένας μπορεί να καταλάβει πόσο κακή ή πόσο καλή βρήκες μια ταινία και αποφασίζει μόνος του για το τι θα κάνει με το χρόνο (και τα χρήματά) του. Στιγμές όμως που βλέπω ταινίες σαν το S.W.A.T. Firefight κάτι αλλάζει μέσα μου. Θέλω να ουρλιάξω ένα τεράστιο ΌΧΙ σε οποιονδήποτε είναι διατεθειμένος να παρακολουθήσει την ταινία. Θέλω ακόμα περισσότερο να ουρλιάξω ένα τεράστιο ΌΧΙ σε οποιονδήποτε είναι διατεθειμένος να εμπλακεί στην παραγωγή μιας τέτοιας ταινίας, γιατί ακόμα χειρότερο από το να παρακολουθήσει ένα τέτοιο φιλμ, είναι το να το γυρίσεις, να έχεις δημιουργήσει... αυτό. Ένα εντελώς αχρείαστο, αντιαισθητικό δημιούργημα, που δεν σέβεται τους θεατές του.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb



7.7.17

Rise of The Planet of The Apes (2011)

Είδος: Περιπέτεια, Επιστημονικής Φαντασίας

"Το Rise of The Planet of The Apes αποτελεί μια από τις πιο ικανοποιητικές κινηματογραφικές αναμνήσεις που έχω την τελευταία δεκαετία. Ευχάριστη έκπληξη το ξεκίνημα αυτής της νέας τριλογίας, με ένα φιλμ που φροντίζει να στήσει εξαιρετικά την ιστορία του, εξερευνώντας αρκετά τους προβληματισμούς που απασχόλησαν γενικά το συγκεκριμένο franchise και στο παρελθόν."

Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ:
Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ
Σκηνοθεσία:Rupert Wyatt
Σενάριο:Rick Jaffa,Amanda Silver
Παίζουν:James Franco,
Andy Serkis,Freida Pinto
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Το 1963 ο Γάλλος συγγραφέας Πιέρ Μπουλ εκδίδει το βιβλίο του, Ο Πλανήτης των Πιθήκων, το οποίο πέντε χρόνια μετά μεταφέρεται στον κινηματογράφο και πυροδοτεί μια σειρά ταινιών που γνωρίζουν τεράστια επιτυχία! Μετά το τέλος των ταινιών, το 1973, έρχεται η σειρά της τηλεόρασης, με δύο τηλεοπτικές σειρές, το 1974 και το 1975 αντίστοιχα, και μερικές ακόμα τηλεοπτικές ταινίες μέχρι τις αρχές του 1980. Πέρασαν είκοσι χρόνια σχεδόν μέχρι οι πίθηκοι να απασχολήσουν για λίγο τον κινηματογράφο, με το remake του Πλανήτη των Πιθήκων από τον Τιμ Μπάρτον. Το φιλμ δεν λειτούργησε και κάπου εκεί φάνηκε ότι το Χόλιγουντ δε θα ασχοληθεί ξανά με το μυθιστόρημα του Μπουλ. Το 2011 όμως έρχεται η στιγμή που οι πίθηκοι επανέρχονται με ένα πρίκουελ που φιλοδοξεί να ξεκινήσει μια νέα τριλογία που θα οδηγήσει στα γεγονότα του αρχικού φιλμ του 1968. Ω, του θαύματος! Τόσο το πρώτο φιλμ, Rise of The Planet of The Apes, όσο και το επόμενο φάνηκε να έχουν πράγματα να πουν και δεν ήταν απλώς αρπαχτές!
  Το φιλμ ξεκινά στην εποχή μας και βλέπουμε τις προσπάθειες ενός νεαρού επιστήμονα να βρει τρόπο να θεραπεύσει το Αλτσχάιμερ, δημιουργώντας ορούς που φαίνεται να έχουν ιδιαίτερη επίδραση στα πειραματόζωο, που δεν είναι άλλο από μια θηλυκή χιμπαντζή. Ο χιμπαντζής εμφανίζει αύξηση του επιπέδου ευφυίας αλλά ένα βήμα πριν δοθεί η έγκριση για χορήγηση του ορού σε ανθρώπους, ένα βίαιο ξέσπασμα του χιμπαντζή καταστρέφει τα πάντα και οδηγεί τον υπεύθυνο του εργαστηρίου να θανατώσει όλα τα ζώα. Η έκρηξη οργής του θηλυκού χιμπαντζή όμως είχε να κάνει με το νεογέννητο μωράκι της που κανείς δεν παρατήρησε και που παίρνει υπό την προστασία του ο επιστήμονας και το μεγαλώνει, μαζί με τον πατέρα του, ο οποίος πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Ο νεαρός επιστήμονας βλέπει τον νεαρό χιμπαντζή, που πλέον φέρει το όνομα Σίζαρ (Καίσαρας), να εμφανίζει σημάδια τρομακτικής ευφυίας και αποφασίζει να χορηγήσει στον πατέρα του τον ορό, διαπιστώνοντας ότι βελτιώνει τάχιστα την κατάστασή του αλλά όχι για μεγάλο διάστημα. Ένα ατύχημα όμως και η απόδραση του Σίζαρ από το σπίτι θα φέρει την επέμβαση της Εταιρίας προστασίας άγριων ζώων. Ο Σίζαρ μπαίνει πια σε ένα κέντρο όπου υπάρχουν κι άλλοι πίθηκοι, παλεύει για να πάρει την αρχηγία και σύντομα οργανώνει την εξέγερση του λαού του, όχι ενάντια στους ανθρώπους αλλά μόνο για να καταφέρουν να ζήσουν ελεύθεροι.
  Το Rise of The Planet of The Apes αποτελεί μια από τις πιο ικανοποιητικές κινηματογραφικές αναμνήσεις που έχω την τελευταία δεκαετία. Ευχάριστη έκπληξη το ξεκίνημα αυτής της νέας τριλογίας, με ένα φιλμ που φροντίζει να στήσει εξαιρετικά την ιστορία του, εξερευνώντας αρκετά τους προβληματισμούς που απασχόλησαν γενικά το συγκεκριμένο franchise και στο παρελθόν. Είναι ο άνθρωπος αυτός που πρέπει να έχει το πάνω χέρι στη Γη; Έχει δικαίωμα να παίζει με τις ζωές αυτών που θεωρητικά έχουν κατώτερη νοημοσύνη, στην προκειμένη περίπτωση οι πίθηκοι; Τι θα συνέβαινε αν τα ζώα παρουσίαζαν ξαφνικά νοημοσύνη ίδια με του ανθρώπου και έπαιρναν αυτά το πάνω χέρι; Είμαστε όλοι ίδιοι κι αν όχι πρέπει να είμαστε όλοι ίσοι; Το σενάριο των Ρικ Τζαφά και Αμάντα Σίλβερ δεν αφήνει την ευκαιρία να πάει χαμένη και ασχολείται όσο μπορεί με όλα αυτά, ενώ η σκηνοθεσία του Ρούπερτ Γουάιατ δίνει την απαραίτητη ενέργεια στο φιλμ, χωρίς να δημιουργεί ένα μπλοκμπάστερ που στοχεύει μόνο στον εντυπωσιασμό.
