Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1973. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1973. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13.8.23

My Name is Nobody (1973) Western Review

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ

Γουέστερν,Κωμωδία
Διάρκεια:116'

 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος

  Ο Τζακ Μπόρεγκαρντ περιπλανιέται χρόνια τώρα στους άγριους δρόμους της Δύσης. Είναι ένας ήρωας. Ένας γερασμένος ήρωας που η φήμη του πιο γρήγορου πιστολιού τον ακολουθεί ακόμα αλλά ο Τζακ έχει κουραστεί. Ο κάθε λογής νεαρός πιστολάς θέλει να τον αντιμετωπίσει για να αποκτήσει φήμη και ο Τζακ πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει το λόγο που κανένας δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να βάλει μια θανατηφόρα σφαίρα στο στέρνο του. Η Ευρώπη είναι το όνειρό του. Εκεί θα μπορέσει να ζήσει γαλήνια και να αφήσει πίσω του την Άγρια Δύση, την Δύση που κι αυτός έβαλε το χέρι του να αλλάξει και να σταματήσει σιγά σιγά να αποκαλείται "Άγρια". Η μετάβαση αυτή δεν είναι όμως εύκολη. Υπάρχουν ακόμη εκεί έξω κατακάθια που θέλουν η Δύση να παραμείνει "Άγρια", για να συνεχίσουν να έχουν αξία. Αυτά τα τελευταία απομεινάρια μιας εποχής που αλλάζει θα βρεθούν στο κατόπι του Τζακ αλλά ο Τζακ θα έχει έναν σύμμαχο, που θα τον μετατρέψει από ήρωα σε θρύλο.

 Κανένας, είναι το όνομα του νεαρού πιστολά, που θαυμάζει τα κατορθώματα του Μπόρεγκαρντ. Γρήγορος σαν τον άνεμο και πολυμήχανος, σαν τον Οδυσσέα, ο Κανένας έχει ένα σχέδιο που θα προσπαθήσει να πείσει τον γέρο πιστολά να ακολουθήσει. Ο Κανένας γνωρίζει τα πάντα για τον Τζακ και θέλει ένα φινάλε στην ιστορία του ήρωά του που παρόμοιό του δεν θα έχει υπάρξει. Τα εκατόν πενήντα μέλη της βίαιης και ανελέητης Άγριας Συμμορίας είναι ο στόχος που πρέπει επιτευχθεί και η ιστορία θέλει τον Τζακ μόνο του απέναντι στα σκληρά αυτά καθάρματα. Ο θρυλικός πιστολάς ρίχνει στο χώμα και τους εκατόν πενήντα σε μια μονομαχία που κλείνει τον κύκλο της Άγριας Δύσης. Και έπειτα, η Ευρώπη. Όχι άλλο αίμα, όχι άλλες μονομαχίες στους χωματόδρομους των αμαρτωλών πόλεων. Μόνο ηρεμία για τον Τζακ Μπόρεγκαρντ. Και λίγη φήμη για αυτόν τον άγνωστο, τον Κανένα.

 Ποιος είναι πιο γρήγορος από τον Τζακ Μπόρεγκαρντ στο τράβηγμα του πιστολιού;

Κανένας...

.......................................................................................................................................................................

 Ο Ιταλός, Σέρτζιο Λεόνε, σημάδεψε όσο κανείς άλλος τα γουέστερν. Δεν είναι εύκολο να σκεφτείς ένα γουέστερν και να μην είναι δικό του. Όχι γιατί έκανε πολλά αλλά γιατί έκανε τα πιο σημαντικά. Δική του ήταν και η ιδέα για το "Τ' όνομά μου είναι Κανένας" και σύμφωνα με μαρτυρίες δικό του είναι και μεγάλο μέρος της ταινίας, που ο ίδιος ανέθεσε τη σκηνοθεσία σε ένας από τους καλύτερους και πιο έμπιστους μαθητές του, τον Τονίνο Βαλέρι. Αυτό που δημιουργήθηκε εδώ είναι στην ουσία ένα "μέτα" γουέστερν. Ένας αποχαιρετισμός του Λεόνε και του πρωταγωνιστή του Χένρι Φόντα, στο είδος αλλά και στην ίδια την Άγρια Δύση. Ο εμβληματικός Φόντα συμπρωταγωνιστεί με τον γεμάτο ενέργεια, Τέρενς Χιλ, μεγάλο αστέρα της εποχής, ειδικά στην Ευρώπη, μετά την επιτυχία των κωμικών γουέστερν Τρινιτά. Ο Χιλ είναι η νέα μορφή του είδους, που μέσα από αυτόν δηλώνεται η αλλαγή της εποχής. "Εγώ θα συνεχίσω", είναι σαν να λέει ο Κανένας, του Χιλ, "αλλά θέλω να φύγεις σαν θρύλος και όχι σαν ένας γέρος που δεν έχει τίποτα πια να προσφέρει". Κι έτσι γίνεται. Ο Φόντα αποχαιρετά, κυριολεκτικά μέσα από την τελευταία σκηνή της ταινίας. Αποχαιρετά το είδος μέσα από ένα όμορφα γραμμένο κείμενο, που πολλοί θεωρούν ότι γράφτηκε για τον Τζον Φορντ, που η είδηση του θανάτου του έφτασε στα αυτιά του Λεόνε και του Φόντα κατά τα γυρίσματα της ταινίας.

 Είναι περίεργο φιλμ το συγκεκριμένο. Δεν είναι σίγουρα το πρώτο γουέστερν που θα έπρεπε να δει κάποιος γιατί δεν θα μπορέσει να το εκτιμήσει. Θα πρέπει να έχεις δει αρκετά για να κατανοήσεις την ιδέα πίσω από την ταινία. Θα κατάλαβεις τον λόγο που η ταινία μοιάζει να έχει μέσα πολλά στοιχεία τα οποία φαινομενικά δεν δένουν μεταξύ τους αλλά που τελικά λειτουργούν εξαιρετικά στο τέλος. Η έντονη σάτιρα και η διάθεση παρωδίας που υπάρχει σε πολλές στιγμές του φιλμ έρχεται σε κόντρα με τις στιγμές έντονου σασπένς, όπως η πρώτη κλασική σκηνή ή αυτή με τους καθρέφτες. Ακόμα και οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, ο Χιλ και ο Φόντα, εκπροσωπούν το γουέστερν σε διαφορετικές περιόδους που χαρακτηρίζονται από εντελώς διαφορετική αισθητική.

 Ο Κανένας είναι μια ταινία που πρέπει να δεις οπωσδήποτε αν είσαι φίλος του είδους. Όχι μόνο του σπαγγέτι γουέστερν αλλά του γουέστερν γενικά. Απευθύνεται σε όλους. Στους θαυμαστές του Φορντ αλλά και σε αυτούς του Λεόνε, του Κορμπούτσι, των δύο Σέρτζιο. Είναι διασκεδαστικό αλλά παράλληλα και βαθιά μελετημένο ως προς αυτό που θέλει να πει, ακόμα και στις υπερβολικά κωμικές στιγμές του.



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων 



4.10.22

High Plains Drifter (1973) Video Review

 

ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΠΙΣΤΟΛΕΡΟ

Γουέστερν, Δράσης, Μυστηρίου

Διάρκεια: 105'

 

    Εδώ δεν διαβάζεις! Ακούς την άποψή μας για το High Plains Drifter, κατευθείαν από το κανάλι του Cinenoxos , στο YouTube! Like, subscribe και κοινοποίηση ελεύθερα!

 

7.6.17

Enter The Dragon (1973)

Είδος: Δράσης, Πολεμικών Τεχνών

"Δεν ξέρω τι μπορείς να πεις σήμερα για τον Μπρους Λη που δεν έχει ειπωθεί. Το χάρισμα τεράστιο, το κινηματογραφικό εκτόπισμα μοναδικό. Έχοντας ένα δικό του τρόπο κατάφερε να περάσει ψήγματα της φιλοσοφίας των πολεμικών τεχνών μέσα από τους τελευταίους ρόλους του. Το Enter The Dragon αποτέλεσε το όχημα που έφερε τις πολεμικές τέχνες στον δυτικό κόσμο και οδήγησε το κοινό να ψάξει τα προηγούμενα (και καλύτερα) φιλμς του θρυλικού πρωταγωνιστή. "