  Μεγάλοι πρωταγωνιστές του φιλμ είναι δύο: ο Άντι Σέρκις και τα ψηφιακά εφέ. Ο Άντι Σέρκις δίνει την καλύτερη ερμηνεία της ταινίας, ως Σίζαρ, χάρη στο υποκριτικό του ταλέντο και στα ψηφιακά εφέ που φροντίζουν να δώσουν απίστευτα αληθοφανή χαρακτηριστικά στους πιθήκους. Το παράξενο με τον Άντι Σέρκις είναι ότι μπορεί να δίνει εκπληκτικές ερμηνείες χρησιμοποιώντας τη φωνή του, τις εκφράσεις του και τις κινήσεις του, όταν κρύβεται πίσω από ψηφιακούς χαρακτήρες, όπως το Γκόλουμ από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και ο Κινγκ Κονγκ, του Πίτερ Τζάκσον, αλλά όταν εμφανίζεται σαν "κανονικός" ηθοποιός μπροστά στην κάμερα δεν του δίνεται η ευκαιρία για κάτι καλό. Ο Σίζαρ ωστόσο θεωρώ ότι αποτελεί την κορυφή της ερμηνευτικής καριέρας του Σέρκις, ξεκινώντας από αυτό το φιλμ και φτάνοντας στο τελευταίο, War For The Planet of The Apes. Ο Σίζαρ είναι ένας χαρακτήρας που ο Άγγλος ηθοποιός φροντίζει να εξελίσσει σε κάθε φιλμ και πραγματικά -δεν ξέρω ακόμα σε τι επίπεδο βρίσκεται η ερμηνεία του στο τρίτο φιλμ αλλά οι κριτικές μιλούν για έναν εξαιρετικό Σέρκις- ελπίζω να τον δούμε να παίρνει ένα όσκαρ για αυτή του την προσπάθεια. Τόσοι και τόσοι έχουν πάρει το αγαλματάκι, ας το σηκώσει και ο άμοιρος ο Σέρκις. Δε θα είναι χαριστικό.
  Στις άλλες ερμηνείες πέρα του Σέρκις, δε θα βρούμε και ιδιαίτερα πράγματα, ειδικά αν κοιτάξουμε στην πλευρά των ανθρώπων. Ο Τζέιμς Φράνκο υποδύεται τον επιστήμονα που μεγαλώνει τον Σίζαρ και έχει καλή χημεία με τον ψηφιακό Σίζαρ του Σέρκις, αλλά τόσο αυτός όπως και οι υπόλοιποι ανθρώπινοι χαρακτήρες δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Τζον Λιθγκόου παίζει τον πατέρα του Φράνκο και πέρα από τη συμμετοχή του στο λόγο που προκαλεί το ξέσπασμα του Σίζαρ, δεν κάνει κάτι άλλο στο φιλμ. Η Φρίντα Πίντο υποδύεται μια κτηνίατρο και αποτελεί το ερωτικό ενδιαφέρον του Φράνκο. Ο Μπράιαν Κοξ, ο Ντέιβιντ Ογιέλογο και άλλοι μια χαρά ηθοποιοί είναι στο φιλμ αλλά δε θυμάσαι πολλά από αυτούς, πέρα ίσως από τον εκνευριστικό υπάλληλο του κέντρου που βρίσκεται ο Σίζαρ, τον οποίο υποδύεται πειστικά ο Τομ Φέλτον.
  Όλο αυτό που αναφέρουμε στην πρηγούμενη παράγραφο είναι στην ουσία το κυριότερο πρόβλημα της ταινίας του Γουάιατ. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες φαίνεται να βρίσκονται εκεί μόνο για να εξυπηρετούν καταστάσεις στην πλοκή της ταινίας. Οι πίθηκοι - κυρίως ο Σίζαρ- είναι αυτοί που κλέβουν την παράσταση στην τελευταία πράξη του φιλμ, αλλά είναι λίγο στεγνή από συναισθήματα η επαφή τους με τους ανθρώπους. Έτσι, παρακολουθούμε ένα φιλμ καλά δεμένο, με γρήγορη ροή κι ενδιαφέροντα μηνύματα αλλά πάντα του λείπει κάτι που θα το ανεβάσει ένα επίπεδο παραπάνω.
  Πολύ καλό το ξεκίνημα της τριλογίας, με γερές βάσεις για να πατήσουν τα επόμενα φιλμ. Ωραία αφήγηση από τον Γουάιατ, έξυπνος τρόπος να ξεκινήσεις την εξέγερση των πιθήκων, δράση και εξαιρετικά εφέ με πολλές αναφορές στο κλασικό φιλμ του 1968. Αν δίνονταν λίγη μεγαλύτερη προσοχή στο ανθρώπινο στοιχείο θα μιλούσαμε για ένα άψογο φιλμ. Όπως και να έχει, όμως, αξίζει την προσοχή σας.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb



24.12.16

The Artist (2011)

Είδος: Κωμωδία, Δραματική

Σκηνοθεσία:Michel Hazanavicius
Σενάριο:Michel Hazanavicius
Παίζουν:Jean Dujardin,
Bérénice Bejo,John Goodman
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Η άνοδος, η πτώση και η επιστροφή ενός διάσημου αστέρα του βωβού κινηματογράφου. Οι μέρες της δόξας του, η προβληματική ιδιωτική ζωή του, ο έρωτας με μια νεαρή χορεύτρια, η οποία αρχίζει την καριέρα της τη στιγμή που η δική του παίρνει τον κατήφορο και όλη η διαδρομή του Τζορτζ Βάλενταϊν μέχρι την επάνοδό του χρόνια μετά τη χρησιμοποίηση του ήχου στον κινηματογράφο.


ΑΠΟΨΗ: Το 2011 ήταν μαγική χρονιά για τον Μισέλ Χαζαναβίσιους και τον Ζαν Ντιζαρντέν. Ο πρώτος πήρε σπίτι του το όσκαρ σκηνοθεσίας και ο δεύτερος το αντίστοιχο αγαλματάκι για τον πρώτο ανδρικό ρόλο, με μια ταινία που ρίσκαρε και βγήκε κερδισμένη τελικά, τόσο καλλιτεχνικά όσο και εισπρακτικά.

  Ο γεννημένος Παριζιάνος, Μισέλ Χαζαναβίσιους, με ρίζες Λιθουανικές παρακαλώ, συνεργάζεται με τον δημοφιλή Γάλλο κωμικό, Ζαν Ντιζαρντέν, από το 2006, δημιουργώντας δύο ιδιαίτερα επιτυχημένες κωμωδίες/ παρωδίες των ταινιών του Τζέιμς Μποντ. Τα OSS 117: Αποστολή Στο Κάιρο και OSS 117: Ο Κατάσκοπος Που Γύρισε από το ... Ρίο! κυκλοφόρησαν το 2006 και το 2009 αντίστοιχα και αποτελούν εξαιρετικό δείγμα παρωδίας ταινιών του 1960. Το πολύχρωμο σύμπαν που έφτιαξε σε αυτές τις δύο ταινίες ο Χαζαναβίσιους, μεταμορφώνεται σε άσπρο και μαύρο το 2011 και ο Ντιζαρντέν κρατά μερικά από τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν της κωμικές του ερμηνείες, δίνοντας, όμως, περισσότερο βάθος στην ερμηνεία του.
  Σχεδόν όλο το φιλμ λειτουργεί σαν μια ταινία του βωβού κινηματογράφου, οπότε και οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο Χαζαναβίσιους και οι ηθοποιοί του είναι παρόμοιες. Παίζουν έντονα, με τα πρόσωπά τους, τις εκφράσεις τους και κανείς δεν είναι καλύτερος σε όλο αυτό το παιχνίδι από τον Ντιζαρντέν. Ο Ντιζαρντέν είναι αυτός που λάμπει στην οθόνη. Χαρισματικό προσωπείο, θα μπορούσε άνετα και ο ίδιος να είναι αστέρας του βωβού κινηματογράφου, λόγω της έντονης εκφραστικότητας του προσώπου του. Ανάμεσα σε κωμική και πιο σοβαρή, δραματική ερμηνεία, ο Ντιζαρντέν ισορροπεί εξαιρετικά στο ρόλο του και βγάζει στην επιφάνεια όλο τον συναισθηματικό κόσμο και την αγωνία του πρωταγωνιστή του.
  Η δουλειά του Χαζαναβίσιους είναι κι αυτή υψηλής ποιότητας. Τα ασπρόμαυρα κάδρα έχουν ούτως ή άλλως τη μαγεία τους, ο Γάλλος το ξέρει αυτό και παίζει με τους φωτισμούς, τα κοστούμια, τον ήχο ή τη σιωπή και μας διηγείται μια ανθρώπινη ιστορία αλλά μέσα από τη ματιά και τη ζωή ενός καλλιτέχνη, ενός ανθρώπου που η τεχνολογική εξέλιξη και ο ερχομός του ήχου τον αφήνει αδιάφορο, όμως,  τον αναγκάζει να αλλάξει τον τρόπο προσέγγισης της τέχνης του και αυτό τον απογοητεύει και τον τρομάζει.
  Από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων χρόνων, από τις πιο ιδιαίτερες και αξιόλογες προτάσεις που μπορείς να κάνεις σε έναν άνθρωπο που αγαπά τον κινηματογράφο. Μη σας τρομάζει το ασπρόμαυρο, ούτε η απώλεια ομιλιών στην ταινία. Μπείτε στον κόσμο του The Artist και αφεθείτε στα χέρια του, για ένα αστείο και συγκινητικό ταξίδι.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb



24.5.16

Transformers: Dark of The Moon (2011)

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Περιπέτεια, Δράσης

TRANSFORMERS 3
Σκηνοθεσία:Michael Bay
Σενάριο:Ehren Kruger
Παίζουν:Shia LaBeouf,
Rosie Huntington-Whiteley,Tyrese Gibson
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ένα σκάφος από τον πλανήτη Σάιμπερτρον, τον πλανήτη των Τρανσφόρμερς, βρίσκεται κρυμμένο εδώ και περίπου 50 χρόνια στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Οι Ντισέπτικονς χρειάζονται το σκάφος και το περιεχόμενό του για να καταφέρουν να υπερισχύσουν τον Ότομποτς και να κατακτήσουν τον πλανήτη μας.


ΑΠΟΨΗ: Υπάρχει ένας άγραφος κανόνας που λέει ότι το τρίτο μέρος μιας σειράς ταινιών είναι συνήθως το χειρότερο, άσχετα με το αν η σειρά θα συνεχιστεί και μετά από αυτό ή αν θα τελειώσει εκεί. Αν βάλεις κάτω τις κριτικές για το Transformers 3 θα δεις ότι πραγματικά οι περισσότεροι το βρήκαν χειρότερο από τα δύο πρώτα μέρη και το μόνο που του αναγνωρίστηκε ήταν μια βελτίωση της δράσης σε σχέση με το δεύτερο μέρος. Κάπου εκεί αναρωτιέμαι τί δεν πάει καλά με 'μένα και βρήκα το τρίτο φιλμ της σειράς καλύτερο από τα δύο πρώτα!

  Από το ξεκίνημά του το Transformers 3 κατάφερε να φανεί πιο βατό σαν φιλμ στα μάτια μου. Και η ιστορία του μου φάνηκε πιο δεμένη και - παρότι απλή- ενδιαφέρουσα αλλά και το πιο σκοτεινό κλίμα και όλο αυτό το σκηνικό προδοτών και εξαπατημένων φάνηκε να δουλεύει πολύ καλύτερα. Τα εφέ είναι σίγουρα πολύ πιο προσεγμένα και εκθαμβωτικά εδώ αλλά το σημαντικό είναι ότι είναι ξεκάθαρα όσα συμβαίνουν στην οθόνη μεταξύ των Τράνσφορμερς, με μόνη στιγμή που ένιωσα μπουχτισμένος τα τελευταία είκοσι λεπτά. Αν η ταινία, όμως, δε φτάσει τις δυόμιση ώρες, μέσα στις οποίες εκτός από μάχες τεράστιων εξωγήινων ρομπότ, πρέπει να χωρέσουν μερικά λεπτά ουρλιαχτών από τον ΛαΜπάφ(τον οποίο στις δύο προηγούμενες κριτικές αναφέρω ως ΛεΜπεφ για κάποιον ανεξήγητο λόγο και κατά πιθανότητα όταν ξανά γράψω το όνομα του θα το γράψω διαφορετικά...), το κλασικό χιούμορ του Μπέι με τα τυπικά προβλήματα του πρωταγωνιστή με τους γονείς του και μερικές σκηνές έντονου φιλομιλιταρισμού, ο Μάικλ Μπέι κάτι παθαίνει.
© 2011 - Paramount Pictures
  Αυτό που θαυμάζω στον Μπέι είναι το ότι μπορεί να διαχειριστεί όλη αυτή τη βαβούρα. Εκρήξεις, κτίρια που πέφτουν, μια θεαματική σκηνή σε έναν αυτοκινητόδρομο (κοπιαρισμένη μεν, θεαματική δε), ρομπότ που εμφανίζονται από το έδαφος και καταπίνουν ολόκληρες εγκαταστάσεις και άλλα πολλά γίνονται στην οθόνη και παρότι έρχεται μια στιγμή που μπουχτίζεις, αναγνωρίζεις ότι δεν μπορούν να χειριστούν πολλοί με τέτοιο τρόπο τη δράση. Αυτό που συνήθως λείπει από τα φιλμ του Μπέι είναι το συναίσθημα κι εδώ κάτι συμβαίνει και φαίνεται να του ξεφεύγουν μικρές δόσεις συναισθηματισμού, με άξονα τη σχέση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στον πρωταγωνιστή και τα Ότομποτς. Ένα άλλο θετικό κομμάτι είναι η έκπληξη, η οποία λείπει από τα προηγούμενα φιλμ, ενώ εδώ συναντάμε δύο μικρές ανατροπές κάπου στη μέση της ταινίας, που δίνουν ενδιαφέρον στην πλοκή.
  Το βασικό με τις σειρές ταινιών είναι να νιώθεις ότι κάθε φορά ο δημιουργός προσπαθεί να προσθέσει κάτι. Σε αυτό το τρίτο μέρος των Τράνσφορμερς, ο Μάικλ Μπέι φάνηκε να θέλει να φτιάξει ένα πιο ολοκληρωμένο φιλμ, που δε θα ξεφεύγει βέβαια από τη λογική του μπλόκμπαστερ και του ζωντανού καρτούν. Μπορεί όσο φτάνει προς το φινάλε του φιλμ ο Αμερικανός σκηνοθέτης να παθαίνει το γνωστό αμόκ του και να μην προλαβαίνει το μάτι σου να πάρει ανάσα, ομολογώ, όμως, ότι το Transformers 3 ήταν η πιο απολαυστική εμπειρία από όλα τα φιλμ της σειράς. Θες να με βρήκε σε καλή διάθεση και με πιο χαλαρές τις άμυνές μου; Μπορεί...