Ο ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ
ΤΟΥ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ
Σκηνοθεσία:Robert Clouse
Σενάριο:Michael Allin
Παίζουν:Bruce Lee,
John Saxon,Jim Kelly
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Ο θρύλος του Μπρους Λη γεννήθηκε λίγες μέρες μετά το θάνατό του, με την πρεμιέρα του Enter The Dragon, της πρώτης Αμερικανικής- Κινεζικής συμπαραγωγής. Το φιλμ μπορεί να θεωρείται ως αυτό που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στην εξάπλωση των ταινιών πολεμικών τεχνών, μπορεί να μπήκε στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου της Αμερικής, εκεί όπου μπαίνουν από το 1889 μέχρι σήμερα είκοσι πέντε ταινίες κάθε χρόνο, οποιουδήποτε είδους γιατί έχουν ιστορική, πολιτισμική ή αισθητική σημασία, αλλά σήμερα αυτό το ιστορικό φιλμ δε μπορεί να επιδείξει τίποτα άλλο πέρα από τον χαρισματικό πρωταγωνιστή του.
  Δεν ξέρω τι μπορείς να πεις σήμερα για τον Μπρους Λη που δεν έχει ειπωθεί. Το χάρισμα τεράστιο, το κινηματογραφικό εκτόπισμα μοναδικό. Έχοντας ένα δικό του τρόπο κατάφερε να περάσει ψήγματα της φιλοσοφίας των πολεμικών τεχνών μέσα από τους τελευταίους ρόλους του. Το Enter The Dragon αποτέλεσε το όχημα που έφερε τις πολεμικές τέχνες στον δυτικό κόσμο και οδήγησε το κοινό να ψάξει τα προηγούμενα (και καλύτερα) φιλμς του θρυλικού πρωταγωνιστή. Παρακολουθώντας σήμερα το φιλμ που σκηνοθέτησε ο Αμερικανός, Ρόμπερτ Κλάους, έρχονται στο μυαλό μου δύο πράγματα: Τζέιμς Μποντ και The Octagon. Ας γίνω λίγο πιο κατανοητός! Σε ό,τι αφορά τον Τζέιμς Μποντ είμαι σίγουρος ότι έχετε ήδη κάνει τη σύνδεση αν έχετε δει το Enter The Dragon. Η ατμόσφαιρα των ταινιών του Μποντ (και συγκεκριμένα του Doctor No και του Live And Let Die) είναι κάτι που φανερά ήθελε να πλησιάσει ο Κλάους και σχετικά το καταφέρνει. Το Octagon είναι μια από τις πρώτες ταινίες που πρωταγωνίστησε ο Τσακ Νόρις και θυμάμαι ότι, γράφοντας την κριτική για την ταινία, παρατήρησα το κακό πρώτο μισό της και το εκπληκτικό δεύτερο. Όπως συμβαίνει και με το Enter The Dragon (χωρίς να είναι τόσο κακό όσο το φιλμ του Νόρις) έτσι και σ' εκείνο το φιλμ υπάρχει ένα απογειωτικό δεύτερο μέρος, γεμάτο πολύ καλά χορογραφημένες σκηνές δράσης. Η σχηματική πλοκή, οι αδιάφοροι διάλογοι και οι μέτριες ερμηνείες δίνουν τη θέση τους στις χορογραφίες του ίδιου του Μπρους Λη και σε μέρικες μοναδικά στημένες σκηνές, με προσεγμένη φωτογραφία. Σαφώς η τελική αναμέτρηση στο δωμάτιο με τους καθρέφτες είναι αυτή που μένει ανεξίτηλη στη μνήμη των περισσοτέρων.
  Ολόκληρο το φιλμ είναι στημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να οδηγηθούμε στην τρίτη πράξη του όσο γίνεται πιο ανώδυνα. Ο Μπρους Λη υποδύεται έναν Σαολίν δάσκαλο πολεμικών τεχνών, τον οποίο προσεγγίζει η βρετανική μυστική υπηρεσία και του ζητά να διεισδύσει σε ένα τουρνουά πολεμικών τεχνών που διοργανώνει ο μαφιόζος Χαν, τον οποίο υποψιάζονται για διακίνηση ναρκωτικών και πορνείας. Για να δώσει ακόμα μεγαλύτερο κίνητρο στον ήρωα, ο σεναριογράφος προσθέτει δύο υπό πλοκές, που η μία θέλει τον Χαν να είναι πρώην Σαολίν που ντροπιάζει πια τη σχολή και το ναό, ενώ η δεύτερη θέλει ένα από τα τσιράκια του Χαν να είναι υπεύθυνο για το θάνατο της αδερφής του πρωταγωνιστή μας. Δε χρειάζεται κάτι άλλο για να πειστεί ο Λη και κάπως έτσι οδηγούμαστε στις συστάσεις και των άλλων δύο βασικών πρωταγωνιστών, των Αμερικανών Ρόπερ και Γουίλιαμς, οι οποίοι λαμβάνουν κι αυτοί μέρος στο τουρνουά και γίνονται φίλοι με τον Λη. Ακολουθούν μερικές αδιάφορες σκηνές γνωριμίας με τους χαρακτήρες και μπλα-μπλα, μέχρι να οδηγηθούμε στο ψητό και στη δράση που αναφέρουμε παραπάνω.
  Τους δύο φίλους του Λη υποδύονται ο Αμερικανός ηθοποιός με μαύρη ζώνη στο καράτε, Τζον Σάξον, και ο Αμερικανός πρωταθλητής του καράτε και πρωτοεμφανιζόμενος ηθοποιός, Τζιμ Κέλι, ο οποίος έγινε ο πρώτος μαύρος πρωταγωνιστής ταινιών πολεμικών τεχνών και blaxploitation. Άλλη μία γνωστή μορφή στους φίλους των ταινιών του είδους είναι ο Μπόλο Γιούνγκ, αθλητής πολεμικών τεχνών και κυρίως μπόντι μπίλντερ, ο οποίος λόγω του απίστευτου όγκου του και της σκληρής φυσιογνωμίας του έπαιξε σε αρκετούς παρόμοιους ρόλους κακών.
  Περισσότερο φιλμ ιστορικής σημασίας πια και όχι ιδιαίτερης κινηματογραφικής αξίας, το Enter The Dragon είναι μια ταινία σύμβολο για την επίδραση του πρωταγωνιστή της στο κινηματογραφικό στερέωμα. Τα τρία προηγούμενα φιλμς του Λη τα θεώρουσα πάντα πιο ενδιαφέροντα αλλά το Enter The Dragon αποτελεί το λόγο που η Δύση έμαθε τις ταινίες πολεμικών τεχνών. Λίγο μάθημα φιλοσοφίας στην πρώτη σκηνή, το αδιάφορο ενδιάμεσο και το δυναμικό τρίτο μέρος αρκούσαν στον Λη για να "μιλήσει" στον κόσμο για αυτά που ήθελε.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb



10.11.16

Westworld (1973)

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Γουέστερν, Περιπέτεια

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Σκηνοθεσία:Michael Crichton
Σενάριο:Michael Crichton
Παίζουν:Yul Brynner,
Richard Benjamin,James Brolin
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Στο θεματικό πάρκο Δήλος πληρώνεις για μια διαφορετική εμπειρία διακοπών. Μπορείς να ζήσεις την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το μεσαιωνικό κόσμο των ιπποτών και στον άγριο κόσμο της Δύσης. Ρομπότ με ανθρώπινα χαρακτηριστικά επανδρώνουν τον κάθε κόσμο και προσφέρουν στους τουρίστες αξέχαστες στιγμές, που δε θα μπορούσαν ποτέ να ζήσουν, όπως η συμμετοχή σε ένα Ρωμαϊκό όργιο, η μονομαχία με σπαθιά και φυσικά η ζωή στα σαλούν και οι μονομαχίες ανάμεσα στους πιστολάδες της Άγριας Δύσης. Όλα αυτά χωρίς κανένα κίνδυνο. Μέχρι τουλάχιστον τη στιγμή που ένας ιός κάνει τα ρομπότ να μην υπακούν σε καμία εντολή και να επαναστατούν εναντίον των ανθρώπων.


ΑΠΟΨΗ: Πριν το Westworld γίνει η πιο πολυσυζητημένη τηλεοπτική σειρά του 2016, ήταν κινηματογραφική ταινία, δημιούργημα του πολυτάλαντου κύριου Μάικλ Κράιτον(Jurassic Park, Timeline, Congo, Μικρόκοσμος). Αρκετά χρόνια πριν ο διάσημος συγγραφέας- σεναριογράφος - σκηνοθέτης- γιατρός γράψει το Jurassic Park, το πιο γνωστό από τα έργα του, κυρίως λόγω της κινηματογραφικής ταινίας του Στίβεν Σπίλμπεργκ, συνέλαβε την ιδέα ενός άλλου θεματικού πάρκου, όπου τα εκθέματα τρελαίνονται και κυνηγούν τους τουρίστες!