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
Transformers 3 (2011) on IMDb



12.5.16

X- Men: First Class (2011)

Είδος: Περιπέτεια, Δράσης, Επιστημονικής Φαντασίας, Κόμικ

X-MEN: Η ΠΡΩΤΗ ΓΕΝΙΑ
Σκηνοθεσία:Matthew Vaughn
Σενάριο:Ashley Miller,Zack Stentz,
Jane Goldman,Matthew Vaughn
Παίζουν:James McAvoy,
Michael Fassbender,Jennifer Lawrence
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Η κυβέρνηση των Η.Π.Α. ζητά τις υπηρεσίες του καθηγητή Τσαρλς Ξαβιέ, ειδικού στις γενετικές μεταλλάξεις, για να αντιμετωπίσει μια ομάδα μεταλλαγμένων που προσπαθεί να προκαλέσει Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Ξαβιέ έχει στο πλευρό του τον Έρικ Λέσνερ, ένα μεταλλαγμένο που ζητά εκδίκηση για το θάνατο της μητέρας του, αλλά και τη δική του ομάδα μεταλλαγμένων.


ΑΠΟΨΗ: Το 2011 ο Μάθιου Βον φρεσκάρει κυριολεκτικά τους X-Men, αντικαθιστώντας το επιτελείο ηθοποιών που έπαιξε τους μεταλλαγμένους στα τρία αρχικά φιλμ, με νέα πρόσωπα και ο Τζέιμς ΜακΑβόι μαθαίνει ότι θα παίξει τον Τσαρλς Ξαβιέ και ξυρίζει το κεφάλι του, για να μάθει λίγο καιρό μετά ότι σε αυτή την εκδοχή ο Ξαβιέ θα εμφανιστεί με όλα τα μαλλιά της κεφαλής του!
  Ο Βρετανός σκηνοθέτης κρατάει την ουσία των πρώτων ταινιών του Μπράιαν Σίνγκερ αλλά και του κόμικ των X-Men, αλλά φτιάχνει μια εντελώς διαφορετική ταινία, κάτι ανάμεσα από reboot και πρίκουελ, μακριά από το ύφος εκείνων των φιλμ. Έντονα χρώματα καθώς βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960, οπτικές αναφορές στα κατασκοπευτικά φιλμ εκείνης της εποχής και στις ταινίες του Μποντ. Τόσο οπτικά όσο και στην εξέλιξή του το φιλμ μοιάζει να εμφανίζει την τάση να ακολουθήσει την φόρμα του Μποντ στον κινηματογράφο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη σκηνή της μεγάλης συμπλοκής πριν το φινάλε αλλά και τον τρόπο που λειτουργεί ο μεγαλομανής κακός, που ερμηνεύει ο Κέβιν Μπέικον. Ειδικά σε ότι έχει να κάνει με το οπτικό κομμάτι της ταινίας και την αναπαράσταση της εποχής και το ψυχροπολεμικό κλίμα, το φιλμ του Βον παίρνει άριστα.
Images via Marvel