  Έχοντας ήδη γράψει μερικά μυθιστορήματα μέσα στη δεκαετία του 1960 κι έχοντας δει το ένα να μεταφέρεται στον κινηματογράφο το 1971 (The Andromeda Strain), ο Μάικλ Κράιτον καταφέρνει να πείσει τους υπεύθυνους της MGM να του δώσουν την άδεια να σκηνοθετήσει το σενάριο που έγραψε ο ίδιος και που είχε τον τίτλο Westworld. Ο Κράιτον έχει φανταστεί ένα θεματικό πάρκο τοποθετημένο στο κοντινό μέλλον, όπου οι πελάτες μπορούν με τη βοήθεια της τεχνολογίας και ανθρωπόμορφων ρομπότ να ζήσουν σε κόσμους του παρελθόντος. Το σενάριο επικεντρώνεται κυρίως στον κόσμο της άγριας Δύσης, εκεί όπου οι δύο πρωταγωνιστές βρίσκονται εν τέλει κυνηγημένοι από το ρομπότ πιστολά, που υποδύεται ο Γιουλ Μπρίνερ. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πρωτότυπο για εκείνη την εποχή μείγμα γουέστερν κι επιστημονικής φαντασίας, με δόσεις θρίλερ και με στοιχεία προβληματισμού για τον τρόπο χρησιμοποίησης της τεχνολογίας, θέμα που απασχολούσε πάντα τον συγγραφέα. Υπάρχει ή όχι κάτι πίσω από τα μάτια ενός ανθρωποειδούς και μπορούμε να φερόμαστε στα τεχνολογικά επιτεύγματα σαν να είναι άψυχα πράγματα ή μήπως απαιτείται μεγαλύτερος σεβασμός προς αυτά; Όλα αυτά φυσικά θα σας θυμίσουν αρκετά ακόμα δημιουργήματα επιστημονικής φαντασίας και η επανάσταση των ρομπότ δε μπορεί να μη σας κάνει να σκεφτείτε τον Εξολοθρευτή, του Τζέιμς Κάμερον. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Γιουλ Μπρίνερ, μπορεί να είναι ένας φόρος τιμής στο Λάραμπι Άνταμς, που υποδύθηκε ο ίδιος στο The Magnificent Seven, αλλά είναι φανερή και η επίδραση του τόσο στον Κάμερον και τον χαρακτήρα του Εξολοθρευτή όσο και στον Κάρπεντερ και τον τρόπο που χειρίστηκε τον Μάικ Μάγιερς στο Halloween!
  Ο Πιστολάς του Γιουλ Μπρίνερ είναι σίγουρα η μορφή της ταινίας. Ο ψυχρός τρόπος που χειρίζεται ο Μπρίνερ το ρόλο του ανδροειδούς αποδίδει και βοηθάει ιδιαίτερα στη δημιουργία σασπένς. Το ύφος του Μπρίνερ, η στάση του σώματός του, δίνουν μια άλλη διάσταση στον Πιστολά και κάνουν την απειλή πιο έντονη. Υπάρχει μια αίσθηση εκδίκησης για όλα αυτά που κάνουν οι άνθρωποι στο είδος του. Τώρα, αν εξαιρέσουμε τον Μπρίνερ δε μπορείς να πεις και πολλά πράγματα για τους υπόλοιπους ηθοποιούς, όχι γιατί είναι κακοί αλλά γιατί δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο να κάνουν. Ρίτσαρντ Μπέντζαμιν και Τζέιμς Μπρόλιν βρίσκονται κυνηγημένοι από τον Μπρίνερ, με τον πρώτο να έχει λίγο περισσότερο χρόνο στην οθόνη, βρίσκοντας τρόπο να δώσει κάτι παραπάνω όσο πλησιάζουμε στο φινάλε.
  Έχοντας ενδιαφέρουσες ιδέες, όπως πολλά από τα δημιουργήματα του Κράιτον, το Westworld δε χάνει τελείως τη δυναμική του, παρότι έχουν περάσει 45 χρόνια από τη δημιουργία του. Δεν είναι το φιλμ που βλέπει με μεγάλη ευκολία ένας θεατής του σήμερα, όμως, για τους φίλους της επιστημονικής φαντασίας υπάρχει τροφή. Η ιδέα των ιών των ηλεκτρονικών υπολογιστών μερικά χρόνια πριν αυτό συμβεί, η τεχνητή νοημοσύνη είναι πράγματα που θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον των φίλων της επιστημονικής φαντασίας, ενώ παραπονεμένοι δε θεωρώ ότι θα φύγουν και οι φίλοι των κλασικών γουέστερν. Ίσως αν ο Κράιτον είχε επικεντρωθεί περισσότερο στο πρώτο κομμάτι και στη δημιουργία αγωνίας παρά στο να περάσει λίγη ώρα παραπάνω στα σαλούν του Westworld, να είχαμε μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα ταινία. Όπως και να 'χει, μιλάμε για ένα φιλμ που κατάφερε να επηρεάσει τόσο το κοινό όσο και άλλους μεταγενέστερους δημιουργούς.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb



10.8.14

Live And Let Die (1973)

Είδος: Περιπέτεια

Live And Let Die
ΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ, ΠΡΑΚΤΩΡ 007:
ΖΗΣΕ ΚΙ ΑΣΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ
ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ
Σκηνοθεσία:Guy Hamilton 
Σενάριο:Tom Mankiewicz
 Παίζουν: Roger Moore,
Yaphet Kotto,Jane Seymour 

Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Μποντ πρέπει να σταματήσει το σχέδιο του Δρ Κανάνγκα, ο οποίος θέλει να γεμίσει ηρωίνη την αγορά, εξοντώνοντας κάθε αντίπαλό του κι έχοντας στο πλάι του μυστηριακές δυνάμεις, όπως το βουντού και μια πανέμορφη μελλοντολόγο.

ΑΠΟΨΗ: Οι παραγωγοί του Μποντ, προσφέρουν στον Σον Κόνερι το απίστευτο ποσό των 5,5 εκ. δολαρίων, για να συνεχίσει τον ρόλο του αλλά αυτός αρνείται! Έτσι, η εποχή Κόνερι τελειώνει και το 1973 έρχεται η στιγμή που το κοινό γνωρίζει  τον μακροβιότερο, μαζί με τον Σον Κόνερι, Μποντ, τον κύριο Ρότζερ Μουρ.


  Δεν λίγοι αυτοί που έχοντας στο μυαλό τους την εικόνα του Μουρ ως Σάιμον Τέμπλαρ, ο γνωστός τηλεοπτικός "Άγιος", σειρά που ξεκίνησε την ίδια χρονιά που στους κινηματογράφους παίχτηκε η πρώτη ταινία του Μποντ, Δρ Νο, θεωρούν ότι ο Μουρ ήταν ήδη ο Τζέιμς Μποντ. Η αλήθεια είναι ότι ο Μουρ ήταν ούτως ή άλλως η προσωπική επιλογή του δημιουργού του Μποντ, Ίαν Φλέμινγκ, για το ρόλο, καθώς επίσης κι ότι ο Άγιος, δημιούργημα του Λέσλι Τσάρτερις, έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον Βρετανό κατάσκοπο. Όπως και να 'χει, ο Μουρ μπαίνει στο ρόλο του 007 και το κάνει μάλιστα με αρκετή άνεση, ακόμα κι αν το φιλμ δεν τον βοηθά σε αυτό.
  Ο Μποντ του Μουρ δεν είναι το ίδιο σκληρός με του Κόνερι και δεν μπλέκεται συχνά σε σωματικές μάχες ενώ δε μοιάζει το ίδιο άνετος κρατώντας το πιστόλι του. Ο Μουρ είναι όμως χαρισματική προσωπικότητα, γράφει στην οθόνη και έχει τα δικά του όπλα. Ο Μουρ είναι πιο κομψός, ίσως αριστοκρατικός είναι η πιο σωστή λέξη, αποπνέοντας εύκολα τον αέρα του γνήσιου Άγγλου τζέντλεμαν ενώ το βρετανικό φλέγμα μοιάζει να υπάρχει σε μεγαλύτερη ποσότητα μέσα του, λέγοντας τις ατάκες με αρκετά κυνικό τρόπο. Το χιούμορ του Μουρ, υπήρξε ένα ζήτημα για τους fan του Μποντ και φαίνεται ήδη να εισβάλει στην πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση, ξενίζοντας κάποιους αλλά καθιερώνοντας το διαφορετικό ύφος του Μποντ-Μουρ. Οι συντελεστές του Live And Let Die, βάζουν το χεράκι τους στην αλλαγή του ύφους και στην προσπάθεια να μην γίνει σύγκριση του Μουρ με τον Κόνερι αλλάζοντας κάποια στάνταρ των προηγούμενων φιλμ. Για παράδειγμα, ο Μποντ δεν πίνει πια Μαρτίνι- Βότκα αλλά παραγγέλνει μπέρμπον, δεν παίρνει οδηγίες για την αποστολή του στο γραφείο του Μ αλλά στο διαμέρισμά του, ενώ δεν εμφανίζουν καθόλου τον Q στο συγκεκριμένο φιλμ.
  Το Live And Let Die διατηρεί όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά των ταινιών του Μποντ παρά την αλλαγή του ηθοποιού. Τα κυνηγητά με αυτοκίνητα υπάρχουν κι εδώ, με το Μποντ να οδηγεί ένα διώροφο λεωφορείο κάνοντας δύο θεαματικά σταντ ενώ αυτό που θα θυμάστε από το φιλμ είναι το κυνηγητό με τα ταχύπλοα στα νερά της Λουιζιάνα και πιθανόν τη σκηνή που ο Μποντ βρίσκεται περικυκλωμένος από δεκάδες κροκόδειλους και για να ξεφύγει πατάει πάνω στις πλάτες τεσσάρων εξ αυτών.