  Οι έντονες σκηνές δε λείπουν από την ταινία και στιγμή δεν ξεχνά, όπως και οι προηγούμενες ταινίες της σειράς, ότι το φαινόμενο του ρατσισμού και ο σεβασμός στης διαφορετικότητα είναι η ψυχή αυτού του franchise. Οι πρωταγωνιστές του νιώθουν ξένοι μέσα σε έναν κόσμο που δε μπορεί να τους δεχθεί ως ίσους αλλά ως επικίνδυνους, παρείσακτους και ενίοτε ως πειραματόζωα. Η σκηνή με τον νεαρό Έρικ και τη δολοφονία της μητέρας του μπροστά τα μάτια του είναι από τις πιο χαρακτηριστικές της ταινίας. Ο Ρέιβεν και ο Χανκ είναι αυτοί που νιώθουν περισσότερο από τους υπόλοιπους τον ρατσισμό, λόγω της εξωτερικής τους εμφάνισης, ενώ και οι υπόλοιποι παρά το ότι οι μεταλλάξεις τους τους έχουν χαρίσει μερικές εκπληκτικές ικανότητες, δε μπορούν να ενταχθούν στο ευρύ κοινωνικό σύνολο με ευκολία.
Images via Marvel
  Όλα αυτά δεν υπάρχουν μέσα σε ένα βαρύ, αργό, υποτονικό φιλμ αλλά μέσα σε μια γρήγορη, με πολύ καλό μοντάζ, μοντέρνα περιπέτεια. Η τροφή για σκέψη δε χρειάζεται να πλασάρεται στο κοινό μόνο μέσα από ένα βαρύ, σκοτεινό φιλμικό δημιούργημα αλλά χωράει και σε μια κόμικ περιπέτεια, όπως αποδεικνύει ο Βον και όπως κατάφερε να κάνει το ίδιο και ο Σίνγκερ στα δύο πρώτα φιλμ των μεταλλαγμένων. Τα ψηφιακά εφέ είναι παρόντα, η δράση το ίδιο και το χιούμορ επίσης. Το σύντομο πέρασμα του Χιου Τζάκμαν ως Λόγκαν/ Γούλβεριν είναι το πιο καλό "μικρό" αστείο της ταινίας ενώ ο Ξαβιέ του ΜακΑβόι δεν αποφεύγει τις αναφορές στα ξυρισμένα κεφάλια!
  Με λίγα λόγια το φιλμ του Μάθιου Βον είναι χορταστικό. Είναι μια περίπτωση σκεπτόμενου μπλόκμπαστερ, που δε μένει μόνο στον εντυπωσιασμό με τις θεαματικές σκηνές και τα ψηφιακά εφέ αλλά που αφήνει τους χαρακτήρες του να φερθούν σαν ανθρώπινα όντα και δεν τους μετατρέπει σε καρικατούρες. Μπορεί στο τέλος να βλέπεις ότι ο πιο καλά δουλεμένος χαρακτήρας και αυτός που κλέβει την παράσταση είναι ο Λέσνερ/ Μαγκνίτο, στον οποίο έδωσε βάθος ο Φάσμπεντερ, αλλά κατανοείς τις καλές προθέσεις του και προς τους υπόλοιπους χαρακτήρες, έστω κι αν τελικά φαίνεται να μην πηγαίνει τόσο βαθιά στην ψυχολογία τους όσο θα μπορούσε, κάτι που θεωρώ ότι είναι το μοναδικό αλλά βασικό μειονέκτημα του X-Men: First Class. Δεν είναι εύκολο να χειριστείς πολλούς χαρακτήρες και να μην αδικήσεις κανένα.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
X-Men: Η πρώτη γενιά (2011) on IMDb