  Αντίπαλος του Μποντ είναι ο Κανάνγκα και είναι η πρώτη φορά που ο κατάσκοπος τα βάζει με έμπορο ναρκωτικών και μάλιστα μαύρο. Επειδή μάλιστα οι παραγωγοί φοβόντουσαν την αντίδραση του κοινού, είχαν απαγορέψει στον Γιάφετ Κότο, τον άνθρωπο που υποδύθηκε τον Κανάνγκα, όχι μόνο να κάνει δηλώσεις πριν την πρεμιέρα της ταινίας αλλά ακόμα και να μην εμφανιστεί στην πρεμιέρα. Ο Κότο φτιάχνει έναν από τους πιο αξιοπρεπείς κακούς στην ιστορία του Μποντ, χωρίς να γίνεται γραφικός ενώ πολλοί θα θυμούνται και το πρωτοπαλίκαρο του, τον Τι Χι, τον τύπο με το μηχανικό γάντζο για χέρι.
  Στο κομμάτι των Bond Girls γίνονται δύο ενδιαφέρουσες επιλογές, με την πρώτη εμφάνιση της Τζέιν Σέιμουρ (η τηλεοπτική Δρ Κουίν) να αφήνει καλές εντυπώσεις, για την "αγνή" ομορφιά της αλλά και με τη γενικότερη συμμετοχή της. Το δεύτερο Bond Girl είναι η μαύρη καλλονή, πρώην κουνελάκι του Playboy, Γκλόρια Χέντρι και περνάει στην ιστορία σαν το πρώτο αφροαμερικανικό φλερτ του Μποντ.
  Το μεγαλύτερο πρόβλημα με το Live And Let Die είναι ένα πρόβλημα που συναντάμε όλο και πιο συχνά στα Μποντ από το Diamonds Are Forever και μετά. Υπάρχει κάποιος άγραφος νόμος που δεν επιτρέπει στα φιλμ του Μποντ να είναι μικρότερα των δύο ωρών! Αυτό δυσκολεύει τους συντελεστές στη διατήρηση του ενδιαφέροντος των θεατών, κάτι που είναι φανερό και στο Live And Let Die. Η ιστορία του δεν είναι κακή ενώ προμηθεύει με αρκετά καλές ατάκες τον Μποντ και δημιουργούνται μερικές από τις πιο θεαματικές σκηνές της σειράς. Η ανάγκη όμως να φτάσει το φιλμ τις δύο ώρες, προκαλεί το ανεξήγητο "άπλωμα" αδιάφορων σκηνών, καθώς ακόμα και της σκηνής του κυνηγητού με τα ταχύπλοα, η οποία μοιάζει ατελείωτη, με αποτέλεσμα να χάνεσαι για λίγο, να επανέρχεσαι, να ξαναχάνεσαι και να κάνεις το τελικό comeback ένα τέταρτο πριν το τέλος του φιλμ.
  Με το Live And Let Die ανατέλλει το άστρο του Ρότζερ Μουρ ως Μποντ, το οποίο θα μείνει λαμπερό για τα επόμενα δώδεκα χρόνια. Ακόμα κι αν τα δύο πρώτα φιλμ του Μουρ ως Μποντ, στερούνταν δυναμικής, ο ίδιος εμφανίζει μια απίστευτη άνεση με το ρόλο και πείθει το κοινό, το οποίο δέχεται το διαφορετικό στιλ του και συνεχίζει να τον ακολουθεί και τον Μποντ παρά τις προβλέψεις των κριτικών, να συνεχίζει απτόητος την πορεία του σε αυτή τη νέα εποχή.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
Live and Let Die (1973) on IMDb



14.7.14

Battle For The Planet Of The Apes (1973)

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Περιπέτεια

ΜΑΧΗ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ
ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ
Σκηνοθεσία:J. Lee Thompson
Σενάριο:John William Corrington,
Joyce Hooper Corrington, Paul Dehn(story)
Παίζουν:Roddy McDowall,
Claude Akins,Natalie Trundy
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
ΥΠΟΘΕΣΗ: Μερικά χρόνια μετά την εξέγερση των πιθήκων, οι άνθρωποι είναι πλέον κατώτερο είδος και εργάζονται για τους πιθήκους, οι οποίοι έχουν ως ηγέτη τους τον Σήζαρ. Την διακυβέρνηση θέλει να αναλάβει ο γορίλας στρατηγός Άλντο, ο οποίος ετοιμάζει πραξικόπημα, ενώ υπάρχει μία ακόμα ομάδα ανθρώπων, που ζει στα χαλάσματα του Λος Άντζελες και ετοιμάζεται να επιτεθεί στον οικισμό των πιθήκων.

ΑΠΟΨΗ: Η χαριστική βολή για τις κινηματογραφικές ταινίες των πιθήκων, ήρθε με το φιλμ του 1973 και άφησε σε κώμα το franchise για σχεδόν 20 χρόνια, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να έχει τελειώσει αξιοπρεπέστατα με την προηγούμενη ταινία. Ευκαιρία όμως για μερικά δολάρια παραπάνω, τα οποία τα μεγάλα στούντιο ουδέποτε εμίσησαν.
  Η Μάχη, είναι με διαφορά το χειρότερο φιλμ της σειράς από πολλές απόψεις.  Άνευρο, ασύνδετο και κακογραμμένο, γεμάτο ανακρίβειες και χρονικές αναντιστοιχίες σε ότι έχει να κάνει με τα προηγούμενα φιλμ. Ο Paul Dehn, σεναριογράφος των τριών προηγούμενων ταινιών, δίνει την κεντρική ιδέα του φιλμ αλλά το ζεύγος σεναριογράφων Corrington, δεν μοιάζει να έχει ασχοληθεί με την ιστορία των πιθήκων και θέτει νέους κανόνες στο παιχνίδι, βάζοντας τον Νομοθέτη (Lawgiver-με τη μορφή του Τζον Χιούστον!) να μιλάει για ειρηνική συνύπαρξη πιθήκων και ανθρώπων. Να υπενθυμίσω απλώς, ότι ο Νομοθέτης είναι αυτός που αναφέρεται συνεχώς στην πρώτη ταινία και που έχει θέσει ως απαράβατο νόμο την υποδούλωση των ανθρώπων καθώς θεωρούνται επικίνδυνα όντα, με αυτοκαταστροφικές τάσεις! Φάουλ! Εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι το οποίο μπορούμε να παραβλέψουμε, όπως κάναμε μα τα σεναριακά λάθη των δύο προηγούμενων φιλμ, γιατί όλη η ιδέα των ταινιών της σειράς, βασίζεται ακριβώς σε αυτό: Ο πίθηκος είναι πάνω από τον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι το χειρότερο ον του πλανήτη, πρέπει να εξαλειφθεί. Πέραν τούτου, δεν γίνεται ποτέ κατανοητό πόσα χρόνια έχουν περάσει από την εξέγερση των πιθήκων, η λογική όμως λέει ότι θα έπρεπε να έχουν περάσει δεκαετίες ολόκληρες, ούτως ώστε οι πίθηκοι να έχουν αναπτύξει τόσο υψηλή νοημοσύνη και να ζουν σε οργανωμένη κοινωνία και για να συμβεί αυτό, ο Σήζαρ θα έπρεπε να μας είχε χαιρετήσει προ πολλού μάλλον, όμως είναι ακόμα εκεί και δε μοιάζει καθόλου γερασμένος. Φτου, μη σε ματιάσω! Εσύ κι ο Πασχάλης!
  Τι άλλο να γράψω; Δεν ξέρω! Ανούσιο φιλμ, χωρίς καθόλου ενέργεια και κανένα σκοπό. Εκεί που αρχίζει, εκεί τελειώνει, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα ενδιάμεσα. Μηδενική προσφορά στην μυθολογία των Πιθήκων.
  Ένα σωρό ελαττώματα θα βρείτε σ' αυτό το φιλμ, που δεν έχω καμιά διάθεση να απαριθμήσω, γιατί ειλικρινά από τις πέντε ταινίες του franchise ήταν η μόνη που με κούρασε από το πρώτο δεκάλεπτο. Υπόθεση, χαρακτήρες, σκηνοθεσία, μοντάζ, όλα θυμίζουν πρόχειρη τηλεοπτική παραγωγή της δεκαετίας του '70 και όχι κινηματογραφική ταινία ενός κάποτε πρωτοποριακού και αρκετά ενδιαφέροντος franchise. Οι πίθηκοι πάντως συνέχισαν την πορεία τους στη μικρή οθόνη με μια τηλεοπτική σειρά που διήρκεσε ένα χρόνο και μια σειρά κινουμένων σχεδίων, πριν επανέλθουν στον κινηματογράφο το 2001, σε μια διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας μέσα από τα μάτια του Τιμ Μπάρτον.




Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
Battle for the Planet of the Apes (1973) on IMDb